Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ἡ «διδαχή», ἀκόμα ἕνα κείμενο – ἀπόδειξη τῆς διαχρονικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καὶ ἀπόδειξη τῆς τραγικότητας τῆς ἐποχῆς μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοι πατερες

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ὑπάρχει ἕνα κείμενο, ποὺ δὲν εἶναι γνωστὸ στὸ εὐρὺ χριστεπώνυμο κοινό, μολονότι ἀποτελεῖ σημαντικὴ πηγὴ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας στοὺς πρώτους αἰῶνες καὶ μία τρανταχτὴ ἀπόδειξη τῆς διαχρονικῆς διδασκαλίας Της ἐναντίον τῶν αἱρέσεων. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποκαλεῖται «διδαχή» ἢ «διδαχὴ τῶν 12 Ἀποστόλων» καὶ χρονολογεῖται μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ 1ου καὶ περὶ τὰ μέσα τοῦ 2ου αἰῶνα (βλ. βιβλιογραφία στὸ τέλος τοῦ κειμένου). Ἡ ἔκδοση του ἔγινε τὸ 1838 ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Νικομηδείας Φιλόθεο Βρυέννιο μὲ βάση ἕνα κώδικα τοῦ 1056 καὶ μετὰ ἀπὸ προετοιμασία τοῦ κειμένου ἀπὸ τὸν Κωνσταντίνο Τυπάλδο. Ὁ συγγραφέας αὐτοῦ τοῦ κειμένου δὲν εἶναι γνωστός, ἀλλὰ ἡ ἐγκυρότητά του ἦταν δεδομένη, ὥστε νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς πηγὴ ἀπὸ τὸν Ὠριγένη, τὸν Κλήμεντα Ἀλεξανδρείας, καὶ τὸν Εὐσέβιο.

Διαβάζουμε λοιπὸν στὰ κεφ. 11–16 τῆς «διδαχῆς»:

11. «Ὃς ἂν οὖν ἐλθὼν διδάξῃ ὑμᾶς ταῦτα πάντα τὰ προειρημένα, δέξασθε αὐτόν· ἐὰν δὲ αὐτὸς ὁ διδάσκων στραφεὶς διδάσκῃ ἄλλας διδαχὰς εἰς τὸ καταλῦσαι, μὴ αὐτοῦ ἀκούσητε· εἰς δὲ τὸ προσθεῖναι δικαιοσύνην καὶ γνῶσιν κυρίου, δέξασθε αὐτὸν ὡς κύριον. Περὶ δὲ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν κατὰ τὸ δόγμα τοῦ εὐαγγελίου, οὕτως ποιήσατε. Πᾶς δὲ ἀπόστολος ἐρχόμενος πρὸς ὑμᾶς δεχθήτω ὡς κύριος·... Ἐξερχόμενος δὲ ὁ ἀπόστολος μηδὲν λαμβανέτω εἰ μὴ ἄρτον, ἕως οὗ αὐλισθῇ· ἐὰν δὲ ἀργύριον αἰτῇ, ψευδοπροφήτης ἐστίν.

Καὶ πάντα προφήτην λαλοῦντα ἐν πνεύματι οὐ πειράσετε οὐδὲ δια κρινεῖτε· πᾶσα γὰρ ἁμαρτία ἀφεθήσεται, αὕτη δὲ ἡ ἁμαρτία οὐκ ἀφεθήσεται. Οὐ πᾶς δὲ ὁ λαλῶν ἐν πνεύματι προφήτης ἐστίν, ἀλλ΄ ἐὰν ἔχῃ τοὺς τρόπους κυρίου. ἀπὸ οὖν τῶν τρόπων γνωσθήσεται ὁ ψευδοπροφήτης καὶ ὁ προφήτης... Πᾶς δὲ προφήτης διδάσκων τὴν ἀλήθειαν, εἰ ἃ διδάσκει οὐ ποιεῖ, ψευδοπροφήτης ἐστίν... Ὃς δ΄ ἂν εἴπῃ ἐν πνεύματι· δός μοι ἀργύρια, ἢ ἕτερά τινα, οὐκ ἀκούσεσθε αὐτοῦ· ἐὰν δὲ περὶ ἄλλων ὑστερούντων εἴπῃ δοῦναι, μηδεὶς αὐτὸν κρινέτω.

12. Πᾶς δὲ ὁ ἐρχόμενος πρὸς ὑμᾶς ἐν ὀνόματι κυρίου δεχθήτω, ἔπειτα δὲ δοκιμάσαντες αὐτὸν γνώσεσθε (σύνεσιν γὰρ ἔχετε) δεξιὰν καὶ ἀριστεράν. Εἰ μὲν παρόδιός ἐστιν ὁ ἐρχόμενος, βοηθεῖτε αὐτῷ, ὅσον δύνασθε·... Εἰ δὲ οὐκ ἔχει τέχνην, κατὰ τὴν σύνεσιν ὑμῶν προνοήσατε, πῶς μὴ ἀργὸς μεθ΄ ὑμῶν ζήσεται χριστιανός. Εἰ δ΄ οὐ θέλει οὕτω ποιεῖν, χριστέμπορός ἐστι· προσέχετε ἀπὸ τῶν τοιούτων.

15. Χειροτονήσατε οὖν ἑαυτοῖς ἐπισκόπους καὶ διακόνους ἀξίους τοῦ κυρίου, ἄνδρας πραεῖς καὶ ἀφιλαργύρους καὶ ἀληθεῖς καὶ δεδοκιμασμένους· ὑμῖν γὰρ λειτουργοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν λειτουργίαν τῶν προφητῶν καὶ διδασκάλων. Μὴ οὖν ὑπερίδητε αὐτούς· αὐτοὶ γάρ εἰσιν οἱ τετιμημένοι ὑμῶν μετὰ τῶν προφητῶν καὶ διδασκάλων. Ἐλέγχετε δὲ ἀλλήλους μὴ ἐν ὀργῇ, ἀλλ΄ ἐν εἰρήνη, ὡς ἔχετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ· καὶ παντὶ ἀστοχοῦντι κατὰ τοῦ ἑτέρου μηδεὶς λαλείτω μηδὲ παρ΄ ὑμῶν ἀκουέτω, ἕως οὗ μετανοήσῃ.

16... Ἐν γὰρ ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις πληθυνθήσονται οἱ ψευδοπροφῆται καὶ φθορεῖς, καὶ στραφήσονται τὰ πρόβατα εἰς λύκους, καὶ ἡ ἀγάπη στραφήσεται εἰς μῖσος· αὐξανούσης γὰρ τῆς ἀνομίας μισήσουσιν ἀλλήλους καὶ διώξουσιν καὶ παραδώσουσι καὶ τότε φανήσεται ὁ κοσμοπλανὴς ὡς υἱὸς θεοῦ καὶ ποιήσει σημεῖα καὶ τέρατα καὶ ἡ γῆ παραδοθήσεται εἰς χεῖρας αὐτοῦ, καὶ ποιήσει ἀθέμιτα, ἃ οὐδέποτε γέγονεν ἐξ αἰῶνος. Τότε ἥξει ἡ κτίσις τῶν ἀνθρώπων εἰς τὴν πύρωσιν τῆς δοκιμασίας, καὶ σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ἀπολοῦνται· οἱ δὲ ὑπομείναντες ἐν τῇ πίστει αὐτῶν σωθήσονται ἀπ΄ αὐτοῦ τοῦ καταθέματος...»

Μετὰ ἀπὸ τόσες ἀναφορὲς στὴν διαχρονικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἁγίων Της καὶ μετὰ ἀπὸ τόσα κείμενα καὶ τόσες ἀποδείξεις ποὺ ἔχουν δημοσιευτεῖ γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν οἰκουμενιστῶν ἀπὸ τὴν διδασκαλία αὐτή, ποιός δὲν μπορεῖ καὶ ἐδῶ νὰ ἀναγνωρίσει τὴν δισχιλιετὴ συνέπεια τῆς Ἐκκλησίας, πραγματικὸ θαῦμα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία –ποῦ ἀλλοῦ, πραγματικά, συναντιέται τέτοια συνέπεια; 


Ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου μᾶς διδάσκει ξεκάθαρα καὶ μὲ ἐκκλησιαστικὴ συνέπεια:

Ὅποιος
διδάσκει ἄλλη διδασκαλία, ἀπὸ αὐτὴ ποὺ μᾶς παρεδόθηκε, εἶναι ψευδοπροφήτης καὶ λύκος καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀκοῦμε οὔτε νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε.

Ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχόμαστε τοὺς ψευδοπροφῆτες, ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ τοὺς πολεμοῦμε καὶ νὰ τοὺς διώχνουμε ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅτι πρέπει οἱ ποιμένες νὰ εἶναι πραεῖς, ἀφιλάργυροι, ἀληθεῖς καὶ δοκιμασμένοι, δηλ. νὰ ἔχει ἐξεταστεῖ καὶ νὰ ἐξετάζεται συνεχῶς ἡ ποιμαντική τους δραστηριότητα καὶ ἡ διδασκαλία τους.

Ὅτι στοὺς ἔσχατους καιροὺς θὰ πλανηθοῦν πολλοὶ καὶ θὰ παραδοθοῦν σὲ λυκοποιμένες καὶ ὅτι ἡ ἀγάπη θὰ μεταστραφεῖ σὲ μῖσος καὶ ὅτι πολλοὶ θὰ χαθοῦν.

Διαβάζοντας αὐτὲς τὶς γραμμές, ποιός δὲν διαπιστώνει ἀμέσως:
Πὼς ἡ παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἀλλοιώνει τὶς παρακαταθῆκες καὶ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ποιός δὲν φέρνει στὸν νοῦ του τοὺς γεμάτους ἔπαρση, ὀξύτητα καὶ πνεῦμα διωγμοῦ, φιλόδοξους, φιλάργυρους, ἀναληθεῖς, ἀμοραλιστὲς, ἀνεξέταστους καὶ φυγομάχους σημερινοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς φιλόμισθους ὑποστηρικτὲς καὶ ἐργάτες τους;

Ποιός δὲν διαπιστώνει τὴν ἀσυνέπεια καὶ τὸν φόβο πολλῶν «ἀντιοικουμενιστῶν», ποὺ ἄλλα λένε καὶ ἄλλα πράττουν, ζητώντας καὶ αὐτοὶ μᾶλλον ἀνθρώπινη δόξα παρὰ οὐράνιο μισθό;

Ποιός δὲν διαπιστώνει ὄχι μόνο τὴν ἔλλειψη θεμιτοῦ καὶ ἀναγκαίου ἐλέγχου τῶν ποιμένων ἀπὸ τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄδικη καὶ ἀντιπατερικὴ καταδίκη του ἀπὸ τοὺς ποιμένες, ὅταν αὐτὸς ὁ ἔλεγχος ἐφαρμόζεται δικαίως καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας;

Ποιός δὲν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι τὸ κείμενο αὐτό, ὅπως καὶ ὅλα τὰ κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀφοροῦν ὅλους μας, ἀνεξαρτήτως τί λέει «ὁ γέροντάς μας» ἢ ὁ πνευματικός μας, διότι κανένας, ὅποια θέση καὶ νὰ κατέχει, δὲν εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας;

Ἐκτὸς ἂν κάποιος δὲν θεωρεῖ τὸν οἰκουμενισμὸ παναίρεση, τὴν χειρότερη αἵρεση, κατὰ τοὺς Ἁγίους, στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας συνολικά.

Χριστὸς ἀνέστη!

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Βιβλιογραφία:

Δημητρίου Σ. Μπαλάνου, «Πατρολογία», Αθήναι 1930.

«Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων», Κλήμης, τόμ. Β΄, σελ. 211 - 214.

Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, «Πατρολογία», Τόμος Α’ – Αθήνα 1982 Β΄ Έκδοση, σελ. 170 - 173.

Bardenhewer, Geschichte der altkirchlichen Literatur, τόμ. 1, 1913, σ. 102 – 103.

Revue d'histoire et de litt. religieuses, Paris 1921 o. 433-481.

Schermann, Die allgemeine Kirchenordnung, Paderborn 1915.

Ralph Martin Novak, Χριστιανισμὸς καὶ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, Εκδόσεις Κονιδάρη, Φεβρουάριος 2008, σελ. 66–71.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου