Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Ασυγχώρητη αμαρτία το να μην συγχωρείς τον αδελφό σου!


Αν σου πω, νήστεψε πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία την ασθένεια του σώματος.
- Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς μου λες ότι είσαι φτωχός και έχεις να αναθρέψεις παιδιά.
- Αν σου πω να έρχεσαι τακτικά στις Συνάξεις της Εκκλησίας, μου λες, έχω διάφορες μέριμνες.
- Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγονται στην Εκκλησία και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως.
- Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου, μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω, αφού πολλές φορές του μίλησα και περιφρόνησε τα λόγια μου.
Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λόγια, αλλά, παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι…

- Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποια από τις προφάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις;
Διότι νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση ούτε ασθένεια σώματος, ούτε φτώχεια, ούτε αμάθεια, ούτε απασχόληση και μέριμνα, ούτε τίποτε άλλο.
Γι’ αυτό απ’ όλες σου τις αμαρτίες, αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη. Αλήθεια, πως θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό; Πως θα κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς; Πως θα ζητήσεις συγνώμη;

Ακόμη κι’ αν θέλει ο Θεός να σου συγχωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το επιτρέπεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου.

Διότι, αν εσύ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του, είτε με λόγια, είτε με ανάλογες συμπεριφορές, είτε με κατάρες, ο Θεός δεν θα επέμβει πλέον, αφού εσύ ανέλαβες την τιμωρία Του. Και όχι μόνο δεν θα επέμβει, αλλά και από σένα θα ζητήσει λόγο, διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν.


Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

ΠΗΓΗ

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Οἱ 13 Βατοπαιδινοί Ὁσιομάρτυρες οἱ ὑπό λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες (4 Ἰανουαρίου)


Τό Ἅγιον Ὄρος, ἐκτός ἀπό Ὁσίους καί ἀσκητές Ἁγίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνέδειξε καί πλῆθος Ὁσιομαρτύρων καί Νεομαρτύρων. Ἡ ὑπεράσπιση μέχρι θανάτου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, χωρίς καμμία ὑποχώρηση καί παραχώρηση, συνόδευε πάντοτε τούς ἀσκητικούς καί νηπτικούς ἀγώνες τους, ἀφοῦ «οὐδέν ὠφελεῖ βίος ὀρθός δογμάτων διεστραμμένων» ( Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος).

Ἔτσι, ὅταν τό 1274, στή Σύνοδο τῆς Λυών ὁ Αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η” Παλαιολόγος (1261-1282) ὑπέγραψε ψευδοένωση μέ τούς Λατίνους, προκειμένου νά ἐξασφαλίσει τήν πολιτική ὑποστήριξη τοῦ Πάπα καί νά μπορέσει νά ἀνασυγκροτήσει τήν ἀποδιοργανωμένη ἀπό τήν λατινική κατοχή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, οἱ Ἁγιορεῖτες ἀντέδρασαν, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ πλειοψηφία τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ.

Κατ” ἀρχήν ἔστειλαν γενναία ὁμολογιακή ἐπιστολή πρός τόν Αὐτοκράτορα καί τήν Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν, ἀφοῦ εἶχε, ἐν τῷ μεταξύ, ἐξοριστεῖ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Ἰωσήφ. Σ' αὐτήν ἐπικρίνουν μέ παρρησία τίς παπικές καινοτομίες, χαρακτηρίζουν τόν πάπα «αἰρετικό» καί «ἀπόστολο τοῦ σατανᾶ», τούς δέ Λατίνους «ἄθεους», ἐνῶ ἐκδηλώνουν τήν....
ἀπορία τους «πῶς ἄρα καί προσδεκτέοι καί ἑνωτέοι τῷ ἀμωμήτῳ καί ὀρθοδόξῳ σώματι τῆς ἁγίας καθολικῆς καί ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, “Ἅγιον Ὄρος, 2003).

Ταυτόχρονα διέκοψαν κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους ἑνώθηκαν καί ἀποδέχτηκαν τούς Λατίνους.

Ὁ Μιχαήλ Η”, ἀποφασισμένος νά ἐπιβάλει τήν ἕνωση μέ κάθε τρόπο, σέ συνεργασία μέ τόν Λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ” Βέκκο (1275-1282) στράφηκε μέ μανία ἐναντίον τῶν Ἁγιορειτῶν. Οἱ δύο λατινόφρονες ἡγέτες Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μετέβησαν στό Ἅγιον Ὄρος μέ παπική ἐπικουρία γιά νά ἀναγκάσουν τούς Ἁγιορεῖτες νά δεχθοῦν τήν ἕνωση.
Οἱ Μονές Μεγίστης Λαύρας καί Ξηροποτάμου ὑπέκυψαν πρός στιγμήν στήν βία τῶν Λατινοφρόνων καί ἀποδέχτηκαν τήν βδελυρή ψευδοένωση.

Οἱ Μοναχοί, τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων ἀντιστάθηκαν μέ ἄκαμπτο καί ἀδιάλλακτο φρόνημα. Ἤλεγξαν μέ αὐστηρότητα καί παρρησία τόν δυσσεβῆ βασιλέα καί τούς ὁμόφρονές του ὡς αἰρετικούς καί παράνομους. Ὁ Μιχαήλ ἐξοργισμένος ἔδωσε ἐντολή στούς στρατιώτες του νά βάλουν σ” ἕνα πλοῖο τούς μοναχούς πού κατάγονταν ἀπό τήν Ἰβηρία καί ἀφοῦ ξανοιχτοῦν στό πέλαγος νά τό βυθίσουν μαζί μέ τούς ἐπιβάτες του. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες ἔλαβαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἐπισφραγίζοντας μέ τή θυσία τους τήν ὅλη ὁσιακή βιωτή τους. Τούς Ἅγίους Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες ἑορτάζουμε στίς 13 Μαΐου.

Οἱ λατινόφρονες συνεχίζοντας τήν καταστροφική ἐπιδρομή τους ἔφθασαν στή Μονή Βατοπαιδίου, ἀλλά καί ἐκεῖ ἀντιμετώπισαν ἰσχυρή ἀντίδραση. Ἀφοῦ κατάλαβαν πώς δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά λυγίσουν τούς μοναχούς πού ἀντίκρυσαν ὡς ἀκλόνητους βράχους τῆς Πίστεως, ἄρχισαν νά τούς κακοποιοῦν. Τέλος ἔσυραν ἔξω τόν ἁγιώτατο προηγούμενο Ὅσιο Εὐθύμιο καί δώδεκα ἀπό τούς μοναχούς καί τούς ἀπηγχόνισαν. Ἡ μνήμη αὐτῶν τῶν Βατοπαιδινῶν ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 4 Ἰανουαρίου.

Ἔπειτα ἀπό ὅλα αὐτά καί ἐνῶ οἱ Λατινόφρονες συνέχιζαν νά λεηλατοῦν τά πάντα στό πέρσμά τους, ἔφθασαν στή Μονή τοῦ Ζωγράφου.

Οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς Ζωγράφου, εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἀπό ὅραμα τῆς Παναγίας γιά τόν ἐπερχόμενο κίνδυνο. Ἕνας μοναχός πού ἀσκήτευε σέ κοντινό κελλί, τήν ὥρα πού διάβαζε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας, ἄκουσε τή φωνή τῆς Θεομήτορος ἐπιτακτική: «Ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί τόν Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις λοιπόν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ ἄς κρυφθῇ, ἕως ὅτου παρέλθει ὁ πειρασμός. Οἱ δέ ἐπιθυμοῦντες μαρτυρικούς στεφάνους ἄς παραμείνωσιν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε λοιπόν ταχέως».

Κάποιοι ἀπό τούς μοναχούς φοβισμένοι κατέφυγαν στά γύρω βουνά. Οἱ ὑπόλοιποι κλείσθηκαν μέσα στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἀπό ἐκεῖ ἤλεγξαν μέ παρρησία τούς Λατινόφρονες ὡς αἱρετικούς καί παράνομους. Τότε ὁ βασιλέας ἐξοργισμένος διέταξε καί τούς ἔκαψαν ζωντανούς μαζί μέ τόν πύργο πού χρησίμεψε σάν ὀχυρό τους. Ἔτσι κέρδισαν καί αὐτοί τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τά ὀνόματά τους εἶναι Θωμᾶς, ἡγούμενος τῆς Μονῆς, Βαρσανούφιος, Κύριλλος, Μιχαήλ, Σίμων, Ἰλαρίων, Ἰώβ, Κυπριανός, Σάββας, Ἰάκωβος, Μαρτινιανός, Κοσμᾶς, Σέργιος, Μηνᾶς, Ἰωάσαφ, Ἰωαννίκιος, Παῦλος, Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Δομετιανός, Παρθένιος. Μαζί τους μαρτύρησαν καί τέσσερεις λαϊκοί, τῶν ὁποίων δέν διεσώθηκαν τά ὀνόματα. Ἡ μνήμη τῶν Ζωγραφιτῶν Ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 22 Σεπτεμβρίου.

Ἀφοῦ ὁ Μιχαήλ ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἔφθασε στήν κελλιώτικη Λαύρα τῶν Καρεῶν, στήν ὁποία εἶναι ἐγκατεστημένη καί ἡ ἔδρα τοῦ Πρῶτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ δέ Πρῶτος, ὁ Κοσμᾶς καί οἱ συνασκητές του ἐναντιώθηκαν στόν βασιλέα μέ γενναιότητα, ἐλέγχοντάς τον ὅπως καί οἱ προηγούμενοι Πατέρες. Ὁ βασιλέας ἔκανε ἐπίμονες προσπάθειες νά τούς μεταπείσει. Ὅλες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες καθώς καί ἐδῶ οἱ μοναχοί ἀποδείχθηκαν σταθεροί, καί ἀμετάπειστοι. Τά βασανιστήρια πήραν τή θέση τῶν λόγων ἀλλά οἱ εὐλογημένοι μοναχοί μέ ὅλο καί περισσότερη δύναμη ὁμολογοῦσαν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη ὡς μόνη ἀληθινή καί σωτήρια.

Ἔτσι διατάχθηκε καί γι” αὐτούς ὁ θάνατος. Ἀγχόνη γιά τόν Πρῶτο Ὅσιο Κοσμᾶ καί σφαγή γιά τούς μοναχούς. Τό αἷμα τῶν Ἁγίων σφράγισε καί ἐδῶ τήν ὁμολογία τους καί μαζί μέ τις ψυχές τους ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ὡς ἡ ὕστατη αἱματηρή θυσία τους.

Ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου ἔγινε στίς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1981. Τότε ἑορτάστηκε καί γιά πρώτη φορά ἡ μνήμη τῶν Καρεωτῶν Ὁσιομαρτύρων καί ἔκτοτε καθιερώθηκε.

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες πού μαρτύρησαν ὑπό τῶν Λατινοφρόνων ἀποτελοῦν μιά συνέχεια στήν ἁλυσίδα τοῦ μαρτυρικοῦ καί ἀσκητικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὁμολογία καί μαρτυρία ὑπέρ τῆς πίστεως εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένα μέ τό μοναδικό ἀγγελικό πολίτευμα καί ἀποδεικνύουν τήν εἰλικρίνεια τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων καί τήν πιστότητα στήν Ὀρθοδοξία καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ θυσία τῶν Ὁσιομαρτύρων ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά τήν πορεία τῶν ἀνά τούς αἰῶνες μοναχῶν καί κυρίως τῶν Ἁγιορειτῶν, πού ὀφείλουν νά μή συμβιβαστοῦν ποτέ μέ ὁποιαδήποτε ἔκπτωση ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ἐάν θέλουν νά εἶναι πραγματικά συνεχιστές τῆς Παραδόσεώς τους.

Κοντάκιον τῶν Ὁσιομαρτύρων
Ἀνωνύμου μοναχοῦ. Ἦχος πλ.δ”. Τῇ “Ὑπερμάχῳ.

Λατινοφρόνων καθαιρέτας εὐφημήσωμεν, Κοσμᾶν τόν «Πρῶτον», Ὄρους Ἄθω τό προτείχισμα, πυρικαύστους τε Ζωγράφου Χριστοῦ ὁπλίτας, Βατοπαιδίου συνοδίαν τήν ἀήττητον, καί Ἰβήρων οὐρανόσθενον ὁμήγυριν· τούτοις κράζοντες· χαίρετε στῦλοι τῆς πίστεως.

ΠΗΓΗ

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: Χωρίς έργα αρετής δεν θα αποκτήσουμε ποτέ κοινωνία με τον Θεό.


(αποφθέγματα)
.Ο ακόλαστος δεν έχει ταπεινό νου και καθαρή καρδιά και τρώγει την τροφή των θηρίων και όχι των αγγέλων. Ο ταπεινός είναι εγκρατής και συνεσταλμένος, ο δε κενόδοξος είναι υπηρέτης της πορνείας.

.Αγάπησε την φτώχεια. Φρόντισε για την ψυχή σου, απομακρυνόμενος απ’ τους ανθρώπους. Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα, διότι είναι υπερήφανος όποιος στολίζεται με λαμπρά ενδύματα.

.Πολλοί, ενώ ήσαν ψυχικά άρρωστοι, εισήλθαν στην θάλασσα του κόσμου για να θεραπεύσουν τις ψυχές των άλλων και έχασαν και τις δικές τους ψυχές, γιατί έγιναν εμπαθείς και νεκροί ψυχικώς.

.Όπου κι αν πας έχε τον εαυτό σου ξένο και θ’αποφεύγεις την ζημία της παρρησίας. Σε κάθε περίσταση προσποιήσου ότι δεν γνωρίζεις τίποτε.

.Λάλησε σαν μαθητευόμενος και όχι σαν διδάσκαλος. Σε κάθε πράγμα νόμιζε ότι έχεις ανάγκη διδαχής και θα βρεθείς σοφός σ’ όλη σου τη ζωή.

.Μη διαβάζεις ποτέ βιβλία αιρετικών! Να διαβάζεις πάντοτε τα βιβλία των διδασκάλων της Εκκλησίας μας.

.Ευλόγα πάντοτε και μην καταράσαι! Διότι η ευλογία γεννά ευλογία, και η κατηγορία κατηγορία.

.Μην παραδόσεις σ’ άλλον εκείνο που δεν έμαθες στην πράξη.

.Όταν η Θεία Χάρη ανοίξει τα μάτια της ψυχής σου, τότε τρέχουν σαν βρύση τα δάκρυα, που είναι το πιο φανερό σημείο της Θείας επισκέψεως.

.Στο σπίτι σου να δέχεσαι μόνον τους ομοίους σου κατα τους τρόπους, τη γνώμη, το φρόνημα και την αρετή.

.Η έλλειψη τροφών οδηγεί τον άνθρωπο στην εγκράτεια και η αφθονία στην ακράτεια. Όποιος νικάει στον πόλεμο των αισθήσεων, μοιάζει μ’ εκείνον που κλείνει τις θύρες της πόλεως και πολεμάει μόνον τους εσωτερικούς εχθρούς.

.Εάν δεν αποθάνει ο έξω άνθρωπος απ’ όλα τα πράγματα του κόσμου και από την αμαρτία και από τις κακές ενθυμήσεις και τους πονηρούς λογισμούς, δεν θα κινηθεί στον άνθρωπο η γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.

.Μακάριος όποιος ησυχάζει και ασχολείται μόνο με την προσευχή και δεν ασχολείται με τίποτε άλλο.

.Όποιος απομακρύνθηκε τροπικά από τον κόσμο, βρήκε μέσα στην ψυχή του το μυστήριο της αιωνίου μακαριότητος και αξιώθηκε Θείας Χάριτος



Αββά Ισαάκ του Σύρου
από το βιβλίο: Πατερικά Θησαυρίσματα
εκδ.: Ορθόδοξη Κυψέλη

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

Περὶ ταπεινώσεως...!


Γέροντας Γερμανός Σταυροβουνιώτης:Περὶ ταπεινώσεως

Ὅποιος ἔχει τήν ταπείνωση μιμεῖται τόν ἴδιο τόν Χριστό. Οὐδέποτε παρεκτρέπεται, οὔτε κατακρίνει, οὔτε ὑπερηφανεύεται. Τίς ἐξουσίες ποτέ δέν τίς ἐπιθυμεῖ. Ἀποφεύγει τίς τιμές τῶν ἀνθρώπων. Δέν φιλονικεῖ γιά κανένα πράγμα τοῦ κόσμου τούτου!

Δέν ἔχει παρρησία, ὅταν ὁμιλῆ, καί δέχεται πάντοτε τίς συμβουλές τῶν ἄλλων.Ἀποφεύγει τά ὡραῖα ἐνδύματα, καί ἡ ἐξωτερική του ἐμφάνιση εἶναι ἁπλή καί ταπεινή.

Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπομένει ἀγόγγυστα ταπεινώσεις καί ἐξουδενώσεις, πάρα πολύ ὠφελεῖται. Γιά τοῦτο, ὄχι νά λυπῆσαι, ἀλλά ἀπεναντίας νά χαίρεσαι γι’ αὐτά, πού ὑποφέρεις. Κερδίζεις ἔτσι τήν πολύτιμη ταπείνωση, μέ τήν ὁποία σώζεσαι.

«Ἐταπεινώθην καί ἔσωσέ με (ὁ Κύριος)» (Ψαλμ. Ριδ΄ 6). Αὐτή τή ρήση πρέπει νά τήν ἔχωμεν πάντοτε κατά νοῦν.

Δέν ὠφελεῖ νά λυπῆσαι, ὅταν σέ κατηγοροῦν. Ἡ λύπη στίς περιπτώσεις αὐτές σημαίνει ὅτι ἔχεις κενοδοξία. Ἐκεῖνος, πού θέλει νά σωθῆ, ὠφείλει νά ἀγαπᾶ νά τόν καταφρονοῦν, διότι ἡ καταφρόνηση φέρνει τήν ταπείνωση. Καί ἡ ταπείνωση ἀπαλλάττει τόν ἄνθρωπο ἀπό πλῆθος πειρασμῶν.

Ποτέ σου μή ζηλέψης, μή φθονήσης, μή ἐπιθυμήσης δόξες, μή ποθήσης ἀξιώματα. Πάντα νά ἐπιδιώκης νά ζῆς στήν ἀφάνεια. Σέ συμφέρει νά μή σέ ξέρει ὁ κόσμος, γιατί ὁ κόσμος εἶναι πλάνος. Μέ τά κενόδοξά του λόγια καί τίς μάταιες παρακινήσεις του μᾶς πλανᾶ καί μᾶς βλάπτει πνευματικά.

Ὁ σκοπός εἶναι νά κατορθώσης νά ἀποκτήσης τήν ταπείνωση. Νά εἶσαι ὑποκάτω πάντων. Νά θεωρῆς πώς τίποτε δέν κάνεις ἄξιο γιά τή σωτηρία σου,ἀλλά νά παρακαλῆς τό Θεό νά σέ σώση μέ τήν εὐσπλαχνία του.

Ἡ ταπείνωση μαζί μέ τήν ὑπακοή καί τή νηστεία γεννοῦν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ,καί εἶναι αὐτός ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἡ ἀρχή τῆς ἀληθινῆς σοφίας.

Ὅτι πράττεις νά τό πράττης μέ ταπείνωση, γιά νά μή ζημιώνεσαι ἀπό τά καλά σου ἔργα.

Μή νομίζης ὅτι μόνο ὅποιος ἐργάζεται πολύ ἔχει τόν μισθό.

Ὅποιος ἔχει τήν προαίρεση νά κάνη τό καλό καί ἔχει συνάμα τήν ταπείνωση,αὐτός, ἔστω καί ἄν δέν μπορῆ νά φέρη εἰς πέρας πολλή ἐργασία, ἔστω καί ἄνδέν μάθη τέχνες, ὅμως δέν ἐμποδίζεται ἀπό τό νά σωθῆ.

Ἡ ταπείνωση κατορθώνεται μέ τήν αὐτομεμψία, μέ τό νά πιστεύης δηλαδή γιά τόν ἑαυτό σου ὅτι κανένα καλό οὐσιαστικά δέν ἔχεις. Ἀλίμονο σ’ ἐκεῖνον, πού νομίζει τίς ἁμαρτίες του μικρές. Αὐτός σίγουρα θά πέση σέ χειρότερες!

Αὐτός, πού ὑπομένει τίς ἐναντίον του κατηγορίες μέ ταπείνωση, πλησίασε τήν τελειότητα. Αὐτόν τόν θαυμάζουν ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι, γιατί καμμιά ἄλλη ἀρετή δέν εἶναι τόσο δυσκολοκατόρθωτη καί μεγάλη ὅσο ἡ ταπείνωση.

Ἡ πτωχεία, ἡ θλίψη καί ἡ καταφρόνηση εἶναι οἱ στέφανοι τοῦ μοναχοῦ. Ὅταν ὁ μοναχός ὑπομένη ἀγόγγυστα τίς ὕβρεις, τίς συκοφαντίες, τήν καταφρόνηση,ἀπαλλάττεται εὔκολα ἀπό τούς αἰσχρούς λογισμούς.

Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀξιέπαινο τό νά ἀναγνωρίζης τήν ἀδυναμία σου ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι τό γνῶθι σαὐτόν. «Κλαίω καί κατανύσσομαι», λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «ὅταν τό φῶς μοὶ λάμψη, καί ἴδω τήν πτωχείαν μου,καί γνῶ τό πῶς ὑπάρχω».

Ὅταν ἐννοήση κανείς τήν ψυχική του πτωχεία καί συνειδητοποιήση τό ποῦκαί σέ ποιό πράγματι ἐπίπεδο εὑρίσκεται, τότε, ὤ τότε! λάμπει μέσα στήν καρδία του τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, κι ἀρχίζει νά κλαίη. (Καί διηγούμενος αὐτά ὁ Γέροντας κατενύχθη καί ἄρχισε ὁ ἴδιος νά κλαίη).

Ἄν σοῦ πῆ ὁ ἄλλος «εἶσαι ἐγωιστής», νά μή σοῦ βαρυφαίνεται, οὔτε καί νά λυπῆσαι. Νά πῆς μέ τόν λογισμό σου «μπορεῖ νά εἶμαι καί νά μή τό καταλαβαίνω»! Ἐξ ἄλλου δέν πρέπει νά ἐξαρτώμεθα ἀπό τή γνώμη τῶν ἄλλων.

Ὁ καθένας ἄς κοιτάζη τή συνείδησή του καί τά λόγια τῶν ἐμπείρων καί γνωστικῶν του φίλων, πρό πάντων ὅμως ἄς ζητῆ τή γνώμη τοῦ πνευματικοῦ του. Καί μέ αὐτά τά δεδομένα ἄς ρυθμίζη τήν πνευματική του πορεία.

Μοῦ γράφεις πώς δέν τά καταφέρνεις στόν ἀγώνα σου. Ξέρεις ἀπό ποῦ προέρχεται αὐτό. Ἐπειδή δέν ἔχεις ταπείνωση πολλή. Νομίζης ὅτι μέ τήν ἰδική σου δύναμη θά κατορθώσης κάτι. Ἐνῶ, ὅταν ταπεινωθῆς καί πῆς «μέ τή δύναμη τοῦ Ἰησοῦ, μέ τή βοήθεια τῆς Παναγίας καί μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντά μου θά τό κατορθώσω ἐκεῖνο, πού θέλω», νά εἶσαι βέβαιος πώς θά τό κατορθώσης! Ἐγώ βέβαια δέν ἔχω τή δύναμη νά βάζω τέτοιες εὐχές, ἀλλά, ὅταν ἐσύ ταπεινωθῆς καί πῆς «μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντά μου θά τό κάνω», τότε, γιά τήν ταπείνωσή σου, ἐνεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί θά τό κατορθώσης!

Στόν «ταπεινό καί ἡσύχιον» ἐπιβλέπει ὁ Θεός (Ἡσ. ξστ΄ 2), ἀλλά, γιά νά ἔλθη ἡπραότης, ἡ ἡσυχία, ἡ ταπείνωση, ἀπαιτεῖται κόπος. Μά ἐκεῖνος ὁ κόπος πληρώνεται! Γιά νά ἀποκτήσης τήν ταπείνωση, κατά τή δική μου ἀντίληψη, δέν χρειάζονται τόσο, οὔτε οἱ πολλές μετάνοιες (γονυκλισίες), οὔτε οἱ πολλέςἐργασίες, ἀλλά πρό πάντων ὁ λογισμός σου νά κατεβῆ κάτω-κάτω, νά φθάση στό ἐπίπεδο τῆς γῆς! Τότε δέν ἔχεις φόβο νά πέσης, γιατί εἶσαι χαμηλά. Κι ἄνἀκόμη πέσης ἀπό τά χαμηλά, δέν θά πάθης τίποτε.

Τό κατ’ ἐμέ, ἄν καί βεβαίως, οὔτε πολλά διαβάζω, οὔτε καί κάνω τίποτε σπουδαῖο, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιό σύντομη ὁδός γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.Ὁ Ἀββᾶς Ἡσαΐας λέγει: «Ἔθισον τήν γλῶσσαν σου τοῦ λέγειν συγχώρησον, καίἡ ταπείνωσις ἐπελεύσεται ἐπί σέ». Μάθε τή γλώσσα σου νά λέγει, «συγχώρησέ με», κι ἄν ἀκόμη δέν τό λές μέ συναίσθηση, ὅμως λίγο λίγο θά συνηθίσης, ὄχι μόνο νά τό λέγης, ἀλλά καί νά τό νοιώθης μέσα σου!

Λέγουν οἱ Ἅγιοι ὅτι σύμφωνα μέ τήν καλή διάθεση, πού ἔχεις, πηγαίνοντας νά ζητήσης συγχώρηση, δηλαδή ἄν ἔχης ταπείνωση, θά φωτίση ἀνάλογα ὁ Θεός τόν ἄλλο, γιά νά ἐπιτευχθῆ ἡ ἐπιζητούμενη συνδιαλλαγή. Ὅταν λ.χ. συντριβῆς καί πῆς μέ τόν λογισμό σου, «φταίω καί δέν τό καταλαβαίνω», μετά λίγο λίγο θά πῆς ὅτι «πράγματι φταίω». Καί, ὅταν βάλης στόν λογισμό σου ὅτι πράγματι φταίεις, θά ἀλλάξη μετά καί ὁ ἄλλος διάθεση.

Νά ζητῆς μέ ἐπιμονή ἀπό τόν Θεό νά σοῦ δωρήση τό χάρισμα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτομεμψίας καί ταπείνωσης.

Στήν προσευχή σου νά παρακαλῆς νά σοῦ δώση ὁ Κύριος τό χάρισμα νά βλέπης τά δικά σου ἁμαρτήματα μόνο καί νά μή δίδης σημασία στάἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. «Δός μοι, Κύριε, τό ὁρᾶν τά ἐμὰ πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου», λέγει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος.

Ὁ ταπεινός θεωρεῖ τόν ἑαυτό του «ὑποκάτω πάντων». Γι’ αὐτό τόν λόγο ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ, ὅλους τοὺς συγχωρεῖ καί πρό πάντων κανένα δέν κατηγορεῖ.

ΠΗΓΗ

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Οι ανέσεις και η χριστιανική ζωή.


Μην προσκολλάσαι στην ματαιότητα της παρούσης ζωής.
Η αίσθηση της παροδικότητος βοηθάει πολύ στην αποκόλληση της ψυχής από τον μάταιο τούτο κόσμο.

«Οι μωροί και οι ανόητοι προτιμούν μάλλον την ενταύθα μικράν ανάπαυση παρά την βασιλείαν των ουρανών, μην γνωρίζοντες, ότι κάλλιον είναι να υποφέρη τις παιδεύσεις εις τον αγώνα παρά να αναπαύεται εις στρωμνήν βασιλικήν και να κατακριθή ως ράθυμος.

Υπόμεινον λοιπόν τον κόπον του αγώνος εις τον οποίον εισήλθες, ίνα λάβης παρά του Θεού τον στέφανον. Οι άγιοι εν θλίψεσι εδοκιμάσθησαν εις την αγάπην του Χριστού και όχι δι’αναπαύσεων».

Ώστε λοιπόν να παύσουμε να επιζητούμε τις ανέσεις, που μας προσφέρει ο πολιτισμός; Θα ερωτήσουν πιθανώς μερικοί. Όχι βέβαια, αλλά μέχρις εκεί που δεν γίνεται εμπόδιο στην πνευματική μας ζωή.

Οι ανέσεις σαν μία ανάγκη ψυχοσωματική του ανθρώπου αλλά και σαν δώρα και αυτά του Θεού μπορούν να αποβούν ωφέλιμες, εάν χρησιμοποιούνται με ένα πνεύμα εσωτερικής ελευθερίας και δεν καταντούν αυτοσκοπός.

Από τη στιγμή όμως που πάμε να αντικαταστήσουμε τον Σταυρό, το σύμβολο της θυσίας, με μία αναπαυτική πολυθρόνα φτιάχνοντας έτσι ένα βολικό Χριστιανισμό κομμένο και ραμμένο στις προτιμήσεις μας, βρισκόμαστε έξω από την γνήσια πνευματικότητα και την παράδοση των Αγίων Πατέρων μας. Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος πειρασμός των Χριστιανών της εποχής μας.

Εάν ο Χριστιανισμός σήμερα παρουσιάζεται τόσον χλωμός και χλιαρός, μήπως οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό στο πνεύμα της καλοπέρασης που μας έχει κυριεύσει;
Μία αλήθεια που πρέπει να μας προβληματίσει όσο πικρή κι αν φαίνεται.

Πατερικές Εμπειρίες
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Σελ.122
Εκδ. «ΖΩΗ»

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2018

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Σαν έρθει η στιγμή της Θείας Κοινωνίας.


Καί σάν ἔρθει ἡ στιγμή τῆς θείας Κοινωνίας καί πρόκειται νά πλησιάσεις τήν ἁγία Tράπεζα, πίστευε ἀκλόνητα πώς ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Xριστός, ὁ Bασιλιάς τῶν ὅλων. Ὅταν δεῖς τόν ἱερέα νά σοῦ προσφέρει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου, μή νομίσεις ὅτι ὁ ἱερέας τό κάνει αὐτό, ἀλλά πίστευε ὅτι τό χέρι πού ἁπλώνεται εἶναι τοῦ Xριστοῦ. Aὐτός πού λάμπρυνε μέ τήν παρουσία Tου τήν τράπεζα τοῦ Mυστικοῦ Δείπνου, Aὐτός καί τώρα διακοσμεῖ τήν Tράπεζα τῆς θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικά καί ἐξετάζει τοῦ καθενός τήν προαίρεση καί παρατηρεῖ ποιός πλησιάζει μέ εὐλάβεια ταιριαστή στό ἅγιο Mυστήριο, ποιός μέ πονηρή συνείδηση, μέ σκέψεις βρωμερές καί ἀκάθαρτες, μέ πράξεις μολυσμένες. Ἀναλογίσου, λοιπόν, κι ἐσύ ποιό ἐλάττωμά σου διόρθωσες, ποιάν ἀρετή κατόρθωσες, ποιάν ἁμαρτία ἔσβησες μέ τήν ἐξομολόγηση, σέ τί ἔγινες καλύτερος. Ἄν ἡ συνείδησή σου σέ πληροφορεῖ ὅτι φρόντισες ἀρκετά γιά τήν ἐπούλωση τῶν ψυχικῶν σου τραυμάτων, ἄν ἔκανες κάτι περισσότερο ἀπό τή νηστεία, κοινώνησε μέ φόβο Θεοῦ. Ἀλλιῶς, μεῖνε μακριά ἀπό τά ἄχραντα Mυστήρια. Καί ὅταν καθαριστεῖς ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες σου, τότε νά πλησιάσεις.

Nά προσέρχεστε, λοιπόν, στή θεία Κοινωνία μέ φόβο καί τρόμο, μέ συνείδηση καθαρή, μέ νηστεία καί προσευχή. Xωρίς νά θορυβεῖτε, χωρίς νά ποδοπατᾶτε καί νά σπρώχνετε τούς διπλανούς σας. Γιατί αὐτό ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη τρέλα καί τή χειρότερη περιφρόνηση τῶν θείων Mυστηρίων.

Πές μου, ἄνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σέ πιέζει τάχα ἡ ἀνάγκη νά κάνεις τίς δουλειές σου; Καί σοῦ περνάει ἄραγε, τήν ὥρα πού πᾶς νά κοινωνήσεις, ἡ σκέψη ὅτι ἔχεις δουλειές; Ἔχεις μήπως τήν αἴσθηση ὅτι εἶσαι πάνω στή γῆ; Nομίζεις ὅτι βρίσκεσαι μαζί μέ ἀνθρώπους καί ὄχι μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων; Mά κάτι τέτοιο εἶναι δεῖγμα πέτρινης καρδιᾶς...


ΠΗΓΗ

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Η Μετάνοια κατά τον Άγιον Γρηγόριο τον Παλαμά.


Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι, όπως γνωρίζουμε όλοι, ένας μεγάλος φωστήρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο οποίος επέτυχε με την όλην θεολογίαν του, πού είναι καρπός της εν Χριστώ βιοτής του, να αναβιώση στην εποχήν του η Ορθόδοξος θεολογία εις όλον το βάθος της. Λέγεται εις το Άγιον Όρος ότι η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εκάλυψε όλα τα κενά και του παρελθόντος και του μέλλοντος. Ο Αγιορείτης Άγιος αρχίζει την αθωνική βιοτή του από την μονή της μετανοίας μας, την Μεγίστην Μονή του Βατοπαιδίου, διδαχθείς την νοερά εργασία και ασκητική ζωή από τον Βατοπαιδινό Άγιο Νικόδημο τον Ησυχαστή. Πεφωτισμένος ο Άγιος Γρηγόριος από τις άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, απέκτησε πνευματικήν σοφία και έγινε τέλειος διδάσκαλος των αρετών και της κατά Θεόν ζωής.
Ακολουθώντας την γνησίαν πατερική παράδοσι δεν αποδέχτηκε την ηθικιστική θεώρησι της πνευματικής ζωής, πού προσπάθησαν μερικοί να φέρουν από την Δύσι και να προβάλουν στον χώρο των Ορθοδόξων.

Σε ολόκληρη την πατερική παράδοσι τονίζεται ότι η μετάνοια δεν εξαντλείται σε ορισμένες αντικειμενικές βελτιώσεις της συμπεριφοράς ούτε σε τύπους και σχήματα εξωτερικά, αλλά αναφέρεται σε μια βαθύτερη και καθολικότερη αλλαγή του ανθρώπου. Δεν είναι μία παροδική συντριβή από την συναίσθησι διαπράξεως κάποιας αμαρτίας, αλλά μία μόνιμη πνευματική κατάστασι, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνσι του ανθρώπου προς τον Θεό, και συνεχή διάθεσι για ανόρθωσι, θεραπεία και ανάληψι του πνευματικού αγώνα. Μετάνοια είναι το νέο φρόνημα, η νέα σωστή πνευματική κατεύθυνσι, πού πρέπει να συνοδεύη τον άνθρωπο μέχρι την στιγμή του θανάτου. Μετάνοια είναι η δυναμική μετάβασι από την παρά φύσι κατάστασι των παθών και της αμαρτίας στην περιοχή της αρετής και του κατά φύσι, είναι η τελεία αποστροφή της αμαρτίας και η πορεία επιστροφής στον Θεό.


Την αλήθεια αυτή επισημαίνει κατ΄ επανάληψι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Μετάνοια, λέγει, εστί το μισήσαι την αμαρτίαν και αγαπήσαι την αρετήν και εκκλίναι από του κακού και ποιήσαι το αγαθόν». Από τον ορισμό αυτό φαίνεται σαφώς ότι ο Ιερός πατήρ δεν μπορεί να δη την μετάνοια ως τυπική και μηχανική αλλαγή, αφού την προσδιορίζει η οντολογική ανακαίνισι του ανθρώπου. Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το γεγονός της μετανοίας δεν είναι δυνατό να αντικειμενοποιήται στις διαστάσεις μιας απρόσωπης συνταγής η τακτικής, αλλά παραμένει πάντοτε ενδεχόμενο προσωπικής αποκαλύψεως. «Ο μετανοών άνθρωπος εκ ψυχής τη μεν αγαθή προθέσει και τω της αμαρτίας εκστήναι φθάνει προς τον Θεόν» (Ομιλία 3η P.G. 151, 44Β).

Αυτός ο προσωπικός χαρακτήρας της μετανοίας αποκλείει για τον Παλαμά και γενικώς για Ολους τους Αγίους Πατέρες κάθε ευσεβιστική χροιά, πού θέλησε να δώση στην μετάνοια, και κατά συνέπεια, στην όλη πνευματική ζωή, η Δύσι. «Ου γαρ εν ρήμασιν ημών, αλλ’ εν πράγμασιν η ευσέβεια», τονίζει ο ιερός Ησυχαστής (Προς Φιλόθεον 6, Συγγράμματα Β’, σελ. 521).

Αλλά αφού η μετάνοια είναι αρχή και τέλος της κατά Χριστόν πολιτείας, και αφού είναι σκοπός αυτής της ζωής, είναι επόμενο όλα να θεωρούνται από αυτήν και να παίρνουν αξία η απαξία σε σχέσι με αυτήν. Και αυτή ακόμη «η πίστις ωφελεί, εάν κατά συνείδησιν πολιτεύηταί τις και ανακαθαίρει εαυτόν δι΄εξομολογήσεως και μετανοίας» (Ομιλία 30, P.G. 151,185Α). Αυτό άλλωστε δίνεται ως υπόσχεσι και συμφωνία κατά την στιγμή του Αγίου Βαπτίσματος.
Ένα βασικό στάδιο, πού προηγείται από την μετάνοια, είναι η επίγνωσι και η συναίσθησι των αμαρτημάτων, «ήτις μεγάλη εστίν προς ιλασμόν αφορμή» αναφέρει ο Άγιος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (Ομιλία 28, P.G. 151, 361C). Ο άνθρωπος, κατά τον Παλαμάν, για να έλθη σε μετάνοια, φθάνει προηγουμένως σε επίγνωσι «τών οικείων πλημμελημάτων» και μεταμελείται μπροστά στο Θεό, στον οποίον καταφεύγει «έν συντετριμμένη καρδία». Αφήνει τον εαυτό του στο πέλαγος της ευσπλαχνίας Εκείνου και πιστεύει, όπως ο άσωτος, ότι είναι ανάξιος να ελεηθή από τον Θεό και να ονομάζεται υιός του. Και όταν με την επίγνωσι και την συναίσθησι της αμαρτωλότητος έλκυση επάνω του το έλεος του Θεού, παίρνει τελείαν την άφεσιν με την αυτομεμψία και την εξομολόγησι.

Θέλοντας ο Θεόσοφος Πατήρ να προσδιορίση όλα τα στάδια της μετανοίας, λέγει χαρακτηριστικά τα έξης: «Τη γαρ επιγνώσει των οικείων αμαρτημάτων έπεται η οικεία κατάγνωσις· ταύτη δε η επί τοις αμαρτήμασι λύπη, ην ο Παύλος κατά Θεόν προσηγόρευσε. Τη δε κατά Θεόν λύπη ταύτη πέφυκεν ακολουθείν η μετά συντετριμμένης καρδίας προς τον Θεόν εξαγόρευσις τε και δέησις, και η υπόσχεσις της εις το έξης των κακών αποχής και τοϋτό έστιν η μετάνοια».



Η μετάνοια ως νέα κατάστασις στη ζωή του ανθρώπου, συνοδεύεται από ορισμένες συνέπειες πού η βιβλική και πατερική γλώσσα τις ονομάζει «καρπούς μετανοίας». Ως πρώτον καρπόν μετανοίας ο ιερός πατήρ προβάλλει την εξομολόγησι, αφού με αυτή κερδίζεται η θεραπεία και η κάθαρσι της ψυχής του πιστού και εγκαινιάζεται η καινούργια ζωή: «Η των αμαρτιών ουν εξομολόγησις αρχή εστι της καλλιέργειας ταύτης, ταυτόν ο’ ειπείν της μετανοίας και της ετοιμασίας του δέξασθαί τινα εν εαυτώ τον σωτήριον σπόρον, τον λόγον του Θεού» (Σοφοκλέους Οικονόμου, Ομιλία ΝΣΤ’, σελ. 201-202).

Η εξομολόγησι όμως δεν είναι ο μόνος καρπός της μετανοίας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος καλώντας με το κήρυγμα του τους ανθρώπους σε μετάνοια, εκτός από την εξομολόγησι τους παρακινούσε σε ελεημοσύνη, δικαιοσύνη, μετριοφροσύνη, αγάπη και αλήθεια, πού είναι γνωρίσματα της ανακαινιστικής δυνάμεως της αληθείας.

Ο Ιερός Αγιορείτης Ιεράρχης είς την 23η ομιλία του τονίζει ότι «η μετάνοια, είπερ αληθώς εκ καρδίας εστίν, αναπείθει τον κεκτημένον μηκέτι προσκεχηκέναι τοις φθειρομένοις, μηκέτι προσκεχηκέναι ταις ου καλαίς ηδοναίς, αλλά καταφρονείν των παρόντων, αντέχεσθαι των μελλόντων, αγωνίζεσθαι κατά παθών, αντιποιείσθαι των αρετών, εγκρατεύεσθαι πάντα, επαγρυπνείν ταις προς Θεόν δεήσεσιν, απέχεσθαι του εξ αδικίας κέρδους, ίλεων είναι τοις αυτώ πταίουσι, τοις ικετεύουσιν ευμενή, τοις δεομένοις της παρ’ αυτού βοηθείας, οις έχει λόγους έργοις, αναλώμασιν ετοιμότατον» (Ομιλία 23, P.G. 151,364 BC). Δηλαδή ο άνθρωπος πού ζη αληθινά την μετάνοια δεν ξαναγυρίζει στις πρώτες αμαρτίες, ούτε προσκολλάται σε πρόσωπα και πράγματα της φθοράς, ούτε προσχωρεί στις αμφίβολες ηδονές, αλλά καταφρονεί τα παρόντα, προσβλέπει στα μέλλοντα, αγωνίζεται κατά των παθών, επιδιώκει τις αρετές, άγρυπνε! στην προσευχή, απέχει από άδικα κέρδη, είναι επιεικής σε όσους πταίουν εναντίον του, εύσπλαχνος σε αυτούς πού τον προκαλούν και έτοιμος να βοηθήση με λόγους, με έργα και με θυσίες ακόμη αυτούς πού έχουν την ανάγκη του. Και όταν προτρέπη ο οσιώτατος πατήρ τους χριστιανούς να αποκτήσουν έργα μετανοίας, υπογραμμίζει κυρίως το ταπεινό φρόνημα, την κατάνυξι και το πνευματικό πένθος. 

Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα γνωρίσματα του χριστιανού εκείνου πού ζη την μετάνοια, λέει ότι είναι γαλήνιος και ήρεμος, γεμάτος έλεος και συμπάθεια προς τους άλλους, ποθεί την δικαιοσύνη, επιζητεί την καθαρότητα, έχει ειρήνη αλλά και φέρνει την ειρήνη, υπομένει καρτερικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες και νιώθει χαρά και ευχαρίστησι στους διωγμούς, τις ύβρεις, τις συκοφαντίες, τις απώλειες και όσα άλλα πάσχει για την αλήθεια και την δικαιοσύνη (Ομιλία 31, P.G. 151, 392C, Φυσικά Θεολογικά).

Η πορεία της ανορθώσεως με την μετάνοια, της απομακρύνσεως από την δουλεία των παθών και της ασκήσεως για την εργασία των θείων εντολών είναι πορεία των αγίων και θεουμένων υπάρξεων. Και από αυτήν την αλήθεια ξεκινώντας ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τονίζει τα εξής: «Εάν κάθε χριστιανός δεν ημπορεί να φθάση τους Αγίους και τα μεγάλα και θαυμαστά επιτεύγματα πού χαρακτηρίζουν την ζωή τους και είναι εξ ολοκλήρου αμίμητα, μπορεί όμως και πρέπει να μοιάση και να τους ακολουθήση στην πορεία της ζωής τους προς την μετάνοια. Και αυτό, γιατί καθημερινά «πολλά πταίομεν άκοντες» και μοναδική ελπίδα σωτηρίας για όλους μας παραμένει η ανάνηψι και η βίωσι, κατά τον Άγιον Γρηγόριον, της «διηνεκούς μετανοίας» (Ομιλία 28, RG. 151.361C).

Το πένθος ως ασκητική προϋπόθεση

Βασική προϋπόθεσι εξόδου από τα δεσμά των παθών, αλλά και ταυτοχρόνως αρχή και πηγή μετανοίας είναι το κατά Θεόν πένθος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μέσα στα κείμενα του πολύ συχνά αναφέρεται στο κατά Θεόν πένθος και στην οδυνηρή αλλά και ευφρόσυνη κατάστασι, από την όποια χρειάζεται να περάση ο χριστιανός, πού επιθυμεί να ζήση την αληθινή ζωή. Γι΄ αυτό και δεν διστάζει να χαρακτηρίση την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ως κατ’ εξοχήν περίοδο πένθους και αγώνα πνευματικού, ως σύμβουλο του παρόντος αιώνος και ως προϋπόθεσι αναστάσεως για την ζωή του κάθε πιστού.




Ο Άγιος Παλαμάς πού βιώνοντας το κατά Θεόν πένθος άφηνε τους εκ βάθους στεναγμούς «φώτισαν μου το σκότος», πολύ δικαιολογημένα δεν μπορεί να δη το πέρασμα του άνθρωπου από τη ζωή της αμαρτίας στην «όντως ζωή» χωρίς το πένθος και την μετάνοια. Όταν ο νους, λέει, απελευθερωμένος από κάθε αισθητό πράγμα, ανεβή πάνω από τον κατακλυσμό της τύρβης για τα γήινα πράγματα και μπορέσει να δη τον έσω άνθρωπο, αφού συνειδητοποίηση κατά την δική του έκφρασι «το ειδεχθές προσωπείον», πού απέκτησε η ψυχή από την περιπλάνησί της στα γήινα, τότε σπεύδει να αποπλύνη τον ρύπο της με δάκρυα πένθους (Λόγος εις Πέτρον Αθωνίτην, P.G. 150). Όσο απομακρύνεται ο άνθρωπος από τις βιοτικές μέριμνες και επιστρέφει στον εαυτό του, τόσο περισσότερο γίνεται δεκτικός του θείου ελέους. Ο Χριστός μας εμακάρισε αυτούς πού πενθούν για τις αμαρτίες τους και για την απώλεια της σωτηρίας τους πού έ’χει ως αιτία την αμαρτία. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος για τον οποίον το πένθος αυτό ονομάζεται μακάριο.

Το πένθος, ενώ αποτελεί σύμφωνα με την πατερική και ασκητική παράδοσι, καρπό του Θεού, προϋποθέτει όμως και την συνεργία του άνθρωπου, πού χρειάζεται την ταπείνωσι, την αυτομεμψία, την κακοπάθεια, την νηστεία, την αγρυπνία, και κυρίως την προσευχή. Και αυτή η αμέλεια του άνθρωπου, στο να εργάζεται τις αρετές και να αγωνίζεται να επιτύχη το κατά Θεόν πένθος, ενισχύεται από την εμπειρία του ησυχασμού, πού μαρτυρεί ότι το πένθος αυτό δεν προξενεί νοσηρότητα και απελπισία, αλλά δημιουργεί στον άνθρωπο τις προϋποθέσεις για να νιώση πνευματική θυμηδία, παράκλησι και κατά τον Παλαμά «παροχή γλυκείας ιλαρότητος» (Προς Ξένην, P.G. 150). Και όταν βοηθήση τον νου να σηκώση το κάλυμμα των παθών, τον εισάγει αθόρυβα στα αληθινά ταμεία της ψυχής και τον εθίζει στην «εν κρύπτω» προς τον Πατέρα προσευχή.

Υπάρχουν πολλές αιτίες για τις όποιες πρέπει να πενθή ο πιστός. Όπως οι μαθηταί του Κυρίου ελυπούντο για την στέρησι του «όντως αγαθού διδασκάλου Χρίστου», έτσι και σε μας πού δοκιμάζομε την ίδια στέρησι και απουσία του Χρίστου από την ζωή μας, πρέπει να ενυπάρχη και να καλλιεργήται η ίδια λύπη (Ομιλία 29, P.G. 151). Υπάρχει όμως και άλλη αιτία για πένθος· είναι η έκπτωσι από τον χώρο της αληθείας του παραδείσου, στον χώρο του πόνου και των παθών. Είναι τόση η οδύνη αυτής της πτώσεως, διότι κρύβει όλο το δράμα της απομακρύνσεως από τον Θεό, την στέρησι της «πρόσωπον προς πρόσωπον» συνομιλίας με εκείνο, της αϊδίου ζωής και συνδοξολογίας με τους αγγέλους. Ποιος είναι αυτός πού έχει συνειδητοποιήσει την στέρησι όλων αυτών και δεν πενθεί; ερωτά ο Ιερός πατήρ. Και προτρέπει όλους τους πιστούς πού ζουν εν «ειδήσει της τοιαύτης στερήσεως» να πενθήσουν και να αποπλύνουν με το κατά Θεόν πένθος «τους εξ αμαρτίας μολυσμούς» (Ομιλία 29, P.G. 151). Η προτροπή αύτη του Αγίου Γρηγορίου είναι απολύτως εναρμονισμένη με την προτροπή και το βίωμα της εκκλησίας, πού με την υμνολογία της Κυριακής της Τυροφάγου καλεί τους χριστιανούς την παραμονή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να θυμηθούν την απομάκρυνσι από τον χαμένο παράδεισο και να πενθήσουν για την απώλεια αυτή.

Το πένθος είναι κατά τον ασκητικώτατον της Θεσσαλονίκης Ιεράρχην η πιο φυσική και αυθόρμητη εκδήλωσι της τραυματισμένης από την αμαρτία ψυχής, πού έρχεται σε μετάνοια. Ο Άγιος χρησιμοποιεί μία θαυμάσια παρομοίωσι για να κατάδειξη ότι τα τραύματα του άνθρωπου είναι εκείνα πού προκαλούν τον πόνο και όχι αυτό καθεαυτό το γεγονός της μετανοίας πού μόνο χαρά και παράκλησι δίνει στην ψυχή. Όπως σε κάποιον, λέει, πού είναι τραυματισμένη η γλώσσα του, φαίνεται δηκτικό το μέλι και για να νιώση την γλυκύτητα του χρειάζεται να θεραπευθούν τα τραύματα, το ίδιο συμβαίνει και με τον φόβο του Θεού- στις ψυχές πού γεννιέται μόλις νιώσουν το ευαγγελικό κήρυγμα, προξενεί λύπη, επειδή περιβάλλονται ακόμη από τα τραύματα των αμαρτιών μόλις όμως τα αποβάλουν με την μετάνοια, νιώθουν την ευαγγελική χαρά (Ομιλία 29, P.G. 151, 369Β). Γι΄ αυτό άλλωστε και το κατά Θεόν πένθος ονομάζεται και «χαροποιό».




Εμβαθύνοντας ο Παλαμάς στον δεύτερο κυριακό μακαρισμό, πού αναφέρεται στο πένθος, αιτιολογεί το ότι ο Χριστός τοποθετεί τον μακαρισμό αυτόν ακριβώς μετά από εκείνο της πνευματικής πτώχειας, από το γεγονός ότι το πένθος συνυπάρχει με την πνευματική πτωχεία.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του άνθρωπου πού πενθεί κατά Θεόν είναι η άρνησι να μετάθεση η να επιρρίψη σε άλλους την οποιαδήποτε ευθύνη για τις αμαρτίες του. Είναι βασική αρχή πού προβάλλει ο Παλαμάς, όταν μιλά για το κατά Θεόν πένθος, το να τύπτωμε τον ίδιο τον εαυτό μας για τις αμαρτίες μας και να αποφεύγωμε την μετάθεσι της ευθύνης στους άλλους (Ομιλία 29, P.G. 151,369C). Αύτη άλλωστε η μετάθεσι της ευθύνης για την αθέτησι της εντολής του Θεού από τον Αδάμ και την Εύα εστέρησε από αυτούς το σωτήριο πένθος της μετανοίας (Γεν. 3,12-13). Διότι αφού ο άνθρωπος επλάσθηκε από τον Θεό αυτεξούσιος και έλαβε κατά τον Παλαμά «αυτοκρατορικόν αξίωμα κατά των παθών ένδον το ηγεμονικόν της ψυχής» και «ουκ έχει όλως τον κατακρατούντα και βιαζόμενον» (Ομιλία 29, P.G. 151, 369C), με την αυτομεμψίαν και την κατά Θεόν λύπην θα μπορούσε να είχε κερδίση αυτό πού έχασε με την άρνησι αναλήψεως της ευθύνης για το αμάρτημα του. Γι΄ αυτόν τον λόγο ο θείος Γρηγόριος, προσπαθώντας να δώση ένα ορισμόν του πένθους λέει «τούτο τοίνυν εστίν η κατά Θεόν και σωτήριος λύπη, το ημάς αυτούς αιτιάσθαι, και μηδένα των απάντων έτερον, εφ΄ οις αυτοί πράττομεν πλημμελώς, και λυπείσθαι καθ’ εαυτών και δι΄ εξομολογήσεως των ημών ημαρτημένων και της επί τούτοις λυπηράς κατανύξεως τον Θεόν εξιλάσκεσθαι» (Ομιλία 29, P.G. 151, 369C).

Η αυτομεμψία είναι κατάστασι αναπόσπαστη για την ψυχή, στην οποία υπάρχει ταπείνωσι. Αρχικά την οδηγεί στον φόβο της κολάσεως. Φέρει στην φαντασία τις φρικτές τιμωρίες, όπως ο Κύριος τις περιγράφει στο Ευαγγέλιο, πού γίνονται φρικωδέστερες από την αιώνια διάστασι πού αποκτούν. Έτσι, ο άνθρωπος πού πενθεί εδώ τις αμαρτίες του και μέμφεται γι΄ αυτές τον εαυτόν του, αποφεύγει το ανωφελές, απαράκλητο και χωρίς τέλος πένθος, το όποιο γεννάται σε όσους τιμωρημένους έρχονται σε επίγνωσι των αμαρτιών τους. Εκεί, χωρίς καμμιά ελπίδα απαλλαγής και σωτηρίας, αυξάνεται η οδύνη του πένθους από τον αθέλητο έλεγχο της συνειδήσεως. Και αυτό το μόνιμο και διαρκές πένθος, επειδή δεν γνωρίζει τέλος, γίνεται αιτία άλλου πένθους και φοβερού σκότους και καύσωνα χωρίς δροσισμό, πού οδηγεί σε ανέκφραστο βυθό αθυμίας (Προς Ξένην, P.G. 150,1076D-1077A). Σε αντίθεσι με τον Αδάμ και την Εύα αναφέρει ο Παλαμάς τον Λάμεχ ως παράδειγμα ανθρώπου, πού ήλθε σε αυτομεμψία και κατάνυξι για τις αμαρτίες του (Ομιλία 29, P.G. 151, 369D).

Ιδιαιτέρως δε πρέπει να τονισθή ότι η άσκησι μέσα στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοσι είναι απόλυτα συνυφασμένη με το πένθος. Την οδύνη της πτώσεως και την χαρά της αναστάσεως τις ζη ο μοναχός με το χαροποιόν πένθος. Με την σωματική πτώχεια και ταπείνωσι, πού είναι η πείνα, η δίψα, η κακουχία και η κακοπάθεια του σώματος, μέσα με τα οποία έλλογα συστέλλονται οι αισθήσεις του σώματος, όχι μόνο γεννιέται το πένθος αλλά αναβλύζουν και δάκρυα. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίδει σαφή εξήγησι γι΄ αυτή την πνευματική κατάστασι στην επιστολή του προς την μοναχή Ξένη. Όπως, λέγει, από την σωματική άνεση, την ανάπαυσι και την τρυφή, γεννώνται η αναλγησία, η πώρωσι και η σκληροκαρδία, έτσι από την ανήδονη, την λιτή και με εγκράτεια λαμβανόμενη τροφή, προκαλούνται η συντριβή της καρδιάς και η κατάνυξι. Με αυτά αποτρέπονται οι ενέργειες της κακίας και παρέχεται στην ψυχή άφατη και γλυκύτατη ιλαρότητα. Χωρίς την συντριβή της καρδιάς είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από τα πάθη. Η δε καρδιά δεν έρχεται σε συντριβή παρά μόνο με την εγκράτεια του ύπνου, της τροφής και των σωματικών ανέσεων. Όταν με την συντριβή απαλλαγή η ψυχή από τα πάθη και την πικρότητα της αμαρτίας, τότε δέχεται την πνευματική θυμηδία (Προς Ξένην, P.G. 151,1076BC). Αυτή άλλωστε είναι και η παράκλησι για την οποία ο Κύριος μακαρίζει τους πενθούντας. Έτσι μόνο εξηγείται το ότι η μεταβολή της λύπης σε χαρά, για την οποία μίλησε ο Χριστός στους μαθητές του, γίνεται βίωμα από το οποίο ο μοναχός αποκτά καθημερινή εμπειρία. Το πένθος γίνεται χαροποιό και μακάριο, διότι κυρίως καρποφορεί μέσα στον άνθρωπο τον αρραβώνα της αιωνίας χαράς.

Η αυτομεμψία και η συναίσθησι της αμαρτωλότητος είναι οι καταστάσεις πού προετοιμάζουν στην ψυχή το πένθος. Για πολύ καιρό, λέγει ο ιερός πατήρ, σαν ένα νοητό βάρος πάνω από το λογιστικό μέρος της ψυχής, το πιέζουν και το συνθλίβουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποστάξη ο σωτήριος οίνος πού «ευφραίνει καρδίαν άνθρωπου». Ο οίνος αυτός είναι η κατάνυξι, η οποία χάρι στο πένθος, μαζί με το ενεργητικό μέρος της ψυχής συνθλίβει και το παθητικό- και αφού την απαλλάξη από το σκοτεινό βάρος των παθών, την γεμίζει με την μακάρια χαρά (Προς Ξένην, P.G. 150, 1077Β).




Όσο οδυνηρό όμως είναι το πένθος στα πρώτα του στάδια, διότι συνυπάρχει με τον φόβο του Θεού, τόσο αργότερα με την πάροδο του χρόνου και την πνευματική προκοπή της ψυχής γίνεται χαροποιό, διότι βλέπει κανείς αληθινά μακάριους και γλυκούς καρπούς. Όσο χρονίζει το πένθος στην ψυχή, τόσο η αγάπη για τον Θεό αυξάνεται και με ακατάληπτο τρόπο ενώνεται μαζί της. Όταν δε η ψυχή βιώνει βαθιά το πένθος, γεύεται την παρηγοριά της χρηστότητος του Παρακλήτου. Αυτή είναι για την ψυχή τόσο ιερά, γλυκιά και μυστική εμπειρία, ώστε εκείνοι πού δεν απόκτησαν προσωπική γεύσι από αυτή, να μη την υποψιάζωνται καθόλου (Προς Ξένην, P.G. 150, 1077Β).

Μία θεμελιακή άποψι στην θεολογία του πένθους είναι ότι δεν συμμετέχει σ’ αυτό μόνο η ψυχή, αλλά και το σώμα. Και η «παράκλησις» για την οποία εμακάρισε ο Κύριος τους πενθούντας, είναι καρπός, τον όποιον δέχεται όχι μόνον η ψυχή, αλλά όπως τονίζει ο Παλαμάς «και το σώμα μεταλαμβάνει πολυτρόπως» (Υπέρ ησυχαζόντων 1, 3, 33). Εναργέστατη απόδειξι γι΄ αυτήν την πραγματικότητα αναφέρει «το κατώδυνον εφ΄ αμαρτήμασι πενθούσι δάκρυον» (Υπέρ ησυχαζόντων).

Καρπός ακόμη του κατά Θεόν πένθους, είναι και η σταθεροποίησι του άνθρωπου στην αρετή, μια και, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «η κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν αάμεταμέλητον απεργάζεται εις την ψυχήν προς σωτηρίαν» (Β’ Κορ. 7.10), διότι κατά τον Παλαμά μπορεί ο άνθρωπος να πτώχευση κατά Θεόν και να ταπεινωθή πνευματικά, αν όμως δεν προσλάβη και το πένθος, εύκολα μεταβάλλεται η διάθεσί του- μπορεί να ξαναγυρίση στις άτοπες και αμαρτωλές πράξεις, πού άφησε, και να ξαναγίνη παραβάτης των εντολών του Θεού, αφού πάλι θα φούντωση μέσα του η επιθυμία και ο πόθος για την αμαρτωλή ζωή. Αν όμως παραμείνη στην πτώχεια, πού εμακάρισε ο Κύριος, και καλλιεργήση μέσα του το πνευματικό πένθος, τότε σταθεροποιείται και ασφαλίζεται στην πνευματική ζωή, διώχνοντας έ’τσι τον κίνδυνο να επιστρέψη εκεί, από όπου ξεκίνησε (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C).

Η ωφέλεια όμως από το πένθος δεν περιορίζεται μόνο στο ότι ο άνθρωπος γίνεται σχεδόν ακίνητος προς το κακό, αλλά κατά τον Άγιον Γρηγόριον, εξαλείφει εντελώς και τις προηγούμενες αμαρτίες του, όταν βέβαια έχει ως κατάληξι το μυστήριο της μετανοίας. Διότι αφού ο άνθρωπος πενθεί κυρίως γι΄ αυτές, ο Θεός τις καταλογίζει ως ακούσιες· ο Άγιος χαρακτηριστικά λέγει ότι «τα ακούσια ουχ υπεύθυνα» (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C).

Έτσι το κατά Θεόν πένθος δεν εφελκύει μόνο την παράκλησι και την παρά Θεού συγχώρησι προσφέροντας τον αρραβώνα της αιωνίου ευφροσύνης, αλλά ταυτόχρονα προφυλάσσει τις αρετές πού έχει η ψυχή, αφού κατά τον Άγιον Γρηγόριον η ψυχή πού έμαθε να πενθή γίνεται δυσκίνητη προς το κακό (Προς Ξένην, P.G. 150,1085D).

Τέλος ο αγιορείτης Ησυχαστής και των Θεσσαλονικέων Ιεράρχης, στην περί παθών και αρετών πραγματεία του, πού στη μεγαλύτερη της έκτασι είναι αφιερωμένη στο πένθος, χρησιμοποιεί ένα πολύ εκφραστικό παράδειγμα για να κατάδειξη την πορεία του άνθρωπου στο πένθος. Παρομοιάζει την αρχή του πένθους με την επιστροφή του άσωτου υίοϋ· γι΄ αυτό και γεμίζει κατήφεια τον πενθούντα και τον οδηγεί στην επανάληψι των λόγων εκείνου: «πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου». Αλλά και το τέλος του, πάλι, το εικονίζει με την προϋπόθεσι και το άνοιγμα της αγκάλης του Θεού Πατρός «εν η τω πλούτω της ανεικάστου πτώχειας εντυχών, και πολλής χαράς και παρρησίας δι΄ αυτήν ο υϊός επιτυχών, εφιλείτο τε και αντεφίλει, και συνεισελθών, συνεστιάτο τω Πατρί, της ουρανίου συναπολαύων ευφροσύνης» (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C). Γι΄ αυτό και ο όρος «χαρμολύπη» πού χρησιμοποιούν συνήθως οι ασκητές για να εκφράσουν το βίωμα της εσχατολογικής υπερβάσεως του πόνου, είναι ίσως το πιο εκφραστικό σύμβολο ολόκληρης της ασκητικής ζωής τους, ζωής κυρίως δακρύων και πένθους (Βλέπε Γ. Μαντζαρίδου «Η περί θεώσεως διδασκαλία» στα Παλαμικά 1973, σελ. 215).

Σ΄ αυτήν την συνοπτική και μπορεί να πη κανείς πρόχειρη παρουσίασι των θέσεων του Παλαμά περί μετανοίας βλέπουμε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ως κατ΄ εξοχήν άνθρωπος της εσωτερικής ζωής ενδιεφέρετο όχι απλώς να διορθώνουμε εξωτερικά τα κακώς κείμενα, αλλά να μετανοούμεν εσωτερικά, πενθούντες και κλαίοντες. Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν ο ίδιος άνθρωπος της μετανοίας, αλλά και αληθινός κήρυκας της μετανοίας.

ΠΗΓΗ

Τρίτη 1 Μαΐου 2018

Για να θυμούνται οι παλαιότεροι Ποιμένες και να μαθαίνουν οι νεώτεροι!



(Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τὸν Μ. Ἀθανάσιον, Ἔργα 6 (Λόγοι), Ἐκδ. “Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, σ. 51).

φοῦ ὅμως ἡ ἀνάρρησις τοῦ Ἀθανασίου εἰς τὸν θρόνον γίνεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅμοια ἀσκεῖ καὶ τὴν ἀρχήν. Δὲν παίρνει τὸν θρόνον εἰς τὴν κατοχήν του, ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἁρπάζουν μίαν ἐξουσίαν ἢ μίαν ἀπροσδόκητον κληρονομίαν καὶ ν΄ ἀρχίση ἀμέσως νὰ ἀλαζονεύεται ἀπὸ ἱκανοποίησιν. Αὐτὴ εἶναι συμπεριφορὰ τῶν νόθων καὶ παρανόμων ἱερέων, τῶν ἀνάξιων διὰ τὴν ἀποστολή τους. Αὐτοὶ δὲν ἔχουν προσφέρει τίποτα ἀπὸ πρωτύτερα εἰς τὴν ἱερωσύνην, μήτε ἔχουν ταλαιπωρηθῆ ἀπὸ πρωτύτερα διὰ τὴν ἀρετήν, τὴν ἰδίαν ὥραν ὡστόσο ἀποδεικνύονται μαθηταὶ καὶ διδάσκαλοι τῆς εὐσεβείας καὶ πρωτοῦ ἐξαγνισθοῦν, ἐξαγνίζουν. Ἱερόσυλοι χθές, ἱερεῖς σήμερα, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κύκλον τῶν χριστιανῶν χθὲς καὶ σήμερα μυσταγωγοὶ τῆς πίστεως, παλαιοὶ εἰς τὴν κακίαν καὶ ὁλότελα βρέφη εἰς τὴν εὐσέβειαν.

Τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρωπίνης εὐνοίας καὶ ὄχι τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος. Αὐτοὶ ὅταν κακοποιήσουν τὰ πάντα, κακοποιοῦν εἰς τὸ τέλος καὶ τὴν εὐσέβειαν. Εἰς αὐτοὺς δὲν πιστοποιεῖ ὁ τρόπος τὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ τὸ ἀξίωμα τὸν τρόπον, μὲ ριζικὰς ἀνατροπὰς τῆς φυσικῆς σειρᾶς. Οἱ πιὸ πολλοὶ πρέπει νὰ ἀποδίδουν τὴν θυσίαν διὰ τὸν ἑαυτόν τους καὶ ὄχι διὰ τὰ ἀγνοήματα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὁπωσδήποτε διαπράττουν τὴν μίαν ἀπὸ τὰς δύο ἁμαρτίας ἤ, ἐπειδὴ ἔχουν ἀνάγκη οἱ ἴδιοι ἀπὸ συγχώρησιν, συγχωροῦν χωρὶς μέτρον, ὥστε νὰ μὴν ἀναστέλλεται ἡ κακία καὶ νὰ μὴ διαφωτίζεται ὁ λαός, ἢ μὲ τὴν τραχύτητα τῆς ἀρχῆς των συγκαλύπτουν τὰ ἰδικά των σφάλματα.



Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ἐκεῖνος. Ἔβλεπε πρὸς τὰ ἄνω μὲ τὰ ἔργα του, ἦταν ὅμως ταπεινὸς εἰς τὸ φρόνημα. Ἀπλησίαστος εἰς τὴν ἀρετήν, πολὺ προσιτὸς ὅμως νὰ τὸν συναντήσης. Πράος, χωρὶς θυμούς, συμπονετικός, γλυκὺς εἰς τὸν λόγον καὶ γλυκύτερος εἰς τὸν
τρόπον, ἀγγελικὸς εἰς τὴν μορφήν, ἀγγελικότερος εἰς τὴν ψυχήν. Γαλήνιος, ὅταν ἐπιτιμοῦσε, ἐπαιδαγωγοῦσε μὲ τὸν ἔπαινον· κανένα ἀπὸ τὰ δύο μέσα διορθώσεως δὲν κατέστρεφε μὲ τὴν ὑπερβολήν. Ἡ ἐπίπληξή του ἦταν πατρικὴ καὶ ὁ ἔπαινός του συγκρατημένος. Ἡ ἠπιότης δὲν ἐγίνετο ἀδυναμία μήτε ἡ αὐστηρότης κακία. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἔμενε εἰς τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὸ δεύτερον εἰς τὴν φρόνησιν, καὶ τὰ δύο συνιστοῦσαν τὴν χριστιανικὴν φιλοσοφίαν. Ἐλάχιστα ἐχρειάζετο τὴν ράβδον τοῦ ἐξ αἰτίας τοῦ λόγου του καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον τὴν ἀποκοπὴν τοῦ πιστοῦ, λόγω τῆς ράβδου ποὺ ἐκτυποῦσεν ὅσο ἐχρειάζετο…

Ἐλᾶτε λοιπόν, ἀναλογισθῆτε τὰς ἀρετὰς ἐκείνου ὅσοι εἶσθε ὑμνηταὶ τῆς ζωῆς του καὶ μάρτυρες καὶ ριφθῆτε εἰς ἕνα ὡραῖον μεταξὺ σας συναγωνισμόν, ἄνδρες μαζὶ καὶ γυναῖκες, ἀγόρια καὶ κορίτσια, γέροντες καὶ νεώτεροι, ἱερεῖς καὶ λαός, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ἔγγαμοι, οἱ ἀφελεῖς καὶ οἱ συνετοί, οἱ θεωρητικοὶ καὶ οἱ πρακτικοί. Ἂς ἐπαινῆ ὁ ἕνας τὸ ἀσώματον καὶ ἄυλον σχεδὸν ποὺ ἔδειχνεν εἰς τὰς νηστείας καὶ τὰς προσευχάς. Ὁ ἄλλος τὴν ἀποχὴν καὶ τὸ ἀκατανίκητόν του εἰς τὰς ἀγρυπνίας καὶ τὰς προσευχὰς καὶ ὁ ἄλλος τὴν ἀνάληψιν ἢ τὴν συγκατάβασίν του πρὸς τοὺς μικρούς. Τὰ κορίτσια, τὸν ὁδηγόν των εἰς τὸν γάμον, αἱ ἔγγαμοι τὸν σύμβουλόν των· οἱ ἀποτραβηγμένοι εἰς τὴν ἐρημίαν αὐτὸν ποὺ τοὺς πτερώνει, οἱ κοινοβιακοὶ τὸν νομοθέτην· οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἁπλότητος τὸν ὁδηγόν, οἱ ὀπαδοὶ τῆς θεωρίας τὸν θεολόγον. Ὅσοι παρεδόθησαν εἰς τὰς διασκεδάσεις τὸ χαλινάρι, ὅσοι ἀντιμετωπίζουν συμφορὰς τὴν παρηγορίαν, οἱ γέροντες τὸ στήριγμά των, οἱ νέοι τὸν παιδαγωγόν, οἱ πρωχοὶ τὸν ἐφοδιαστή των, οἱ εὔποροι τὸν οἰκονόμον. Νομίζω ὅτι καὶ αἱ χῆραι θὰ ἐπαινέσουν τὸν προστάτην των, τὰ ὀρφανὰ τὸν πατέρα, οἱ πτωχοὶ τὸν φίλον τῶν πτωχῶν, οἱ ξένοι τὸν φιλοξενητήν, οἱ ἀδελφοὶ τὸν φιλάδελφον. Ὅσοι εἶναι ἄρρωστοι τὸν γιατρὸν κάθε ἀσθενείας καὶ κάθε θεραπείας, ὅσοι εἶναι ὑγιεῖς, τὸν φύλακα τῆς ὑγείας. Ὅλοι τέλος πάντων, ἐκεῖνον ποὺ εἰς ὅλους γίνεται τὸ πᾶν, διὰ νὰ κερδίση ὅλους ἢ τοὺς περισσότερους.


Τὸ κείμενο:
Θʹ. Ἐπεὶ δὲ οὕτω προβάλλεται, οὕτω καὶ τὴν ἀρχὴν διατίθεται. Οὐ γὰρ ὁμοῦ τε καταλαμβά νει τὸν θρόνον, ὥσπερ οἱ τυραννίδα τινὰ, ἢ κληρονομίαν παρὰ δόξαν ἁρπάσαντες, καὶ ὑβρίζει διὰ τὸν κόρον. Ταῦτα γὰρ τῶν νόθων καὶ παρεγγράπτων ἱερέων ἐστί, καὶ τοῦ ἐπαγγέλματος ἀναξίων· οἳ μηδὲν τῇ ἱερωσύνῃ προεισενεγκόντες, μηδὲ τοῦ καλοῦ προταλαιπωρήσαντες, ὁμοῦ τε μαθηταὶ καὶ διδάσκαλοι τῆς εὐσεβείας ἀναδείκνυνται, καὶ πρὶν καθαρθῆναι καθαίρουσι· χθὲς ἱερόσυλοι, καὶ σήμερον ἱερεῖς· χθὲς τῶν ἁγίων ἔξω, καὶ μυσταγωγοὶ σήμερον· παλαιοὶ τὴν κακίαν, καὶ σχέδιοι τὴν εὐσέβειαν· ὃ ἔργον χάριτος ἀνθρωπίνης, οὐ τῆς τοῦ Πνεύματος· οἵ, ὅταν πάντα διεξέλθωσι βιαζόμενοι, τελευταῖον τυραννοῦσι καὶ τὴν εὐσέβειαν· ὧν οὐχ ὁ τρόπος τὸν βαθμὸν, ὁ βαθμὸς δὲ τὸν τρόπον πιστεύεται, παρὰ πολὺ τῆς τάξεως ἐναλλαττομένης· οἳ πλείους ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἢ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων, τὰς θυσίας ὀφείλουσι· καὶ πάντως τῶν δύω τὸ ἕτερον ἁμαρτάνουσιν, ἢ τῷ δεῖσθαι συγγνώμης, ἄμετρα συγγινώσκοντες, ὡς ἂν μήτε ἀνακόπτοιτο κακία, ἀλλὰ καὶ διδάσκοιτο, ἢ τῇ τραχύτητι τῆς ἀρχῆς, τὰ ἑαυτῶν συγκαλύπτοντες.
Ὧν οὐδέτερον ἐκεῖνος· ἀλλ' ἦν ὑψηλὸς μὲν τοῖς ἔργοις, ταπεινὸς δὲ τῷ φρονήματι· καὶ τὴν μὲν ἀρετὴν ἀπρόσιτος, τὴν ἐντυχίαν δὲ καὶ λίαν εὐπρόσιτος, πρᾶος, ἀόργητος, συμπαθὴς, ἡδὺς τὸν λόγον, ἡδίων τὸν τρόπον, ἀγγελικὸς τὸ εἶδος, ἀγγελικώτερος τὴν διάνοιαν ἐπιτιμῆσαι γαληνός, ἐπαινέσαι παιδευτικός· καὶ μηδέτερον τῶν καλῶν τῇ ἀμετρίᾳ λυμήνασθαι, ἀλλὰ ποιῆσαι καὶ τὴν ἐπιτίμησιν πατρικήν, καὶ τὸν ἔπαινον ἀρχικόν· μήτε τὸ ἁπαλὸν ἔκλυτον, μήτε στυφὸν τὸ αὐστηρόν· ἀλλὰ τὸ μὲν ἐπιείκειαν, τὸ δὲ φρόνησιν, καὶ φιλοσοφίαν ἀμφότερα· ἐλάχιστα μὲν λόγου διὰ τὸν τρόπον δεόμενος ἀρκοῦντα πρὸς παιδαγωγίαν· ἐλάχιστα δὲ ῥάβδου διὰ τὸν λόγον· ἔτι δὲ ἐλάττω τομῆς, διὰ τὴν ῥάβδον μετρίως πλήττουσαν.


Ιʹ. …Δεῦρο οὖν μοι διέλεσθε τὰ ἐκείνου καλά, ὅσοι τῶν ἐκείνου ἐπαινέται καὶ μάρτυρες, καὶ ἀγῶνα καλὸν ἀγωνίσασθε πρὸς ἀλλήλους, ἄνδρες ὁμοῦ καὶ γυναῖκες, νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβῦται μετὰ νεωτέρων, ἱερεῖς καὶ λαὸς, οἱ μοναδικοὶ καὶ μιγάδες, οἱ τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ἀκριβείας, ὅσοι τῆς θεωρίας, καὶ ὅσοι τῆς πράξεως. Ὁ μὲν ἐπαινείτω τὸ ἐν νηστείαις καὶ προσευχαῖς, οἷον ἀσώματόν τε καὶ ἄϋλον· ὁ δὲ τὸ ἐν ἀγρυπνίαις τε καὶ ψαλμῳδίαις εὔτονόν τε καὶ ἀήττητον· ἄλλος τὸ ἐν προστασίᾳ τῶν δεομένων, ἄλλος τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον ἀντιτυπίαν, ἢ πρὸς τὸ ταπεινὸν συγκατάβασιν. Αἱ παρθένοι, τὸν νυμφαγωγόν· αἱ ὑπὸ ζυγόν, τὸν σωφρονιστήν· οἱ τῆς ἐρημίας, τὸν πτερωτήν· οἱ τῆς ἐπιμιξίας, τὸν νομοθέτην· οἱ τῆς ἁπλότητος, τὸν ὁδηγόν· οἱ τῆς θεωρίας, τὸν θεολόγον· οἱ ἐν εὐθυμίαις, τὸν χαλινόν· οἱ ἐν συμφοραῖς, τὴν παρά κλησιν· τὴν βακτηρίαν, ἡ πολιά· τὴν παιδαγωγίαν, ἡ νεότης· ἡ πενία, τὸν ποριστήν· ἡ εὐπορία, τὸν οἰκονόμον. Δοκοῦσί μοι καὶ χῆραι τὸν προστάτην ἐπαινέσεσθαι· καὶ ὀρφανοί, τὸν πατέρα· καὶ πτωχοί, τὸν φιλόπτωχον· καὶ τὸν φιλόξενον, οἱ ξένοι· καὶ ἀδελφοί, τὸν φιλάδελφον· οἱ νοσοῦντες, τὸν ἰατρόν, ἣν βούλει νόσον καὶ ἰατρείαν· οἱ ὑγιαίνοντες, τὸν φύλακα τῆς ὑγείας· οἱ πάντες, τὸν πᾶσι πάντα γινόμενον, ἵνα κερδάνῃ τοὺς πάντας, ἢ πλείονας.

ΠΗΓΗ

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Για τις απόκριες και τα καρναβάλια (λόγος αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου)


“Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τίς ἀταξίες, πού κάνουν οἱ Χριστιανοί κατά τήν περίοδο τῶν Ἀποκρέων, καί μάλιστα στά νησιά; Στ’ ἀλήθεια, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, ὅτι τότε οἱ Χριστιανοί δαιμονίζονται ὅλοι, διότι χορεύουν, παίζουν, τραγουδοῦν ἀσυνείδητα, μέχρι καί αὐτοί οἱ πλέον γέροντες. Καί, ὅποιος δέν χορέψει ἤ δέν τραγουδήσει, θεωρεῖται τρελλός, διότι οἱ ἄνδρες φοροῦν γυναικεία φορέματα καί οἱ γυναῖκες ἀνδρικά· διότι ντύνεται ὁ καθένας μέ διαφορετικά ροῦχα καί μάσκες, τίς κοινῶς ἀποκαλούμενες μουτσοῦνες· τότε δέν ἔχει διαφορά ἡ ἡμέρα ἀπό τήν νύκτα· διότι ἐπίσης μέ τήν ἡμέρα καί ὅλη ἡ νύκτα ξοδεύεται σέ χορούς καί μασκαριλίκια· τότε δέν διαφέρουν οἱ λαϊκοί ἀπό τούς κληρικούς καί τούς ἱερωμένους· διότι ὅλοι ἐξ ἴσου ἀτακτοῦν·

τότε, γιά νά πῶ ἔτσι, πανηγυρίζει ἡ ἀσέλγεια· γιορτάζει ἡ ἀκολασία· εὐφραίνεται ἡ μέθη· ἀγάλλεται ἡ τρυφή καί ἡ ἀσωτεία·χορεύει ὁ διάβολος μέ δέκα μανδύλια καί μαζί μέ αὐτόν χορεύει ὅλο τό πλῆθος τῶν δαιμόνων· διότι τό κέρδος, πού κάνουν μόνο στίς ἀποκριές, δέν μποροῦν νά τό ἀποκτήσουν σέ ὁλόκληρο τόν χρόνο. Λυπᾶται δέ ἡ ἀρετή· στενοχωριέται ἡ σωφροσύνη· ὀδύρεται ἡ χριστιανική σεμνότητα καί ἡ εὐταξία· διώχνεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ὁ φόβος τῆς κολάσεως καί τῆς κρίσεως· πενθεῖ ὁ Χριστός καί θρηνοῦν ὅλοι οἱ ἄγγελοι καί οἱ δίκαιοι.

“Ω, καί ποιός νά μή κλάψει; καί ποιός νά μή χύσει καρδιοστάλακτα δάκρυα, βλέποντας τήν ἀπώλεια καί τήν ἀνοησία αὐτῶν τῶν Χριστιανῶν; Αὐτοί εἶναι τόσο ἀνόητοι, πού ἀντί νά κερδίσουν ἀπό τήν νηστεία τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, περισσότερο ζημιώνονται ἀπό τίς ἀπόκριες, καί, γιά νά κερδίσουν ἕνα, χάνουν ἑκατό· καί κάνουν οἱ ἄθλιοι σάν τούς ἀνόητους ἐμπόρους, τρέχοντας σέ ζημία καί ὄχι σέ κέρδος· διότι ἀσύγκριτα μεγαλύτερη εἶναι ἡ βλάβη πού δέχονται κατά τίς ἀπόκριες, παρά ἡ ὠφέλεια πού λαμβάνουν ἀπό τήν Τεσσαρακοστή πού ἔρχεται·

ἴλεως, ἴλεως, ἴλεως νά γίνη ὁ Θεός. Καί μακάρι αὐτός νά φωτίση τούς ἅγιους Ἀρχιερεῖς καί τούς πνευματικούς καί τούς διδασκάλους,νά ἐμποδίσουν αὐτά τά κακά μέ ἀφορισμούς καί μέ ἐπιτίμια, ὅπως ὁρίζει καί ὁ ξβ’ Κανόνας τῆς ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς ς’ Συνόδου:«Τάς οὕτω λεγομένας Καλάνδας, καί τά λεγόμενα Βοτά, καί τά καλούμενα Βουμάλια…κατά τί ἔθος παλαιόν καί ἀλλότριόν τοῦ τῶν Χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολήν ἐνδιδύσκεσθαι ἤ γυναίκα τήν ἀνδράσιν ἁρμόδιον ἀλλά μήτε προσωπεῖα κωμικά ἤ σατυρικά ἤ τραγικά ὑποδύεσθαι· μήτε τό τοῦ βδελυκτοῦ Διονύσου ὄνομα τήν σταφυλήν ἐκθλίβοντος ἐν τοῖς ληνοῖς ἐπιβοᾶν…. Τούς οὔν ἀπό τοῦ νῦν τί τῶν προειρημένων ἐπιτελεῖν ἐγχειροῦντας, ἐν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, εἰ μέν κληρικοί εἶεν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, εἰ δέ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι».

(Πηγή: «Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν», Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Λόγος Β’, Μεταφραστής: Βενέδικτος Ἱερομόναχος Ἁγιορείτης, Ἐκδότης: Συνοδία Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου Νέα Σκήτη ἉγίουὍρους, Ἔτος ἔκδοσης: 2010) ηλ. πηγή:http://www.imkifissias.gr/



ΠΗΓΗ

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ανθρωπιστικός Οικουμενισμός .

agioi pateres a oikoumenikh synodos 01

Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών (ανθρωπισμών), με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι οι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικό όνομά των είναι η παναίρεσις. Διατί; Διότι στο διάστημα της ιστορίας οι διάφορες αιρέσεις ηρνούντο ή παραμορφώνουν ιδιώματα τινά του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού, οι δε ευρωπαϊκές αυτές αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρο τον Θεάνθρωπο και στην θέση του τοποθετούν τον Ευρωπαίον άνθρωπον. Εδώ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Παπισμού, Προτεσταντισμού, Οικουμενισμού και άλλων αιρέσεων, ων το όνομα «λεγεών».

Το ορθόδοξο δόγμα, μάλλον το πανδόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη δια του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλάθητου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως γεννήθηκαν και γεννώνται συνεχώς άλλες αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της Επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιο των περισσών έργων, η μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της σωτηρίας και ως εκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της ζωής, ο παποκαισαρισμός, η Ιερά Εξέτασις, τα συγχωροχάρτια, ο φόνος του αμαρτωλού δια την αμαρτία, ο ιησουϊτισμός, η σχολαστική, η καζουιστική, ο μοναρχισμός, ο κοινωνικός ατομικισμός διαφόρων ειδών…

Ο Προτεσταντισμός; Είναι το πλέον πιστό τέκνο του Παπισμού, το οποίον δια της ορθολογιστικής σχολαστικής του πίπτει δια μέσου των αιώνων από την μίαν αίρεσιν στην άλλην αίρεσιν και πνίγεται συνεχώς στα διάφορα δηλητήρια των αιρετικών πλανών του. Προς τούτοις, η παπιστική υψηλοφροσύνη και η «αλάθητος» αφροσύνη βασιλεύει απολυταρχικός και ερημώνει τας ψυχάς των πιστών του. Κατ’ αρχήν έκαστος Προτεστάντης είναι ένας ανεξάρτητος πάπας εις όλα τα ζητήματα της πίστεως. Τούτο δε πάντοτε οδηγεί από τον ένα πνευματικόν θάνατον στον άλλον΄ τέλος αυτού του «αποθνήσκειν» δεν υπάρχει, καθ’ ότι ο αριθμός των πνευματικών θανάτων του ανθρώπου είναι αναρίθμητος.

Αφού ούτως έχουν τα πράγματα, τότε δια τον παπιστικόν-προτεσταντικόν Οικουμενισμόν με την ψευδοεκκλησίαν του και τον ψευδοχριστιανισμό του δεν υπάρχει διέξοδος από το αδιέξοδόν του, άνευ ολοψύχου μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου Χριστού και της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας Του. Η μετάνοια είναι το φάρμακο δι’ εκάστην αμαρτίαν, φάρμακο δοθέν στον άνθρωπον από τον μόνον Φιλάνθρωπο.
Άνευ της μετανοίας και εισδοχής στην Αληθινή Εκκλησία του Χριστού είναι αφύσικο και αδιανόητο να ομιλή τις περί της ενώσεως «των Εκκλησιών», περί του διαλόγου της αγάπης, περί της intercommunio (δηλ. διακοινωνίας). Το σπουδαιότερο όλων είναι να γίνη τις «σύσσωμος» το Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας του Χριστού και δια τούτου κοινωνός της ψυχής της Εκκλησίας, του Άγιου Πνεύματος, και κληρονόμος όλων των αιωνίων αγαθών του Θεανθρώπου.

1. Ο σύγχρονος «διάλογος της αγάπης», ο οποίος τελείται υπό τη μορφή γυμνού συναισθηματισμού, είναι στην πραγματικότητα ολιγόπιστη άρνηση του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αλήθειας (Β’ Θεσ. 2, 13), δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους «αγάπης της αληθείας» (Β’ Θεσ. 2, 10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια΄ η αγάπη ζει και υπάρχει αληθεύουσα. Η αλήθεια είναι η καρδιά κάθε θεανθρώπινης αρετής, επομένως και της αγάπης. Και κάθε μία από αυτές κηρύττει και ευαγγελίζεται τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού ως τον μόνο ο οποίος είναι η σάρκωση και η εικόνα της Θείας Αλήθειας, δηλαδή της Παναλήθειας. Εάν τυχόν υπήρχε περίπτωση να είναι η αλήθεια οτιδήποτε άλλο και όχι ο Θεάνθρωπος Χριστός, τότε αυτή θα ήταν μικρή, ανεπαρκής, πεπερασμένη, θνητή. Τέτοια θα ήταν η αλήθεια, εάν ήταν νόημα, ιδέα, θεωρία, νους, επιστήμη, φιλοσοφία, κουλτούρα, ο άνθρωπος, η ανθρωπότητα, ο κόσμος ή όλοι οι κόσμοι, ή οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε ή όλα αυτά μαζί. Η αλήθεια όμως είναι Πρόσωπο και μάλιστα το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος, και ως εκ τούτου είναι αθάνατη και μη πεπερασμένη, αιώνια. Διότι στον Κύριο Ιησού η Αλήθεια και η Ζωή είναι ομοούσιες: η Αλήθεια η αιώνια και η Ζωή η αιώνια (πρβλ. Ιω. 14, 6′ 1, 4.17). Εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Κύριο Ιησού αυξάνει ακαταπαύστως δια της Αληθείας Του στις θείες της απεραντοσύνες. Αυξάνει με όλο το είναι του, με όλη τη διάνοιά του, με όλη την καρδιά και την ψυχή του. Εν Χριστώ οι άνθρωποι ζούμε «αληθεύοντες εν αγάπη», διότι μόνον έτσι μπορούμε να «αυξήσωμεν εις Αυτόν τα πάντα, ος εστίν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφ. 4, 15). Αυτό πραγματοποιείται πάντοτε «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφ. 3, 18), πάντοτε μέσα στην Εκκλησία και δια της Εκκλησίας, διότι αλλιώς δεν μπορεί ο άνθρωπος να αυξάνει σ’ Εκείνον, «ος εστίν η κεφαλή» του σώματος της Εκκλησίας, δηλαδή στον Χριστόν.

Ας μην απατούμε τον εαυτό μας. Υπάρχει και ο «διάλογος του ψεύδους», όταν οι διαλεγόμενοι συνειδητά ή ασυνείδητα ψεύδονται ο ένας στον άλλο. Τέτοιος διάλογος είναι οικείος στον «πατέρα του ψεύδους», τον διάβολο, «ότι ψεύστης εστί και ο πατήρ αυτού» (Ιω. 8, 44). Οικείος είναι και σ’ όλους τους εκούσιους ή ακούσιους συνεργάτες του, όταν αυτοί θελήσουν να πραγματοποιήσουν το «καλό» τους δια του κακού, να φθάσουν στην «αλήθεια» τους με τη βοήθεια του ψεύδους. Δεν υπάρχει «διάλογος της αγάπης» χωρίς τον διάλογο της αλήθειας. Διαφορετικά τέτοιος διάλογος είναι αφύσικος και ψευδής. Γι’ αυτό και η εντολή του Αποστόλου ζητεί να είναι «η αγάπη ανυπόκριτος» (Ρωμ. 12, 9).

Ο αιρετικο-ουμανιστικός χωρισμός και η διαίρεση της αγάπης και της αλήθειας είναι σημάδι ελλείψεως της θεανθρώπινης πίστεως και της απολεσθείσης πνευματικής θεανθρώπινης ισορροπίας και ορθοφροσύνης. Εν πάση περιπτώσει τούτο δεν ήταν ποτέ ούτε είναι η οδός των Πατέρων. Μόνο οι Ορθόδοξοι, ριζωμένοι και θεμελιωμένοι «συν πάσι τοις αγίοις» στην αλήθεια και στην αγάπη, έχουν και αναγγέλλουν, από την εποχή των Αποστόλων μέχρι σήμερα, αυτή τη θεανθρώπινη σωτηριώδη αγάπη προς τον κόσμο και προς όλα τα κτίσματα του Θεού. Ο γυμνός ηθικιστικός μινιμαλισμός [=μειωμένη χριστιανική ηθική] και ο ανθρωπιστικός ειρηνισμός του σύγχρονου Οικουμενισμού πράττουν μόνο ένα πράγμα: φέρνουν στο φως τις φυματικές ουμανιστικές ρίζες τους, δηλαδή την αρρωστημένη φιλοσοφία τους και την ανθρώπινη, «κατά την παράδοσιν των ανθρώπων» (Κολ. 2, 8), ανίσχυρη ηθική τους. Φανερώνουν επί πλέον την κρίση της ανθρωπιστικής πίστεώς τους στην αλήθεια και την δοκητιστική [=μη πραγματική αντίληψη] αναισθησία τους για την ιστορία της Εκκλησίας, δηλαδή για την αποστολική και καθολική συνέχειά της, στην αλήθεια και στη χάρη. Ενώ ο αποστολικός αγιοπατερικός θεονούς και η ορθοφροσύνη ευαγγελίζονται με το στόμα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού την εξής αλήθεια της πίστεως: «Η πίστη είναι η βάση των αρετών που ακολουθούν, εννοώ της ελπίδας και της αγάπης, θέτοντας έτσι σαν βάση την αλήθεια με τρόπο ασφαλή» (Ρ.G. 90, c. 1189Α).

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το αγιοπατερικό μέτρο της αγάπης προς τους ανθρώπους και της σχέσεως προς τους αιρετικούς, που κληρονομήθηκε από τους Αποστόλους, έχει oλοτελώς θεανθρώπινο χαρακτήρα. Τούτο εκφράζουν θεοπνεύστως οι εξής λόγοι του ίδιου Αγίου: «Και δεν τα γράφω αυτά, μη γένοιτο, επειδή θέλω να θλίβονται οι αιρετικοί, ούτε νοιώθοντας χαρά για την κακοποίησή τους, αλλά περισσότερο γιατί χαίρομαι και αγάλλομαι μαζί τους για την επιστροφή τους. Γιατί τί είναι πιο ευχάριστο για τους πιστούς από το να βλέπουν τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού να μαζεύονται όλα μαζί; Ούτε τα γράφω αυτά παρακινώντας σας να δείξετε τη σκληρότητα του Φιλάνθρωπου. Όχι τέτοια μανία! Αλλά τα γράφω αυτά για να σας παρακαλέσω να εκτελείτε και να εφαρμόζετε, με προσοχή και μετά από εξέταση, τα καλά σε όλους τους ανθρώπους και να γίνεσθε τα πάντα σε όλους, ανάλογα με το τι χρειάζεται καθένας τους από εσάς. Και θέλω και εύχομαι να είστε απόλυτα σκληροί και αμείλικτοι μόνο στο να μη συμπράξετε με τους αιρετικούς στη σύσταση και συγκρότηση της φρενοβλαβούς (αιρετικής) δοξασίας τους. Και τούτο διότι εγώ ορίζω ως μισανθρωπία και ως χωρισμό από τη θεία αγάπη την προσπάθεια ενισχύσεως της πλάνης (της αιρέσεως), που έχει ως συνέπεια την ακόμη μεγαλύτερη φθορά εκείνων που έχουν ήδη πέσει σ’ αυτήν» (Ρ.G. 91, c. 465C).

2. Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τις αγίες Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι η εξής: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι’ αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα αγία Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ίδια η Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο.

Η «intercommunio», δηλαδή η διακοινωνία με τους αιρετικούς στα αγία Μυστήρια, ιδιαιτέρως στη θεία Ευχαριστία, είναι η πλέον αναίσχυντη προδοσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, η προδοσία του Ιούδα. Πρόκειται μάλιστα περί προδοσίας ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, της Εκκλησίας της Αποστολικής, της Εκκλησίας της Αγιοπατερικής, της Εκκλησίας της Αγιοπαραδοσιακής, της Εκκλησίας της Μιας και μοναδικής. Εδώ θα πρέπει να σταματήσει κάποιος τον χριστοποιημένο νου του και τη συνείδηση μπροστά σε μερικά άγια γεγονότα, άγια μηνύματα και άγιες εντολές.

Πρώτον, πρέπει να διερωτηθούμε σε πια εκκλησιολογία και σε πια θεολογία με θέμα την Εκκλησία θεμελιώνεται η λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ολόκληρη η Ορθόδοξη Θεολογία της Εκκλησίας γύρω από το θέμα της Εκκλησίας βασίζεται και θεμελιώνεται όχι στην inter-communio (δια-κοινωνία), αλλά στη θεανθρώπινη πραγματικότητα της communio δηλαδή στη θεανθρώπινη Κοινωνία (πρβλ. Α΄ Κορ. 1, 9. 10, 16-17. Β΄ Κορ. 13, 13. Εβρ. 2, 14. 3, 14. Α΄ Ιω. 1, 3), ενώ η έννοια inter-communio, δια-κοινωνία, είναι καθ’ εαυτήν αντιφατική και ολότελα αδιανόητη για την Ορθόδοξη καθολική συνείδηση.

Το δεύτερο γεγονός, και μάλιστα ιερό γεγονός της Ορθοδόξου πίστεως, είναι το εξής: Στην Ορθόδοξη διδασκαλία για το θέμα της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων, το μόνο και το μοναδικό μυστήριο είναι η ίδια η Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ούτως ώστε αυτή να είναι και η μόνη πηγή και το περιεχόμενο όλων των θείων Μυστηρίων. Έξω από αυτό το θεανθρώπινο και παμπεριεκτικό Μυστήριο της Εκκλησίας, το Παν-μυστήριο, δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να υπάρχουν «μυστήρια»΄ επομένως, και ουδεμία «δια-κοινωνία» (inter-communio) υπάρχει στα Μυστήρια. Ως εκ τούτου μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παμμυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί η Εκκλησία η Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.

Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και σύμφωνα με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλων μυστηρίων έξω απ’ αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε που μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τίς μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τίς δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β’ Κορ. 6, 14).

Ο πρωτοκορυφαίος Απόστολος, με την εξουσία που έλαβε από τον Θεάνθρωπο, δίνει εντολή: «Αιρετικόν ανθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ. 3, 10). Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος, όχι μόνο δεν παραιτείται από τον «αιρετικόν άνθρωπον» αλλά δίνει σ’ αυτόν και τον ίδιο τον Κύριο την θεία Ευχαριστία, αυτός βρίσκεται στην αποστολική και θεανθρώπινη αγία πίστη; Επί πλέον ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου Ιησού, Απόστολος της αγάπης, δίνει εντολή: άνθρωπος ο οποίος δεν πιστεύει στη σάρκωση του Χριστού και δεν παραδέχεται την ευαγγελική γι’ Αυτόν διδασκαλία ως Θεανθρώπου «μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν» (Β’ Ιω. 1, 10).

Ο Κανόνας ΜΕ’ των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω΄ ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ’ της εν Λαοδικεία Συνόδου). Η εντολή αυτή είναι σαφής, ακόμη και για τη συνείδηση του κουνουπιού. Δεν είναι έτσι;

Ο Κανόνας ΞΔ’ των αγίων Αποστόλων διατάζει: «Ει τις κληρικός, ή λαϊκός, εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Και τούτο είναι σαφέστατο και για την πλέον πρωτόγονη συνείδηση.

Ο Κανόνας Μς’ των αγίων Αποστόλων:«Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;». Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη.

Ο θεόπνευστος φορέας της αποστολικής και αγιοπατερικής καθολικής Παραδόσεως της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ευαγγελίζεται από την καρδιά όλων των αγίων Πατέρων, όλων των αγίων Αποστόλων, όλων των αγίων Συνόδων της Εκκλησίας την εξής θεανθρώπινη αλήθεια: «Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι τύπος του Σώματος και Αίματος του Χριστού (μη γένοιτο), αλλά το ίδιο το Σώμα του Κυρίου θεωμένο… Δια μέσου αυτού καθοριζόμενοι ενωνόμαστε με το Σώμα του Κυρίου και με το Πνεύμα Του και γινόμαστε Σώμα Χριστού (=η Εκκλησία)… Και ονομάζεται μετάληψη΄ γιατί δια μέσου αυτής μεταλαμβάνουμε την Θεότητα του Ιησού. Κοινωνία δε ονομάζεται και είναι αληθινά, επειδή δια μέσου αυτής κοινωνούμε με τον Χριστό και μετέχουμε τη σάρκα Του και τη Θεότητά Του. Δια μέσου αυτής κοινωνούμε και ενωνόμαστε μεταξύ μας. Γιατί επειδή μεταλαμβάνουμε από έναν άρτο, όλοι είμαστε ένα Σώμα Χριστού και ένα Αίμα, και γινόμαστε μέλη ο ένας του άλλου, αποτελώντας ένα σώμα (σύσσωμοι) του Χριστού.

Γι’ αυτό λοιπόν, ας φυλαχτούμε με κάθε τρόπο να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να τους δίνουμε. Μη δίνετε τα άγια στους σκύλους, λέγει ο Κύριος, ούτε να ρίχνετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους (Ματθ. 7, 6), για να μη γίνουμε συμμέτοχοι στην (αιρετική) κακοδοξία και συνεπώς και στην καταδίκη τους. Γιατί εάν βέβαια η θεία μετάληψη είναι ένωση με τον Χριστό και μεταξύ μας, τότε οπωσδήποτε ενωνόμαστε με τη θέληση μας και με όλους που μεταλαμβάνουν μαζί μας. Γιατί αυτή η ένωση γίνεται με τη θέλησή μας και όχι χωρίς τη γνώμη μας. Γιατί όλοι ένα σώμα είμαστε, επειδή μεταλαμβάνουμε από τον ένα άρτο, όπως λέγει ο θείος Απόστολος» (Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδ. Ορθ. πίστεως 4,13, PG 94, c. 1149. 1152.1153. Πρεβ. Α΄ Κορ. 10, 17).

Ο ατρόμητος ομολογητής των θεανθρωπίνων ορθοδόξων αληθειών (άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης) αναγγέλλει σ’ όλους τους ανθρώπους όλων των κόσμων: «Το να κοινωνεί κανείς από αιρετικό ή ολοφάνερα διαβεβλημένο ως προς τον βίο του, τον αποξενώνει από τον Θεό και τον εξοικειώνει με τον διάβολο» (Ρ.G. 99, c. 1668C). Σύμφωνα με τον ίδιο ο άρτος των αιρετικών δεν είναι «σώμα Χριστού» (Ρ.G. 99, c. 1597Α). Γι’ αυτό, «Όπως λοιπόν o θείος άρτος, όταν μετέχουν σ’ αυτόν οι Ορθόδοξοι, όλους όσους μετέχουν τους κάνει να αποτελούν ένα σώμα’ έτσι ακριβώς και o αιρετικός (άρτος), καθιστώντας μεταξύ τους κοινωνούς αυτούς που μετέχουν απ’ αυτόν, τους εμφανίζει ένα σώμα αντίθετο στον Χριστό» (Ρ.G. 99, c. 1480CD).

Επί πλέον «Η κοινωνία που δίνεται από τους αιρετικούς, δεν είναι κοινός άρτος, αλλά φαρμάκι (=δηλητήριο), που δεν βλάπτει το σώμα αλλά που μαυρίζει και σκοτίζει την ψυχή».

Πηγή: (Από το βιβλίο «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός», Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ, 1974, σελ. 224-233) Ορθόδοξος άμβωνας, Θεογνωσία

ΠΗΓΗ

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

π. Αρσένιος Μπόκα ο θαυματουργός: Ο Οικουμενισμός οδηγεί στην Κόλαση .


«Ὁ Oἰκουμενισμός; Εἶνε ἡ αἵρεσι ὅλων τῶν αἱρέσεων! Ἡ πτῶσι τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς ἰδίους της τοὺς ὑπηρέτες, τὰ ὄργανα τῆς Δύσης. Τὰ ἀποτελέσματά του εἶνε τὰ σάπια συντρίμμια ποὺ πέφτουν, ἀκόμα κι ἂν εἶνε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοὶ ἢ λαϊκοί…

Ἂς ἐπιστρέψουμε στὴν ἁγία παράδοσι, στὰ δόγματα καὶ στοὺς κανόνες τῶν ἁγίων πατέρων, τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων. Διαφορετικά, θὰ πᾶμε στὴν κόλασι, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐπισκόπων μας! Θεὸς φυλάξοι!»

π. Ἀρσένιος Μπόκα ο θαυματουργός (1910 – 1989)

ΠΗΓΗ

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης: Χωρὶς ὀρθόδοξη πίστη, ἡ ὀρθοπραξία εἶναι ἀνώφελη .


Ἀπὸ τὸ βιβλίο "Ἐκκλησιολογικὲς θέσεις τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, αὐθεντία καὶ πρωτεῖο" τοῦ Βασιλείου Τσίγκου, καθηγητή τῆς Θεολογικῆς ΑΠΘ 

Ὁ ἱερὸς πατὴρ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὑποστηρίζει τὸν ἀχώριστο σύνδεσμο πίστεως καὶ ἔργων. Σὲ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιστολὲς του θέτει τὸ ἐρώτημα: "πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένει ὀρθόδοξος αὐτὸς ὁ ὁποῖος δὲν πράττει ὀρθὰ ἔργα (ποὺ "λοξοεργεῖ"), ὅταν ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ἐναντιώνεται λέγοντας ὅτι ἡ πίστις ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ ἔργα, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὅσοι σφάλλουν στὸ ἕνα νὰ μποροῦν νὰ ἔχουν καὶ τὸ ἄλλο;".
Ὁ σύνδεσμος ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάλυτος. Ἡ βασικὴ αὐτὴ θεολογικὴ πρόταση δὲ θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο ἁπλὰ μία αὐτονόητη ἀλήθεια, ἀλλὰ ἀνάγεται σὲ μία θεμελιώδη προϋπόθεση ἀποδοχῆς ἢ ἀπορρίψεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὥστε νὰ ρωτάει τὸν μοναχὸ Βασίλειο μήπως ἀγνοεῖ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ὡς δύο συστατικά του τὴν πίστη καὶ τὰ ἔργα καὶ ἡ ἔλλειψη τοῦ ἑνὸς αὐτομάτως καθιστᾶ ἀνώφελο ἢ μᾶλλον ἄχρηστό το ἄλλο. "Ἢ πάλιν ἀγνοεῖ ἡ τιμιότις σου ὅτι ἐκ δύο συνισταμένου τοῦ χριστιανισμοῦ, λέγω δὴ πίστεως καὶ ἔργου, εἰ θάτερον λείπει, οὐδὲ τὸ ἕτερον ὀνίνησι τῷ ἔχοντι;".
Ἡ ὀρθοδοξία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς ὁλοκληρωμένος ὀρθόδοξος. Βεβαίως καὶ χωρὶς ὀρθοπραξία εἶναι κανεὶς ὀρθόδοξος, ἔστω καὶ ἀτελής. Χωρὶς....

ὀρθόδοξη πίστη ὅμως ἡ ὀρθοπραξία εἶναι ἀνώφελη. Στὴν ἀπολογητικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πατριάρχη Νικηφόρο, συνδέει τὴν ὀρθοδοξία μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, οἱ ὁποῖοι θέτουν τὰ ὅρια τῆς ὀρθῆς πράξεως στὴν Ἐκκλησία. Ὅπως ὑπογραμμίζει, δὲν εἶναι τέλειος ὀρθόδοξος, ἀλλὰ μισός, αὐτὸς ποὺ νομίζει πὼς ἔχει ὀρθὴ πίστη, ἀλλὰ δὲ συμμορφώνεται μὲ τοὺς θείους κανόνες "μηδὲ γὰρ τέλειον εἶναι ὀρθόδοξον, ἀλλ' ἐξ ἠμισείας, τὸν τὴν πίστιν ὀρθὴν οἰόμενον ἔχειν τοῖς δὲ θείοις κανόσι μὴ ἀπευθυνόμενον". Στὰ στουδιτικὰ συγγράμματα ἡ πίστη συχνὰ συνδέεται μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων καὶ ἡ διαστρέβλωση τῆς πίστεως μὲ τὴ ζωὴ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνες καὶ θεσμούς. Γι' αὐτὸ ὁ ἱερὸς πατὴρ προτρέπει τοὺς συνομιλητές του νὰ βαδίσουν πρὸς τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ κρατήσουν μὲ σταθερότητα τὰ δόγματα καὶ τοὺς κανόνες.
Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες ἔδωσαν ἀκατάπαυστους αἱματηροὺς ἀγῶνες, προκειμένου νὰ καθορίσουν μὲ θαυμαστὴ σαφήνεια καὶ ἀκρίβεια τὰ ἀσφαλῆ ὅρια μεταξὺ ἀλήθειας καὶ ψεύδους, ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, φωτὸς καὶ σκότους, ζωῆς ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μοιάζει μὲ παράδεισο, καὶ ζωὴ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπου ὑπάρχει ὀρθὴ πίστη καὶ ἀνάλογο βίωμα, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ὁμιλοῦμε καὶ νὰ πράττουμε "ἐνθέσμως καὶ κανονικῶς". Κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὅπου ὑπάρχει πορεία ἐντός τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν καὶ τῶν κανόνων, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὑπάρχει ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία ποὺ βιώνουν οἱ χριστιανοὶ "ἰσχύει" ἡ πίστις, ἡ ὁποία ὅμως ἀποδεικνύεται ζωντανὴ καὶ ἐνεργὸς μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Τὸ λόγιο "πίστις δι' ἀγάπης ἐνεργουμένη" τοῦ Ἀποστόλου Παύλου σημαίνει πὼς ὁ λόγος τῆς πίστεως ἀναφέρεται στὸ "δόγμα τῆς ὀρθοπραξίας" καὶ ἡ ἀγάπη ἀναφέρεται στὸ "θεώρημα τῆς εὐπραξίας".

Στὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου ὑπάρχει πληθώρα ἀναφορῶν μὲ προτροπὲς πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς συνομιλητές του, γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὴν ὀρθοδοξία καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Προτρέπει τοὺς ἀδελφούς του νὰ κατέχουν "τὴν ὀρθόδοξον πίστιν" καὶ νὰ ὀρθοφρονοῦν "περὶ τὴν ἀμώμητον πίστιν". Θὰ πρέπει νὰ εἶναι σῶοι καὶ τέλειοι φυλάσσοντας "τὴν πίστιν τὴν ἀκλινῆ καὶ τὸν βίον σῶον", νὰ ζοῦν μὲ "ὀρθοτομίαν καὶ λόγου καὶ βίου". Ὁ ἴδιος εὔχεται νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἀδελφό του Ἰωσὴφ "ὀρθοδόξως καὶ ὀρθοβίως" καὶ νὰ μπορέσει νὰ συναρμόσει τὰ λόγια μὲ τὸ βίο. Τὴν ἡγουμένη Εὐφροσύνη προτρέπει νὰ τρέφει τὶς νύμφες τοῦ Χριστοῦ μὲ καθαρὸ ἄρτο τῆς ὀρθοδοξίας καὶ νὰ τὶς ποτίζει μὲ νάμα τῆς εὐπραξίας. Στὸ μοναχὸ Μακάριο γράφει πὼς προσεύχεται, ὥστε "τὸν λόγον τῆς ὀρθοδοξίας σῶον διαφυλάσσειν καὶ τὸν βίον μὴ ἀνθιστάμενον τῷ λόγω".

πηγή: orthodoxia-ellhnismos.gr

ΠΗΓΗ