Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Το Μικρό και το Μεγάλο Απόδειπνο .



Πώς δημιουργήθηκε η κοινή, προ του ύπνου, προσευχή; ποιες οι διαφορές τους;

και κάποιοι Ύμνοι του Μεγάλου Αποδείπνου

“Τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο” Ἰωάννη Μ. Φουντούλη


Εἶναι μέσα στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου ριζωμένο ἕνα ἀλλόκοτο πρωτόγονο συναίσθημα μπροστὰ στὸ φαινόμενο τοῦ ὕπνου. Ὁ ζωντανός, ὁ ἐργαζόμενος, ὁ σκεπτόμενος, ὁ γεμάτος δραστηριότητα ἄνθρωπος, καμπτόμενος ἀπὸ τὴν φυσιολογικὴ κόπωση, καταλαμβάνεται ἀπὸ μία ἀκατανίκητη ἀνάγκη νὰ παραδοθεῖ στὴν ἀγκάλη τοῦ ὕπνου. Οἱ αἰσθήσεις, οἱ διανοητικὲς λειτουργίες, οἱ δυνάμεις τοῦ σώματος ἀτονοῦν καὶ ὁ ζωντανὸς γίνεται σὰν νεκρός. Εἰκόνα τοῦ θανάτου ὁ ὕπνος.

Μυστήριο
γιὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῶν περασμένων ἐποχῶν. Ὥρα ποὺ ἐνεδρεύουν οἱ πονηρὲς δυνάμεις τοῦ κόσμου τούτου, ὁρατὲς καὶ ἀόρατες, γιὰ νὰ κακοποιήσουν ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ πειράξουν τὸν ἀνυπεράσπιστο ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο δὲν θὰ ὑπάρχει ἀνθρώπινο ὂν ποὺ νὰ μὴν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη, ἀφήνοντας προσωρινὰ τὸν κόσμο τῶν ζώντων γιὰ νὰ περάσει στὸ μυστήριο τῆς εἰκόνας τοῦ θανάτου, νὰ στρέψει τὸ νοῦ του στὸ Θεό του καὶ νὰ ζητήσει ἀπὸ αὐτὸν προστασία καὶ σκέπη.

Ἡ μετατροπὴ ἔγινε κατ’ ἀρχὰς στὶς μοναχικὲς ἀδελφότητες, ποὺ τὰ πάντα, καὶ ἰδίως ἡ προσευχή, ἦσαν κοινά. Ἡ κοινὴ αὐτὴ προσευχὴ γινόταν στὴν ὥρα τῆς ἰδιωτικῆς, δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ τὸ δεῖπνο καὶ πρὶν τὸν ὕπνο. Γι’ αὐτὸ καὶ τῆς δόθηκε τὸ ὄνομα «ἀπόδειπνο» ἢ «ἀπόδειπνα» καὶ «προθύπνια».

Εἶναι δὲ ἡ ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου μία πολὺ μεγάλη ἀκολουθία. Τὸ μῆκος της δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραξενεύει. Εἶναι καθαρὰ μοναστηριακὴ καὶ γνωρίζουμε πόσο οἱ μοναχοὶ ἤθελαν νὰ παρατείνουν τὴν προσευχή τους, τόσο πού, ἂν ἦταν φυσικῶς δυνατόν, δὲν θὰ διέκοπταν ποτὲ τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ εἴσοδός της ὅμως στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς καὶ ἡ χρήση της ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἱερεῖς καὶ τὸ λαὸ ὁδήγησε γρήγορα σὲ ἀδιέξοδο. Ἔτσι κατὰ τὸν ΙΔ΄ μὲ ΙΕ΄ αἰώνα ἀναγκάσθηκαν νὰ κάνουν καὶ μία ἐπιτομή της, ποὺ ὀνομάσθηκε, γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἐκτενῆ μορφή, «μικρὸ ἀπόδειπνο». Τὸ ἄλλο, τὸ πλῆρες καὶ παλαιό, ὀνομάσθηκε τώρα «μέγα ἀπόδειπνο».

Εἶναι κοινὸς νόμος, ὅτι τὰ νεώτερα πράγματα καὶ τὰ συντομότερα κερδίζουν γρήγορα ἔδαφος. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο. Τὸ «μικρὸ» καὶ νεώτερο ἐπισκίασε τὸ παλαιὸ καὶ μεγάλο, καὶ περιόρισε τὴν τέλεσή του μόνο κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ποὺ λόγω τῆς ἱερότητας τῆς περιόδου αὐτῆς καὶ τῆς συντηρητικότητας τῶν ἀκολουθιῶν της, μποροῦσε νὰ βαστάσει τὸ βάρος τῆς ἐκτενοῦς ἀρχαϊκῆς ἀκολουθίας.

Ἔτσι σήμερα ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ παρακολουθήσουμε τὴν τέλεση τοῦ μεγάλου ἀποδείπνου καὶ στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς ἀπὸ τὴν Δευτέρα ὡς τὴν Πέμπτη τῶν ἑβδομάδων τῆς μεγάλης Νηστείας, τὶς δὲ Παρασκευὲς μαζὶ μὲ τοὺς χαιρετισμοὺς τὴν ἀκολουθία τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου. Στὶς ὑπόλοιπες ἐκτός τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡμέρες τελεῖται, κατ’ ἰδίαν στὰ σπίτια ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ εὐλαβεῖς λαϊκοὺς ἢ ἀπὸ κοινοῦ στὰ μοναστήρια, τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο.

Τὸ θέμα τοῦ ἀποδείπνου εἶναι διπλό, ἀνάλογο πρὸς τὴν ὥρα τῆς τελέσεώς του· εὐχαριστία δηλαδὴ κατὰ πρῶτον καὶ δοξολογία γιὰ τὴν διέλευση τῆς ἡμέρας καὶ δέηση γιὰ τὴν «ἀπρόσκοπτο» καὶ «ἐλευθέρα φαντασιῶν», κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, ἀνάπαυση κατὰ τὴν ἐπερχόμενη νύκτα. Μὲ τὸ πρῶτο θέμα συμπλέκονται καὶ ἄλλα συναφῆ. Μία ἀνασκόπηση τῶν ἔργων τῆς ἡμέρας γεννᾶ ἀσφαλῶς τὴν ἀνάγκη γιὰ αἴτηση συγγνώμης γιὰ τὶς ποικίλες παραβάσεις μας, ἕνα ἔντονο συναίσθημα μετανοίας. Ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀδελφούς μας γέννησε ἀσφαλῶς δυσαρέσκειες καὶ ἐνδεχομένως προκάλεσε ἀντιδικίες καὶ μίση. Εἶναι καιρὸς ὅλα αὐτὰ νὰ ἐπανορθωθοῦν μὲ τὴν ἀμοιβαία συγχώρηση καὶ συνδιαλλαγή. Μὲ τὸ δεύτερο πάλι θέμα συνδέεται ἡ ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως, γιὰ νὰ μᾶς βρεῖ ὁ θάνατος στερεὰ στερεωμένους στὴν ἀληθινὴ μαρτυρία καὶ ὁμολογία, κατὰ τοὺς Πατέρες. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα κατακλείει καὶ ἡ δέηση γιὰ τὴν ταχεία ἀπὸ τὸν ὕπνο ἐξανάσταση γιὰ νὰ μὴ σιγήσει ἐπὶ πολὺ τὸ στόμα ποὺ δοξολογεῖ τὰ «κρίματα» τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔτσι καὶ τὸ ἀπόδειπνο ἀποτελεῖται ἀπὸ ψαλμούς, ὕμνους καὶ εὐχές. Ὅλα ἔχουν ἐκλεγεῖ μὲ βάση τὰ πιὸ πάνω θέματα. Στὰ τρία μέρη τοῦ μεγάλου ἀποδείπνου καὶ στὴν ἐπιτομὴ τῶν «καιριωτάτων» τοῦ μεγάλου, ποὺ περιέχονται στὸ ἕνα μέρος τοῦ μικροῦ, βρίσκει κανεὶς ἐκλεκτοὺς νυκτερινοὺς ψαλμούς, ὅπως ὁ 4ος μὲ τὸ «ἐν εἰρήνη ἐπὶ τὸ αὐτῷ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω», ὁ 6ος μὲ τὸ «λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω», ὁ 12ος μὲ τὸ «φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον», ὁ 30ός μὲ τὸ «εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου», ὁ 90ός μὲ τὸ «οὐ φοβηθήση ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ… ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου». Φράσεις γεμάτες βαθειὰ πίστη καὶ ἐγκατάλειψη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Θὰ βρεῖ τὸν περίφημο ψαλμὸ τῆς μετανοίας, τὸν 50ό. τὸ «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…», καὶ κείμενα γεμάτα μετάνοια καὶ συντριβή, ὅπως τὴν προσευχὴ τοῦ Μανασσῆ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας.

Ἀπὸ τὶς εὐχὲς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τόσο γνωστὴ εὐχὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο τοῦ μοναχοῦ τῆς Μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος Παύλου «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε…» καὶ τὴν σύντομη καὶ περιεκτικὴ «ἐπικοίτιο» εὐχὴ στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ τοῦ μοναχοῦ Ἀντιόχου τοῦ Πανδέκτου «Καὶ δὸς ἡμῖν, δέσποτα, πρὸς ὕπνον ἀπιοῦσιν ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς … », θὰ ἔπρεπε νὰ μνημονεύσουμε τὴν θαυμάσια εὐχὴ ποὺ ἀποδίδεται στὸν Μέγα Βασίλειο «Κύριε. Κύριε, ὁ ρυσάμενος ἡμᾶς ἀπὸ παντὸς βέλους πετομένου ἡμέρας…». Αὐτὴ συγκεφαλαιώνει κατὰ ἕνα ἀπαράμιλλο τρόπο τὰ αἰτήματα τῆς πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχῆς τοῦ πιστοῦ. Βρίσκεται στὰ «Ὡρολόγια» καὶ σὲ ὅλα τὰ προσευχητάρια, ποὺ κυκλοφοροῦν μεταξὺ τῶν πιστῶν. Καὶ μόνη ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωσή της, καὶ μάλιστα στὴν πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχή, εἶναι ἱκανὴ νὰ γεμίσει τὴ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πιὸ ἱερὰ αἰσθήματα.

Τὸ ἀπόδειπνο περιλαμβάνει καὶ τὴν ψαλμωδία τροπαρίων καὶ μάλιστα τριῶν ἀρχαίων ὕμνων, ποὺ ἔχουν ὅμως παραλειφθεῖ κατὰ τὴν σύνταξη τῆς ἀκολουθίας τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου. Σήμερα δὲν ψάλλονται πιὰ παρὰ μόνο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, στὸ μέγα ἀπόδειπνο.

Ὁ πρῶτος, τὸ γνωστὸ «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», εἶναι μία ἐκλογὴ ἀπὸ τὴν ὠδὴ τοῦ Ἠσαΐα, ποὺ βρίσκεται στὸ 8ο καὶ 9ο κεφάλαιο τοῦ ὁμώνυμου προφητικοῦ βιβλίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἶναι ἕνας ὕμνος θριάμβου καὶ ἐγκαρτερήσεως. Ψάλλεται κατὰ στίχο κατὰ τὸν ἀρχαῖο τρόπο, μὲ ἐφύμνιο τὸ «ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Κατὰ τὸν ἅγιο Πατέρα Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ ὁ ὕμνος αὐτὸς ψάλλεται στὸ ἀπόδειπνο «κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δαιμόνων… ποὺ ἐκδηλώνουν τὴν πονηρὴ δύναμή τους κατὰ τὴ νύκτα».

Ὁ δεύτερος ὕμνος εἶναι ἕνα ἀρχαϊκὸ πρωτοχριστιανικὸ ποιητικὸ κείμενο σὲ στίχους ἑνδεκασύλλαβους, ποὺ τὸ βρίσκομε καὶ σὲ πάπυρο τοῦ 6ου αἰώνα. Δοξολογία ἀγγελικὴ καὶ ἀνθρώπινη πρὸς τὸ δημιουργὸ καὶ δέηση ἑνώνονται ἁρμονικὰ στὸ ὡραῖο αὐτὸ ὑμνογράφημα τὸ «Ἡ ἀσώματος φύσις τὰ χερουβείμ…»

Τέλος ἕνας τρίτος ὕμνος λαϊκῆς ἐμπνεύσεως. Εἶναι γεμάτος κατάνυξη καὶ σύντονη δέηση. Ὅλοι οἱ ἅγιοι προβάλλονται στὸ Θεὸ γιὰ πρεσβεία ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἀρχίζει μὲ τὸ«Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν».

Ἀπό τό βιβλίο: «Λογικὴ Λατρεία», Θεσ/νίκη 1971

ηλεκτρονική πηγή: http://www.imaik.gr/?p=8348


Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου (ολόκληρη) Ἀρχονταρίκιον



.
“ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ” ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ
.
“ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ” ΧΟΡΩΔΙΑ ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑ ΗΧΟΣ ΠΛ. Β΄
Ἡ ἀσώματος φύσις, τὰ Χερουβείμ, ἀσιγήτοις σε ὕμνοις, δοξολογεῖ.
Ἑξαπτέρυγα ζῷα, τὰ Σεραφείμ, ταῖς ἀπαύστοις φωναῖς σε, ὑπερυψοῖ.

Τι είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία;


Μικροξυλογλυπτική: Πρόσοψη από Αρτοφόριο Οξιά 15Χ20 εκ φωτο από:http://www.pigizois.net/Jyloglypta/mikroxilogliptiki.htm

Μικροξυλογλυπτική: Πρόσοψη από Αρτοφόριο Οξιά 15Χ20 εκ -φωτο από:http://www.pigizois.net/Jyloglypta/mikroxilogliptiki.htm


(+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Η θεία λειτουργία ποὺ τελεῖται κατὰ κανόνα τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευὴ τῶν ἑβδομάδων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὀνομάζεται προηγιασμένη . Γιατί ὀνομάζεται ἔτσι, καὶ γιὰ ποιό λόγο θεσπίσθηκε ἡ λειτουργία αὐτή, εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσουμε μὲ λίγα ἁπλᾶ λόγια.

.
Γιὰ νὰ τελεσθῇ ἡ θεία λειτουργία, χρειάζεται ἄρτος καὶ οἶνος, ψωμὶ καὶ κρασί. Χωρὶς αὐτὰ λειτουργία δὲν γίνεται. Αὐτὰ ὁ ἱερεὺς τὰ βάζει ἐπάνω στὴν ἁγία τράπεζα· τὸν ἄρτο στὸ δισκάριο καὶ τὸν οἶνο στὸ ἅγιο ποτήριο.Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ μένουν ἔτσι μέχρι τέλους τῆς λειτουργίας; Ὄχι. Μένουν κρασὶ καὶ ψωμὶ μέχρι τὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἀκοῦμε «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν, κατὰ πάν τα καὶ διὰ πάντα» . Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ ἱερεὺς μέσα στὸ ἅγιο βῆμα προσεύχεται, καὶ οἱ Χριστιανοὶ ἔξω γονατιστοὶ προσεύχονται, καὶ ὅλη ἡ Ἐκκλησία παρακαλεῖ τὸ Θεό, γιὰ νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα, τὸ θαῦμα τῶν πιστῶν – ἐκεῖνοι ποὺδὲν πιστεύουν, ὅσα καὶ νὰ τοὺς ποῦμε, δὲν παραδέχονται τὸ θαῦμα. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἱερεὺς παρακαλεῖ καὶ λέει «Μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ» , τὴν ὥρα ἐκείνη τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καταβαίνει, καὶ τὸ ψωμὶ γίνεται σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ κρασὶ γίνεται αἷμα Χριστοῦ . Αὐτὸ εἶνε τὸ θαῦμα.
.
-Μά…, θὰ πῇ κάποιος ὀλιγόπιστος.Δὲν ἔχει μά. Ἂν δὲν ἔχῃς πίστι , μὴν πατᾷςστὴν ἐκκλησία. Προτιμότερο νὰ κάθεσαι στὸσπίτι σου ἢ στὸ καφφενεῖο, παρὰ νὰ πᾷς στὴνἐκκλησία χωρὶς νὰ πιστεύῃς.Τὴν ὥρα λοιπὸν ποὺ γονατίζουμε, στὸ «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν…» , γίνεται τὸ μεγάλο θαῦμα.
–Μὰ πῶς ; θὰ ρωτήσετε.
Σᾶς ἐρωτῶ κ᾿ ἐγώ· εἶνε τὸ μόνο μυστήριο; Ὅσοι ἀποροῦν, πῶς γίνεται τὸ ψωμὶ σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ κρασὶ αἷμα Χριστοῦ, τοὺς ἀπαντοῦμε, ὅτι δὲν εἶνε αὐτὸ τὸ μόνο μυστήριο.
.
Ὅλη ἡ ζωὴ εἶνε γεμάτη μυστήρια .
Ἂν πᾷς λ.χ. σ᾿ ἕνα ἀμπέλι , τί βλέπεις; Ἕνα κούτσουρο καὶ μία ῥίζα. Ἡ ῥίζα τί κάνει; Ῥουφάει νερό, καὶ τὸ νερὸ γίνεται σταφύλι, γίνεται κρασί . Ρωτῆστε ὅποιον γεωπόνο θέλετε·πῶς ἡ ῥίζα τῆς κληματαριᾶς παίρνει τὸ νερὸ καὶ τὸ κάνει κρασί; Δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ. Ἕνα περιβόλι, ἔχει λεμονιές, πορτοκαλιές, μηλιὲς κ.τ.λ.. Τί τραβᾶνε οἱ ῥίζες τους; Νερό ·καὶ τὸ νερὸ αὐτὸ ἡ λεμονιὰ τὸ κάνει λεμόνι,ἡ πορτοκαλιὰ πορτοκάλι, ἡ μηλιὰ μῆλο. Πῶςγίνεται αὐτό; Μυστήριο , δὲν μπορεῖς νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃς. Ἄνοιξε καὶ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς· θὰ βρῇς κάρβουνο. Τὸ κάρβουνο αὐτὸ ζυμώνεται ἐκεῖ καὶ γίνεται διαμάντι! Ἔ λοιπόν· αὐτὸς ποὺπαίρνει τὸ κάρβουνο καὶ τὸ κάνει διαμάντι,αὐτὸς ποὺ παίρνει τὸ νερὸ καὶ τὸ κάνει κρασί, αὐτὸς ποὺ παίρνει τὸ νερὸ καὶ τὸ κάνει λεμόνι ἢ πορτοκάλι, αὐτὸς μπορεῖ νὰ πάρῃ ἐδῶ τὸ ψωμὶ καὶ νὰ τὸ κάνῃ σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ κρασὶ νὰ τὸ κάνῃ αἷμα Χριστοῦ. Καὶ αὐτὸ τὸ θαῦμα γίνεται τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται ὁ ἱερεύς. Πίστις χρειάζεται.




Πότε γίνεται τὸ θαῦμα; Στὴ θεία λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου . Στὴ λειτουργία τῶν προηγιασμένων δὲν γίνεται μεταβολή, δὲν γίνεται αὐτὸ τὸ θαῦμα.
–Δὲν γίνεται θαῦμα; Τί λές;
Δὲν γίνεται, γιατὶ ἔχει γίνει. Τὰ τίμια δῶρα εἶνε ἤδη ἁγιασμένα, εἶνε «προηγιασμένα» .Αὐτὰ ποὺ ἔχουμε ἐπάνω στὴν ἁγία τράπεζα,δὲν γίνονται τὴν ὥρα αὐτὴ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, ἀλλὰ ἔχουν γίνει προηγουμένως. Πότε;Τὸ Σάββατο ἢ τὴν Κυριακή , στὴν προηγουμένη θεία λειτουργία, ὁ ἱερεὺς κρατάει τὸν ἁγιασμένο ἄρτο καὶ τὸν φυλάει γιὰ τὴν προηγιασμένη. Γι᾿ αὐτὸ βλέπετε στὶς ἄλλες θεῖες λειτουργίες, στὴ μεγάλη εἴσοδο, ὅταν βγαίνειὁ ἱερεὺς καὶ κρατάει τὰ ἅγια στὸ «Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες…» , δὲν γονατίζουμε· γιατὶ δὲν εἶνε ἀκόμα ἁγιασμένα. Ἐνῷ στὴν προηγιασμένη ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ εἶνε ἁγιασμένα ὅλα· γι᾿ αὐτὸ ὅταν γίνεται ἡ μεγάλη εἴσοδος καὶ ψάλλουμε τὸ «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν…» , γονατίζουμε ὅλοι·διότι περνάει ὁ Χριστός. Αὐτὴ εἶνε ἡ διαφορὰ τῆς προηγιασμένης θείας λειτουργίας ἀπὸτὶς ἄλλες τὶς τέλειες θεῖες λειτουργίες.
.
–Μά, θὰ πῆτε, γιατί νὰ ἁγιάζωνται ἀπὸ τὴν προηγουμένη θεία λειτουργία;
Ὑπάρχει ἀνάγκη . Διότι τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ μόνο Σάββατο καὶ Κυριακὴ ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται πλήρης θεία λειτουργία.
–Γιατί ὄχι καὶ τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος;Διότι ἡ θεία λειτουργία εἶνε πανήγυρις, εἶνε Πάσχα Κυρίου, εἶνε χαρμόσυνη ἑορτή. Καὶἐπειδὴ ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶνε πένθιμη
περίοδος, δὲν ἐπιτρέπεται θεία λειτουρ-γία παρὰ μόνο Σάββατο καὶ Κυριακή.

.
–Αὐτὸς μόνο εἶνε ὁ λόγος;Εἶνε καὶ ὁ ἑξῆς. Ὅσοι ἤθελαν νὰ κοινωνήσουν, ἔπρεπε νὰ περιμένουν τὸ Σάββατο καὶτὴν Κυριακή. Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως τῶν πρώτων αἰώνων δὲν μποροῦσαν νὰ μείνουν Δευτέρα,Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευὴ χωρὶς θεία κοινωνία.
Ἤθελαν νὰ κοινωνοῦν τακτικά, εἶχαν μεγάλο πόθο. Ὁ μέγας Βασίλειος λέει, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ τότε κοινωνοῦσαν καὶ Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ καὶ κάθε μέρα ἀκόμη. Γι᾿ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ζωντανοὺς Χριστιανούς, ποὺ εἶχαν ζῆλο, ἡ Ἐκκλησία ὥρισε νὰ γίνεται ἡ προηγιασμένη θεία λειτουργία καὶ νὰ κοινωνοῦν οἱ πιστοί. Μὲ τὴν προηγιασμένη θεία λειτουργία δίδεται ἡ εὐκαιρία στοὺς Χριστιανοὺς νὰ κοινωνοῦν συχνά.Τώρα ἄλλαξαν τὰ χρόνια.
.
Οἱ Χριστιανοὶ εἶ νε τόσο ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι, ποὺ πολλοὶ κοινωνοῦν μιὰ φορὰ τὸ χρόνο , τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἢ τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως ἢ τὰ Χριστούγεννα. Μερικοὶ πάλι κοινωνοῦν δυὸ ἢ τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο. Κάποιοι ἄλλοι σπάνια κοινωνοῦν.Ἡ προηγιασμένη εἶνε μιὰ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει νὰ κοινωνοῦμε ὅσο μποροῦμε συχνότερα . Ἐμεῖς ποιά συμβουλὴ νὰ δώσουμε στὴ σημερινή μας ἐποχή; Τίθεται τὸ ἐρώτημα· νὰ κοινωνοῦμε δύο ἢ τρεῖς φορὲς τὴν ἑβδομάδα, ὅπως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί;
Νὰ κοινωνοῦμε πέντε καὶ δέκα φορὲς τὸχρόνο; Νὰ κοινωνοῦμε μόνο τὸ Πάσχα καὶ τὰΧριστούγεννα;Ἐμένα ρωτᾶτε; Ρωτῆστε τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο· καὶ ὅ,τι μᾶς πῇ ἐκεῖνος, αὐτὸ νὰ κάνουμε.



Ρώτησαν πράγματι τὸ Χρυσόστομο,ποὺ ἔκανε τὴ θεία Λειτουργία, καὶ ὁ ἅγιος πατέρας τοὺς ἀπήντησε· «Εἶσαι ἕτοιμος; Κοινώνα κάθε μέρα . Δὲν εἶσαι ἕτοιμος; οὔτε τὴ Λαμπρὴ νὰ μὴν κοινωνήσῃς· γιατὶ καὶ ὁ Ἰούδας κοινώνησε ἀλλὰ κολάστηκε».Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγάλο ζήτημα· ὄχι πόσες φορὲς θὰ κοινωνοῦμε, ἀλλὰ πόσες φορὲς θὰ εἴμαστε ἕτοιμοι . Καὶ γιατί νὰ μὴν εἴμαστε ἕτοιμοι; Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται νὰ ἑτοιμαστοῦμε .Βέβαια εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἔχουμε ἀκάθαρτη ψυχή, εἴμαστε ἀνάξιοι νὰ πλησιάσουμε τὴ θεία κοινωνία. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει τρόπος νὰ καθαριστοῦμε. Δίπλα μας τρέχει τὸ ποτάμι. Εἴμαστε ἀκάθαρτοι; ἂς πᾶμε νὰ καθαριστοῦμε .Ἔρχεται Λαμπρὴ καὶ θὰ πρέπῃ νὰ εἶνε ὅλα καθαρά· τὰ ποτήρια, τὰ τζάμια, τὰ παράθυρα,τὰ ἔπιπλα… Τὰ πάντα καθαρά, καὶ ἡ καρδιά μας νὰ εἶνε ἀκάθαρτη; Ὅπως οἱ νοικοκυρὲς ἔχουν μεγάλη φροντίδα γιὰ τὸ σπίτι, ἔτσι νὰ φροντίσουμε ὅλοι νὰ καθαρίσουμε καὶ τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Πλυντήριο καὶ ποτάμι ποὺ καθαρίζει εἶνε ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἱερὰ ἐξομολόγησις. Στὴν ἐξομολόγησι νὰ πᾶμε ὅλοι· καὶ ὁ πιὸ ἅγιος ἀκόμα νὰ περάσῃ ἀπὸ ἱερὰ ἐξομολόγησι, νὰ καθαριστῇ· καὶ ὅταν εἶνε καθαρός, τότε νὰ προσέλθῃ στὴ θεία κοινωνία.

Ἡ θεία κοινωνία, γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἑτοιμάστηκε, θὰ εἶνε ζωή, θὰ εἶνε ἀπόλαυσις, θὰ εἶνε φάρμακο, θὰ εἶνε αὐτὸς ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά του.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶχα νὰ σᾶς πῶ ὡς πρὸς τὰ προηγιασμένα ἅγια δῶρα.
Συνεπῶς, ὅσοι ἀπὸ σᾶς κάνατε τὴ θυσία νὰ νηστέψετε σήμερα, ὅσοι ἔχετε προετοιμαστῆ καὶ ἐξομολογηθῆ τὰ ἁμαρτήματά σας, ὅσοι αἰσθάνεστε τὸ Χριστὸ μέσα στὴν καρδιά σας,νὰ πλησιάσετε τώρα ποὺ θὰ βγῇ τὸ ἅγιο ποτήριο καὶ νὰ κοινωνήσετε. Οἱ ἄλλοι δὲν πρέπει νὰ κοινωνήσουν, ἀλλὰ νὰ φροντίσουν νὰ τακτοποιήσουν τὸν ἑαυτό τους, νὰ πλύνουνμὲ τὴν ἐξομολόγησι τὰ ἀκάθαρτα ποὺ ἔχουν μέσα στὴν ψυχή τους, καὶ ἔτσι καθαροὶ πλέον νὰ πλησιάσουν τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ νὰ ἑορτάσουν τὰ πάνσεπτα πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἔνδοξο ἀνάστασί του· ἀμήν.
.


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Τετάρτη 23-4-1975.


το κείμενο από:http://aktines.blogspot.gr/

ΠΗΓΗ

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

“Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου”

Φωτογραφία της Άννα Βαρουδάκη.

Η προσευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου

π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ SCHMEMANN (Σμέμαν)

Ανάμεσα σ’ όλες τις προσευχές και τους ύμνους της Μεγάλης Σαρακοστής μια σύντομη προσευχή μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Άγιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής:

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δώς. Πνευμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισέ μοι τω σω δούλω. Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου· ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων.Αμήν.
Τούτη η προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας της Μ. Τεσσαρακοστής από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή (δεν τη λέμε το Σάββατο και την Κυριακή, όπως θα δούμε και πιο κάτω, γιατί οι ακολουθίες αυτές τις δύο μέρες δεν έχουν το τυπικό της Σαρακοστής). Την πρώτη φορά λέγοντας την προσευχή κάνουμε μια μετάνοια σε κάθε αίτηση. Έπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Ολόκληρη η προσευχή επαναλαμβάνεται με μια τελική μετάνοια στο τέλος της προσευχής.

Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μ. Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και όλα τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της Μ. Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ’ όλα στην απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό.

Η βασική μας ασθένεια είναι η αργία. Είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και η
παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξής μας που πάντα μας σπρώχνει προς τα «κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι δυνατὸ ν’ αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή. Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματικὴ πρόκληση απαντάει με το «γιατί;» και καταντάει τη ζωή μας μια απέραντη πνευματική φθορά. Αυτή είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα στην πιο βαθιά της πηγή.

Το αποτέλεσμα της «αργίας», είναι η λιποψυχία. Είναι μια κατάσταση δειλίας που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας τη θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο της ψυχης. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να βλέπει καθετί καλό ή θετικό! Ειναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και στην απαισιοδοξία. Είναι στ’ αλήθεια μια δαιμονικὴ δύναμη μέσα μας γιατί ο Σατανάς είναι βασικὰ ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό και για τον κόσμο· γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι η αυτοκτονία της ψυχής, γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται απ’ αυτή είναι εντελώς ανίκανος να δει το φως και να το επιθυμήσει.

Πνεύμα φιλαρχίας ! Φαίνεται παράξενο πως η αργία και η λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντάς την άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν ν’ αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα. Αν η ζωή μου δεν είναι προσανατολισμένη προς το Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι γίνονται τα μέσα για τη δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω να εκτιμώ καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις. Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους άλλους. Μπορεί επίσης να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος, φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με τη «λιποψυχία» που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους· έτσι συμπληρώνεται η πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία.

Τέλος είναι η αργολογία. Απ’ όλα γενικά τα δημιουργήματα μόνον ο άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σ’ αυτό το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της θείας εικόνας στον άνθρωπο γιατί ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφτηκε σαν Λόγος. Αλλά όντας ο λόγος το ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρὶαρχη έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο λόγο, είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει· ο λόγος εμπνέει και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι μέσο της Αλήθειας αλλά είναι και μέσο για δαιμονικό ψέμα. Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του γίνεται αργολογία. Ενισχύει την αργία, τη λιποψυχία και τη φιλαρχία και μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας.

Αυτά τα τέσσερα σημεία ειναι οι αρνητικοί «στόχοι» της μετάνοιας. Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα μετακινήσει. Ακριβώς γι’ αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής ειναι μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου ανθρώπου. Στη συνέχεια η προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετάνοιας που πάλι είναι τέσσερις.

Η Σωφροσύνη ! Αν δεν περιορίσουμε- πράγμα που συχνά πολύ λαθεμένα γίνεται- την έννοια της λέξης «σωφροσύνη»μόνο στη σαρκική σημασία της θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν το θετικό αντίστοιχο της λέξης “αργία”. «Αργία», πρώτα απ’ όλα, είναι η αδράνεια, τὸ σπάσιμο της διορατικότητας και της ενεργητικότητάς μας, η ανικανότητα να βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτὴ η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την αδράνεια. Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την αντίθετη απὸ τη σαρκική διαφθορά, ειναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενά αλλού δεν φαίνεται καλύτερα παρά στη σαρκική επιθυμία, που είναι αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτό αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των αξιών, με το να μας οδηγεί πίσω στο Θεό.

Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη. Πάνω απ’ όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο συνήθως ζούμε. Μόνη η ταπεινοφροσύνη είναι άξια της αλήθειας· μόνο μ’ αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και να δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την καλωσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Μετά τη σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο, ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκώς» άνθρωπος είναι ανυπόμονος, γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του, και βιαστικός στο να κρίνει και να καταδικάσει τους άλλους. Με διασπασμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του εκτός από τον εαυτό του, θέλει η ζωή του να είναι πετυχημένη τώρα, αυτή τή στιγμή. Η υπομονή, βέβαια, είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι «συγκαταβατικός» αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η εσωτερική πραγματικότητά τους, την οποία εμείς με την τυφλότητά μας δεν μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σ’ Αυτόν. Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτη την απέραντη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού.

Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπος όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει, μπορεί να δοθεί μόνο απο το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό για κάθε πνευματική προετοιμασία και άσκηση.

Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου Εφραίμ με την οποία ζητάμε: «δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου…». Εδώ τελικά δεν υπάρχει παρά μόνο ένας κίνδυνος: η υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια είναι η πηγή του κακού και όλο το κακό είναι η υπερηφάνεια. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι αρκετό για μένα να βλέπω τα «εμά πταίσματα» γιατί ακόμα και αυτή η φαινομενική αρετή μπορεί να μετατραπεί σε υπερηφάνεια. Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από προειδοποιήσεις για την ύπουλη μορφή ψευτοευσέβειας η οποία στην πραγματικότητα με το κάλυμμα της ταπεινοφροσύνης και της αυτομεμψίας μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά δαιμονική υπερηφάνεια. Αλλά όταν βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, όταν με άλλα λόγια, η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη γίνονται ένα σε μας, τότε και μόνο ο αιώνιος εχθρός – η υπερηφάνεια – θα αφανιστεί μέσα μας.

Μετά από κάθε αίτηση στην προσευχή τούτη κάνουμε μια μετάνοια (γονυκλισία). Οι μετάνοιες δεν περιορίζονται στην προσευχή του Αγίου Εφραίμ αλλά αποτελούν ένα από τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά ολόκληρης της λατρείας της Μ. Σαρακοστής. Εδώ πάντως το νόημα τους αποκαλύπτεται περισσότερο απ’ όπουδήποτε αλλού.

Στην συνεχή και δύσκολη προσπάθεια της πνευματικής ανάρρωσης, η Εκκλησία δεν ξεχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Ο όλος άνθρωπος απομακρύνθηκε από το Θεό· ο όλος άνθρωπος πρέπει να ανορθωθεί, ο όλος άνθρωπος πρέπει να γυρίσει. Η καταστροφή της αμαρτίας υπάρχει όταν νικάει η σάρκα – το ζωώδες, το παράλογο, η σαρκική επιθυμία μέσα μας – το πνευματικό και το θείο. Αλλά το σώμα είναι δοξασμένο, το σώμα είναι άγιο, τόσο άγιο που ο ίδιος ο Θεός «σάρξ εγένετο». Η σωτηρία και η μετάνοια, επομένως, δεν είναι περιφρόνηση του σώματος ούτε παραμέλησή του, αλλά είναι αποκατάσταση του σώματος στην πραγματική του λειτουργικότητα που είναι η έκφραση και η ζωή του πνεύματος, ο ναός της ανεκτίμητης ανθρώπινης ψυχής. Η χριστιανική ασκητική είναι αγώνας όχι κατά αλλά υπέρ του σώματος. Γι’ αυτό το λόγο ο όλος άνθρωπος – ψυχή και σώμα – μετανοεί. Το σώμα παίρνει μέρος στην προσευχή της ψυχής καθώς αυτή προσεύχεται μέσα στο σώμα και διά του σώματος. Έτσι οι γονυκλισίες, τα «ψυχοσωματικά» δείγματα της μετάνοιας, της ταπεινοφροσύνης, της λατρείας και της υπακοής, είναι μια ιεροτελεστία κατ’ εξοχήν της Μ. Τεσσαρακοστής.

..
Alexander Schmemann, Μεγάλη Σαρακοστή πορεία προς το Πάσχα, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σ. 39-44)


ΠΗΓΗ

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

ΣΟΚ! Ετοιμάζουν την «Παγκόσμια Εκκλησία» και το διατυμπανίζουν! Θηλιά του Ισραήλ στην Χριστιανοσύνη στους Αγίους Τόπους .


Κι ενώ το περίφημο «Jaffagate» με τις περίεργες αγοραπωλησίες γης του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στους Αγίους Τόπους και την κραυγή αγωνίας προς την διεθνή κοινότητα από τον Πατριάρχη Θεόφιλο καλά κρατεί, αποδεικνύεται πως το Ισραήλ συνεχίζει και σε άλλα μέτωπα το σχέδιό του κατά της Χριστιανοσύνης.

Οι ηγέτες των χριστιανικών ομολογιών στην Ιερουσαλήμ λένε ΟΧΙ στο θέμα της φορολόγησης των εκκλησιαστικών περιουσιών!
Οι επικεφαλείς των δογμάτων στην Ιερουσαλήμ υπέβαλαν επίσημο αίτημα στον Δήμο της Ιερουσαλήμ να αποσύρει τη δήλωσή του περί επιβολής δημοτικών φόρων στις περιουσίες της Εκκλησίας.

Μια δήλωση που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη από τους Πατριάρχες και τους Αρχηγούς των Εκκλησιών στην Ιερουσαλήμ δηλώνει ότι η πρόθεση να επιβληθεί δημοτικός φόρος στις Εκκλησίες αντιφάσκει με την ιστορική θέση μεταξύ των Εκκλησιών και των πολιτικών αρχών κατά τη διάρκεια των αιώνων. Αναφέρει επίσης ότι οι πολιτικές αρχές ανέκαθεν αναγνωρίζουν και σέβονται τη μεγάλη συμβολή των χριστιανικών εκκλησιών, οι οποίες επενδύουν δισεκατομμύρια σε σχολές, νοσοκομεία και σπίτια για τους ηλικιωμένους και τους μειονεκτούντες, στους Αγίους Τόπους.

Η δήλωση αναφέρει ακόμη ότι η επιβολή φόρων στις Εκκλησίες υπονομεύει τον ιερό χαρακτήρα της Ιερουσαλήμ και θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα της Εκκλησίας να διεξάγει τη διακονία της σε αυτή τη γη για λογαριασμό των κοινοτήτων της και της Παγκόσμιας Εκκλησίας!!!!!

Κι εδώ είναι και το …. μαργαριτάρι! Ποια είναι η «Παγκόσμια Εκκλησία» στην οποία αναφέρονται οι εκπρόσωποι των δογμάτων; Πως υπογράφεται δήλωση η οποία περιλαμβάνει τέτοια αναφορά; Τι μας ετοιμάζουν με άλλοθι την κοινή απειλή; Είτε αυτή η απειλή λέγεται εκκλησιαστικός φόρος είτε σε άλλες περιπτώσεις απειλή κατά των Χριστιανών, είτε απειλή για το περιβάλλον, είτε οτιδήποτε άλλο σκεφτεί η δαιμονική πανθρησκεία και το τέρας του οικουμενισμού!

Πάντως Πατριάρχες και οι Αρχηγοί των Εκκλησιών υπέβαλαν επίσημο αίτημα στον Δήμο να ανακαλέσει τη δήλωσή του και να διασφαλίσει ότι διατηρείται το status quo που επιβλήθηκε από την ιερή ιστορία και ότι δεν παραβιάζεται ο χαρακτήρας της Ιεράς Πόλης της Ιερουσαλήμ. Η δήλωση υπογράφεται από δεκατρείς αρχηγούς εκκλησιών και χριστιανικών κοινοτήτων που βρίσκονται στην Ιερουσαλήμ.

ΠΗΓΗ

Mε αφορμή την Κυριακή της Ορθοδοξίας.Τα αναθέματα του Συνοδικού.

anastilosi-twn-eikonwn

«Ει τις μη αναθεματίζει Άρειον, Ευνόμιον, Μακεδόνιον, Απολινάριον, Νεστόριον, Ευτυχέα, και Ωριγένην , μετά των ασεβών αυτών συγγραμμάτων, και τους άλλους πάντας αιρετικούς, τους κατακριθέντας και αναθεματισθέντας υπό της αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και των προειρημένων αγίων τεσσάρων συνόδων, και τους τα όμοια των προειρημένων αιρετικών φρονήσαντας ή φρονούντας και μέχρι τέλους τη οικεία ασεβεία εμμείναντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω…» (Ε΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ 553 μ.Χ – ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΜΟΣ Α΄- Σελ. 721 ΑΘΗΝΑΙ 1992).
Ὁμιλεῖ (η Σύνοδος) ξεκάθαρα ὅμως καί γιά τούς τά ὅμοια τῶν πρειρημένων αἱρετικῶν φρονήσαντας ἤ φρονοῦντας καί ὄχι μόνον γιά τούς κατακριθέντες καί ἀναθεματισθέντες, εἴ τις μή ἀναθεματίζει … ἀνάθεμα ἔστω!

Σημειωτέον ὅτι τό κείμενο εἶναι ἀπό τόν ὅρον τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς. Αὐτόν ἐκύρωσε καί ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική καί γι αὐτό σημειώσαμε ὅτι καί ἡ Ζ΄ τά ἴδια λεγει (Πρακτικά δ΄συνεδρίας), ἀφοῦ ἐκεῖ τονίζεται: “Ἡμεῖς δέ κατά πάντα τῶν αὐτῶν θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν τά δόγματα καί πράγματα κρατοῦντες, μηδέν ἀφαιροῦντες τῶν ἐξ αὐτῶν παραδοθέντων ἡμῖν, ἀλλά τούτοις βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα, οὕτως ὁμολογοῦμεν, οὕτως διδάσκομεν,καθώς αἱ ἅγιαι οἰκουμενικαί ἕξ σύνοδοι ὥρισαν καί ἐβεβαίωσαν” καί πάλιν: “ἑπόμενοι ταῖς ἁγίαις ἕξ Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, πρῶτα μέν ἐν τῆ λαμπρᾶ Νικαέων μητροπόλει συναθροισθείση” “Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ἐκκλησιαστικήν ἔγγραφον ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα ἔστω” (MCC XIII, 397- 400, 413/4 καί MCC XIII, 129- 133, γιά νά παραπέμπουμε μέ τόν διεθνῆ ἀποδεκτό τρόπο παραπομπῶν, πού χρησιμοποιεῖ καί ὁ Ρωμανίδης).

Ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος κάνει διάγνωση τῆς ἤδη ἐπελθούσης σήψεως καί τῆς αὐτο-ἀποκοπῆς ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, τούς ὁποίους καί ἀναθεματίζει. (Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας): τοῖς οὖν ἀνεπιστρόφως τῆ πλάνῃ ταύτῃ κατεχομένοις, καί πρός πάντα λόγον θεῖον καί πνευματικήν διδασκαλίαν τά ὦτα βεβυσμένοις, ὡς ἤδη λοιπόν σεσηπόσι καί τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀποτεμοῦσιν ἑαυτούς, ἀνάθεμα”. (Βλ. Ρωμανίδη, Δογματική, τόμος Β΄, σελ. 129 στό ἀπόσπασμα πού παραθέτει ἀπό τό Συνοδικό καί στό Τριώδιο, Σαλιβέρου, Ἀθῆναι 1926, σελ. 145 ἑξ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1960, σελ. 144 ἑξ.).

Ἐνῶ τό ἀνάθεμα πού ἐκφωνοῦμε τήν ἑπόμενη Κυριακή τῆς φιλτάτης Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀποφασιστικῆς καί καταλυτικῆς σημασίας: Ἅπαντα τά παρά τήν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδήμων Πατέρων καινοτομηθέντα” καί τώρα, πρόσεξε φίλε τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀληθείας ἑπόμενε: “ἤ μετά τοῦτο πραχθησόμενα” ἀνάθεμα γ΄).

Θά λέγαμε, λοιπόν, ἑπόμενοι τῶν ἐπί Βέκκου μαρτυρησάντων θεοφόρων Πατέρων μας καί Μαρτύρων:

Σκηνικῶς παίξομεν;

Ὅταν κλῆρος καί λαός ἀναθεματίζει, οὕς ἀναθεμάτισαν οἱ Πατέρες μας καί δή ἐν ἐπιτραχηλίῳ ἤ ἐν ὠμοφορίῳ, ὅταν παρίσταται ἀρχιερεύς ἤ ἡ Σύνοδος πᾶσα ἀπό τοῦ ἄμβωνος, συναινοῦντος καί συναναθεματίζοντος τοῦ λαοῦ ὅλους τούς αἱρετικούς, διότι μᾶς προστάσσει ἡ Ἁγία Ζ΄: πᾶσιν τοῖς Αἱρετικοῖς ἀνάθεμα γ΄;

Υπάρχουν μερικοί οι οποίοι υπό το πρόσχημα της αγάπης(=αγαπολογίας), προσπαθούν να πείσουν τους χριστιανούς να μην ασχολούνται με δόγματα και κανόνες, διότι δήθεν αυτά δεν είναι (όπως λέγουν οι ίδιοι) για εμάς τους αμαρτωλούς!

Χρησιμοποιούν εδάφια του Ευαγγελίου επιλεκτικά, τονίζοντας τα συγκεκριμένα χωρία (περί αγάπης), αποσιωπώντας όμως όλα τα υπόλοιπα που ομιλούν δια τους ψευδοπροφήτας αιρετικούς και τα οποία μας διδάσκουν την απομάκρυνση από αυτούς!

Λέγουν ότι εμείς πρέπει να ασχολούμαστε με τα πάθη μας και με τα περί «αγάπης»=αγαπολογίας , και μάλιστα να κάνουμε ένα ακόμα μεγάλο βήμα!! ποιό είναι αυτό; να μην κάνουμε τα λάθη των προηγουμένων, αλλά να τα διορθώσουμε!!! Ποιοί είναι αυτοί οι ”προηγούμενοι” και ποιά λάθη έκαναν, πιστεύουμε ότι όλοι καταλάβατε!!

Είναι όμως όπως τα λέγουν;

Οι πατέρες ερωτούν; Τί έκ των δύο είναι αναγκαίον διά τήν έν Χριστώ σωτηρίαν; Το δόγμα ή η ηθική εντολή; Αμφότερα απαντά ή Εκκλησία διά τού αγίου Γρηγορίου Νύσσης, κυριώτερον όμως τούτων είναι η δογματική αλήθεια του Ευαγγελίου.

Ότε ο Κύριος μετά την Αναστασίν του Του απέστελλε τούς Αποστόλους είς τά έθνη, παρήγγειλε «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς είς τό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. αη΄ 19 – 20). Διά τών λόγων τούτων ο Σωτήρ διαιρεί «είς δύο τήν τών Χριστιανών πολιτείαν, είς τε τό ηθικόν μέρος, καί είς τήν τών δογμάτων ακρίβειαν» (Γρηγορίου Νύσσης, PG 46, 1089). Καί ενώ «τόν… βίον ημών διά τής τηρήσεως τών εντολών Αυτού κατορθούσθαι κελεύειν» (αυτόθι), «το… σωτήριον δόγμα έν τή τού βαπτίσματος παραδόσει κατησφαλίσατο» (αυτόθι). Έχρηζε γάρ μείζονος προστασίας, ώς φέρον τήν μεγαλυτέραν ψυχικήν ωφέλειαν.

Το δόγμα επέχει έναντι της ηθικής εντολής θέσιν «κυριωτέρου καί μείζονος» καί «τής μεγάλης καί πρώτης ελπίδος», ήτις όμως δέν συμπαρίσταται «έν περί το δόγμα πλάνη τοίς απατηθείσιν» (αυτόθι). Η παράβασις τής ηθικής εντολής, έν συγκρίσει πρός τήν περί τό δόγμα πλάνην, φέρει «μικροτέραν τή ψυχή τήν ζημίαν» (αυτόθι), ή δέ δευτέραν τήν μεγαλυτέραν. Μή υπάρχοντος τού ορθού δόγματος, «μηδέ είτι διά τών εντολών κατορθωθή κέρδος» (αυτόθι) δύναται νά παραμείνει είς τήν ψυχήν. Όπως «ή πίστις χωρίς τών έργων νεκρά εστίν» (Ιακ. β΄ 20), ούτω καί τα έργα, καί πολλώ μάλλον, άνευ τής ορθής πίστεως είναι ανώφελα.

Διό ο εχθρός τής έν Χριστώ σωτηρίας Διάβολος άφησε «τό… κατά τάς εντολάς μέρος… απαρεγχείρητον (απρόσβλητον)», «ώς μικροτέραν φέρον τή ψυχή την ζημίαν», γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης (αυτόθι). Πάσα δέ σχεδόν η σπουδή αυτού εστράφη εναντίον τού «κυριωτέρου καί μείζονος», ηγούν τού δόγματος, καθ΄ ότι, διά της παρατροπής από τής ορθοδόξου πίστεως, καί τό μικρόν έκ τής τηρήσεως των εντολών κέρδος καταλύεται.

Σήμερον η πονηρά αύτη μεθοδεία τού Διαβόλου λαμβάνει καί τήν τακτικήν τής σιωπής επί της δογματικής αληθείας καί της αποφυγής τών δογματικών συζητήσεων, άτινα κηρύσσονται υπό τής αιρέσεως τού Οικουμενισμού.

Πρώτη είναι η ορθόδοξος πίστις, έν ταύτη ενυπάρχει η μεγάλη ελπίς, καί έκ ταύτης τής πίστεως προέρχεται ή ώς επιστέγασμα μείζων πάντων έν Χριστώ αγάπη (1 Κορ. ιγ΄ 13). Η αληθής αγάπη είναι αδύνατος άνευ τής αποκεκαλυμμένης δογματικής αλήθειας.

Ακόμα μας λέγουν, όπως προαναφέραμε” να διορθώσουμε τα λάθη ”εκείνων”, διότι μας έφεραν σε ”διάσταση” με τους υπολοίπους ”χριστιανούς”, αιρετικούς θα λέγαμε εμείς! Κινούνται όμως από ειλικρινή αγάπη αυτοί που τα λέγουν αυτά; Μάλλον όχι! Εάν είχαν αληθινή αγάπη δεν θα προσπαθούσαν να πλησιάζουν τους Ορθοδόξους με τους λόγους που ήδη προαναφέραμε, αλλά θα πλησίαζαν τους ”αγαπώντες” από αυτούς αιρετικούς δια να τους διδάξουν την ορθή πίστη, και να τους δείξουν την πλάνη τους διότι από ”αγάπη” πονούν δι΄ αυτούς! Όμως βλέπουμε το άκρως αντίθετον!

Πιστεύομε ότι είπαμε ήδη πολλά και θα κλείσουμε το άρθρο μας με ένα επίκαιρο εδάφιο από άρθρο που δημοσιεύσαμε, διότι η Κυριακή που έρχεται είναι η της Ορθοδοξίας.

Εμεἰς ευχόμαστε αυτήν την Κυριακή της Ορθοδοξίας, όσοι λαλούν τους προαναφερόμενους αντιπατερικούς λόγους να λαλήσουν αυτήν την φοράν μαζί με το σώμα της Καθόλου Ορθοδοξίας το:

«Ει τις μη αναθεματίζει Άρειον, Ευνόμιον, Μακεδόνιον, Απολινάριον, Νεστόριον, Ευτυχέα, και Ωριγένην , μετά των ασεβών αυτών συγγραμμάτων, και τους άλλους πάντας αιρετικούς, τους κατακριθέντας και αναθεματισθέντας υπό της αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και των προειρημένων αγίων τεσσάρων συνόδων, και τους τα όμοια των προειρημένων αιρετικών φρονήσαντας ή φρονούντας και μέχρι τέλους τη οικεία ασεβεία εμμείναντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω…»

διότι:

“O μή λέγων τοις αιρετικοίς ανάθεμα, ανάθεμα έστω”! κατά το αθάνατον Συνοδικόν της Ορθοδοξίας μας!

Όσο δια τα περί ”αγάπης”=αγαπολογίας, ας μελετήσουν προσευχόμενοι τα συγγράμματα και τις ερμηνείες των αγίων της Εκκλησίας μας, δια να μπορέσουν να αποκτήσουν την διάκριση των πραγμάτων δια το θέμα που ομιλούμε.

Το «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» είναι εν επισημότατον κείμενον της Εκκλησίας. Είναι «Συνοδικόν». Αλλ’ από τότε που εξεδόθη μέχρι σήμερον, έχουν παρέλθει ένδεκα συναπτοί αιώνες. Και αυτό προβάλλεται υπό των νεωτεριζόντων, ως το τρωτόν του, σημείον. Διότι οι ελευθερίως ερμηνεύοντες την διδασκαλίαν της Εκκλησίας επικαλούνται τι; Τον χρόνον. Λέγουν ότι εκείνα ήσαν καλά δια την εποχήν των. Σήμερον όμως τα πάντα ήλλαξαν. «Γέγονε τα πάντα καινά». Αλλά ποία είναι «εκείνα»; Η δογματική διδασκαλία, η Ηθική, η λειτουργική πράξις, η θεόθεν μαρτυρηθείσα «εν πολλοίς τεκμηρίοις» πνευματική πείρα της Ορθοδοξίας. Αλλάσσουν αυτά; Πως δυνάμεθα να παραθεωρήσωμεν ανενόχως δόγματα, Ορους, Ι. Κανόνας;

Το «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» έχει πολύ ευρυτέραν σημασίαν από μίαν απλήν επισφράγισιν της νίκης κατά των εικονομάχων. Ναι μεν, η αναστήλωσις των Ι. Εικόνων αποτελεί σπουδαιότατον θεολογικόν γεγονός, του οποίου την σημασίαν αναλύουν τα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Αλλ’ η αναδρομή του «Συνοδικού» εις τας αρχάς του 4ου αιώνος και η κατ’ όνομα μνεία, τόσον των προασπιστών των Ορθοδόξων δογμάτων, όσον και των αιρεσιαρχών, εκ του άλλου δε, η προέκτασίς του μέχρι του 14ου αιώνος, εις τας Ησυχαστικάς Έριδας, προσδίδουν εις τούτο τον χαρακτήρα αιωνίου κύρους κώδικος της Εκκλησίας.

Το «ανάθεμα τρις» κατά των αιρετικών και το «αιωνία η μνήμη» δια τους αγωνισθέντας υπέρ της Ορθοδοξίας, μέσα εις τας διαστάσεις δέκα ολοκλήρων αιώνων, αποτελούν την ανακεφαλαίωσιν της διδασκαλίας της Εκκλησίας, ανανεώνουν την στερράν στάσιν της και εξαίρουν το νόημα της Παραδόσεως.

Αυτή η Πράξις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και των Τοπικών της Κωνσταντινουπόλεως του 14ουαιώνος, υπογραμμίζει το αιώνιον και αναλλοίωτον των θείων αληθειών. Και ότι ο χρόνος δια την Εκκλησίαν αποτελεί απλώς την διάρκειαν εντός της οποίας στρατεύεται, ως ζώσα πάντοτε εν τη αισθήσει της αιωνιότητος και υπερβαίνουσα τας εκ του χρόνου μεταβολάς των εγκοσμίων πραγμάτων. Εάν σήμερον συνήρχετο μία Οικουμενική Σύνοδος, δύναταί τις να φαντασθή ότι θα απεφαίνετο διαφόρως απ’ ό,τι η Εβδόμη; Εάν ναι, διατί από την Πρώτην Οικουμενικήν μέχρι την Εβδόμην και μέχρι τας Τοπικάς, αι οποίαι φθάνουν έως τον 19ον αιώνα, δεν εσημειώθησαν παρεκκλίσεις;

Και ετέρα απορία, εις απάντησιν των νεωτερικών. Εάν οι καιροί πρέπει να προσδιορίζουν το πνεύμα της Εκκλησίας, διατί οι τελευταίοι προς ημάς Πατέρες ενέμειναν εις την διδασκαλίαν των Πατέρων των πρώτων αιώνων; Και όχι μόνον ενέμειναν, αλλά και ήντλησαν. Όχι κατά τρόπον δουλικόν, μιμητικόν, αλλά κατά εσωτερικήν κοινωνίαν, εκ ταυτότητος βίου, από «νουν Χριστού».

Και αυτοί δεν είναι ολίγοι και άσημοι. Πλήθη Οσίων και Ομολογητών, που ανέπνεαν Χριστόν, πλήθη αγίων διδασκάλων, από τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμά μέχρις Ιωσήφ

Του Βρυεννίου και του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Πατριάρχου Γενναδίου, Ευγενίου Βουλγάρεως, αγίου Μακαρίου Κορίνθου, Αθανασίου του Παρίου, αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και μέχρις εσχάτων, έως του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. Τι σημαίνει λοιπόν η εμμονή εις την διδασκαλίαν της Εκκλησίας, η ενότης μεταξύ των αγίων Πατέρων, η ακαταμάχητος αυτή Consensus patrum; Τι άλλο από το ότι αυτό το Άγιον Πνεύμα κατευθύνει την Ορθόδοξον Εκκλησίαν μέχρι των ημερών μας;

Βεβαίως, η Εκκλησία δύναται να αλλάσση τρόπους δράσεως, μεθόδους, να χρησιμοποιή κάποιαν συγκατάβασιν. Να προσαρμόζεται, χωρίς να ανατρέπη. Να οικονομή, χωρίς να καταργή. Η λέξις Οικονομία αποτελεί Εκκλησιαστικόν όρον, σημαίνοντα την, λόγω ανυπερβλήτου ανάγκης, προς καιρόν αναστολήν της Ακριβείας. Αλλ’ αυτή η Οικονομία είναι γνωστή από τους Αποστολικούς χρόνους, ότε ο Απόστολος Παύλος «εγένετο τα πάντα τοις πάσιν» εις θέματα εντελώς τυπικά. Απόδειξις τούτου, ότι ο ίδιος εκστομίζει βαρύτατον ανάθεμα εις πάντα, όστις θα «ευηγγελίζετο παρ’ ο ευηγγελίσθη» αυτός, έστω και αν συνέβαινε το αδύνατον, ώστε ο ευαγγελιζόμενος να είναι «άγγελος εξ ουρανού».

Το μάλλον επικρατούν σήμερον ρεύμα μεταξύ των Χριστιανών όλου του κόσμου είναι ο οικουμενισμός. Τι σημαίνει ο νεολογισμός αυτός; Εκάστη «εκκλησία» τον αντιλαμβάνεται κατά τον ιδικόν της τρόπον.

Ο Παπισμός αίφνης τον βλέπει ως ευκαιρίαν απορροφήσεως των πάντων υπό του πάπα. Ο Προτεσταντισμός ως πολυώνυμος και λάλος, ως αντικείμενο ατερμόνων συζητήσεων, προς «εύρεσιν» ορθολογικώς της αληθείας. Η Ορθοδοξία, αυτάρκης εν τη αληθεία της, πέραν της υποχρεώσεώς της να «δίδη λόγον παντί τω αιτούντι», ουδέν ζητεί και κινεί μετά θλίψεως και οίκτου την κεφαλήν δια πάντας τους «ματαιωθέντας εν τοις διαλογισμοίς αυτών», θρηνούσα τα παρασυρόμενα από το ρεύμα τέκνα της.

Άλλο η Ορθοδοξία και άλλο οι ορθόδοξοι. Εκείνη ουδέποτε πλανάται. Αυτοί υπόκεινται εις πλάνας μέχρι και αρνήσεως. Και δυστυχώς, οι πολλοί Νεοέλληνες και μάλιστα θεολόγοι και ηγέται της Ορθοδοξίας, θέλουν τον Οικουμενισμόν, εν αρχή μεν ως «διάλογον» και ανάπτυξιν αδελφικών σχέσεων και αργότερον, διδομένων ωρισμένων εξηγήσεων επί των διαφορών, ως ενότητα και ένωσιν.

Δια τας Σλαυϊκάς Εκκλησίας δεν δυνάμεθα να εκφέρωμεν γνώμην, διότι δεν γνωρίζομεν πότε ενεργούν εκ σεβασμού προς την ορθόδοξον Παράδοσιν και πότε εκ πολιτικών, ως ταις επιβάλλεται, ελατηρίων.

Λοιπόν οι Νεοέλληνες, ιδίως θεολόγοι, ζητούν τον Οικουμενισμόν, διότι δεν πιστεύουν εις την Ορθοδοξίαν, επειδή δεν βιούν την Ορθοδοξίαν. Και παραδέχονται, εκ της φυσιωσάσης αυτούς γνώσεως, ότι αι διαφοραί μεταξύ Ορθοδοξίας και Λατίνων οφείλονται μάλλον εις τον τρόπον του σκέπτεσθαι παρά εις ουσιαστικούς λόγους. Αυτής της θεωρίας ο επισημότερος θεωρητικός είναι ο Πατριάρχης κ. Αθηναγόρας.

Εάν επίστευεν εις την Εκκλησίαν μας, ως Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν, πέραν ενός οφειλομένου διαφωτιστικού διαλόγου, καμμίαν άλλην διάθεσιν επαφής δεν θα είχε με τους πάσης φύσεως αιρετικούς.

Η Ορθοδοξία διαλέγεται ανά τους αιώνας, αλλά τίποτε δεν θυσιάζει χάριν σκοπιμότητος. Ημπορεί να απειλούμεθα με αφανισμόν, αλλ’ αυτό ενδιαφέρει τον Θεόν, όχι ημάς. Εις ημάς επιβάλλεται να τηρώμεν την πίστιν μας και να μετανοώμεν, εφ’ οις ημάρτομεν. Και να μεριμνώμεν ανθρωπίνως υπέρ εαυτών και των άλλων, μέχρι του σημείου, όπου η πίστις η ορθόδοξος δεν θίγεται.

Όταν όμως ο οικουμενισμός, μας ισοπεδώνη με τους αιρετικούς, τότε επέρχεται σύγχυσις και εις ημάς και εις αυτούς. Ημείς λησμονούμεν ότι είμεθα ορθόδοξοι και αυτοί αυταπατώνται ότι δεν είναι αιρετικοί.

Ο διάλογος έχει γελοίαν την βάσιν. Διότι ποίαν μεταβολήν επί το ορθόδοξον έσχον οι Προτεστάνται από τετρακοσίων ετών, που μελετούν την Ορθοδοξίαν; Ή οι Λατίνοι ποίαν διάθεσιν έχουν δια συζήτησιν, αφού δια της τελευταίας συνόδου των εστερέωσαν επί πλείον τας πεπλανημένας δοξασίας των; Και όχι μόνον αυτό, αλλά και μας … προσκαλούν να εισέλθωμεν εις την ποίμνην των! Εάν ζητούν διάλογον μεθ’ ημών, είναι διότι ανεκάλυψαν ρήγματα εις το τείχος μας. Δεν θέλουν συζητήσεις περί Ορθοδοξίας. Τα ξεύρουν όλα. Ούτε ζητούν να ακούσωμεν τας ιδικάς των απόψεις. Γνωρίζουν ότι τας ξεύρομεν. Θέλουν να αναγνωρίσωμεν τον Πάπαν και ημείς, ως ουνίται, ας φρονώμεν όπως νομίζομεν. Έτσι σκέπτεται και ο Πατριάρχης μας. Αλλά, λέγουν ότι το κάμνει αυτό πιεζόμενος από την Τουρκικήν βαρβαρότητα. Όχι, διότι τα ίδια έλεγε και όταν αι ημέραι εν Φαναρίω ήσαν ρόδιναι. Ο Πατριάρχης είναι βαρύτατα άρρωστος. Πάσχει από αγάπην νοσηράν, αφιλόθεον, δια να μη είπωμεν αντίθεον, αφού περιφρονεί τας αληθείας Του ή δεν τας πιστεύει, όπως και όσοι τον ακολουθούν εις τον κατήφορον.

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος απεφάνθη: «Ανάθεμα πάσι τοις αιρετικοίς και τοις κοινωνούσιν αυτοίς». Εις το «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» έχουν περιληφθή και αναθέματα «κατά Βαρλαάμ και Ακινδύνου και τοις οπαδοίς και διαδόχοις αυτών». Οπαδοί και διάδοχοι αυτών είναι οι Λατίνοι, οι οποίοι ακριβέστερον υπήρξαν οι διδάσκαλοι αυτών. Αλλά τα αναθέματα ταύτα δεν έχουν σημασίαν δια τους φιλοδιαλόγους, δια να επιβεβαιούται ότι δεν πιστεύουν ορθώς.

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι μία Κυριακή παρατεινομένη μέσα εις την ψυχήν των Ορθοδόξων και εν βέλος εις την καρδίαν πάντων των αιρετικών όλων των αιώνων. Όσοι οι πιστοί, «στώμεν καλώς». Η πανάμωμος Ορθοδοξία μας κυκλούται πανταχόθεν. Ας αγρυπνούμεν προσευχόμενοι. Η εικονομαχία επεκράτησεν επί εκατόν έτη, αλλ’ έσβησε. Νέοι εικονοκλάσται, δεινότεροι εκείνων έχουν εμφανισθή. Αλλ’ η Ορθοδοξία θα δοκιμασθή και πάλιν θα νικήση εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.

θ.μ.δ.


ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ.ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ

ΠΗΓΗ

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Ἡ ἀληθινὴ νηστεία «Καθαρὰ Δευτέρα»


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

«Βρωμάτων νηστεύουσα, ψυχή μου, καὶ παθῶν μὴ καθαρεύουσα μάτην ἐπαγάλλῃ τῇ ἀτροφίᾳ…» (Τριῴδ., Τετ. Τυριν., ἰδιόμ. αἴν.)

Καθαρὰ Δευτέρα, ἀγαπητοί μου, ἀρχὴ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἔναρξις ἱεροῦ ἀγῶνος, τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.

Κ᾽ ἐμεῖς σήμερα, σὰν καραβάκια τοῦ Χριστοῦ, σηκώνουμε τὴν ἄγκυρα καὶ ξεκινᾶμε τὸ ταξίδι στὸ «μέγα πέλαγος» – ἔτσι ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς νηστείας(ἀπόστ. καταν. ἑσπερ. Κυρ. Τυριν.).

Θὰ ταξιδέψουμε σαράντα μέρες. Ἀλλὰ ὅπως μερικοὶ φοβοῦνται τὴ θάλασσα, ἔτσι μερικοὶ ἄλλοι φοβοῦνται τὴ νηστεία.

–Εἶνε δυνατόν, σοῦ λέει, νὰ νηστέψω σαράντα μέρες;…

Ποιοί τὰ λένε αὐτά; Οἱ φίλαυτοι καὶ ὀλιγόπιστοι – νὰ μὴν πῶ ἄπιστοι. Φοβοῦνται· νομίζουν ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται μόνο ἀπ᾽ τὸ φαγητό.

–Ἅμα δὲ φάω, λέει, θὰ πεθάνω Ἐνῷ ἔχουμε τόσα παραδείγματα· τὸν ἅγιο Ἀντώνιο, ποὺ δὲν ἔφαγε ποτέ κρέας παρὰ μόνο χουρμᾶδες καὶ νερὸ ἀπ᾽ τὸ Νεῖλο κ᾽ ἔφτασε 105 ἐτῶν· ἢ κάτι ἀσκητάδες στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ ἔχουν περάσει τὰ ἑκατὸ χρόνια μὲ τὴν αὐστηρὴ νηστεία τους.

Ἡ νηστεία εἶνε φάρμακο. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μισεῖ τὸν ἄνθρωπο, δὲν ὥρισε τὴ νηστεία γιὰ νὰ τὸν πεθάνῃ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶνε ἡ μάνα μας. Ὅπως ἡ μάνα ἀγαπάει τὸ παιδί της καὶ δὲν κάνει τίποτε γιὰ κακό του, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ὅ,τι θέσπισε εἶνε γιὰ τὸ καλό μας.

Καὶ ἡ νηστεία ὡρίστηκε γιὰ ὠφέλεια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Εἶνε ὠφελιμωτάτη καὶ ἀναγκαιοτάτη ἡ νηστεία. Διαβάζοντας τὰ ἅγια βιβλία τῆς Ἐκκλησίας βλέπουμε ὅτι ἡ νηστεία εἶνε ὑποχρεωτική. Ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους; Ὄχι γιὰ ὅλους.

Τί λένε οἱ ἱεροὶ κανόνες· ὅτι διᾶκος παπᾶς δεσπότης, ποὺ δὲν νηστεύει Τετάρτη Παρασκευὴ καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καθαιρεῖται· καὶ ὅποιος λαϊκὸς καταλύει, τρώει δηλαδὴ τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἀρτύσιμα, ἀφορίζεται, δὲν ἔχει δηλαδὴ θέσι, δὲν πρέπει νὰ μπαίνῃ, στὴν ἐκκλησία (βλ. καν. ξθ΄ Ἀποστ., Ἀλιβιζ. σ. 193, Πηδάλ. σ. 91-6). Αὐτὰ λέει ἡ Ἐκκλησία μας.

Ἀλλὰ τί λέει παρακάτω; Προσθέτει μία ἐξαίρεσι· «ἐκτός», λέει, «εἰ μὴ δι᾽ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο», ἐκτὸς ἂν εἶνε ἀσθενής (ἔ.ἀ.)· ὅταν εἶνε ἀσθενής, μπορεῖ νὰ καταλύσῃ. Βλέπετε τί σοφία καὶ ἀγάπη ἔχει ἡ Ἐκκλησία; Κι ὅταν λέῃ ἀσθενὴς ποιόν ἐννοεῖ; Ὄχι μόνο αὐτὸν ποὺ εἶνε στὸ κρεβάτι κ᾽ ἔχει 40 πυρετό.

Ὅπως ἐξηγοῦν οἱ ἑρμηνευταί, ἡ ἀσθένεια ἐννοεῖται μὲ τὴ γενικώτερη ἔννοια. Ἀσθενεῖς δηλαδὴ θεωροῦνται ὅσοι ἔχουν γενικὰ ὑγεία κλονισμένη, βρίσκονται σὲ ἰατρικὴ παρακολούθησι, ἐκτελοῦν θεραπευτικὴ δίαιτα· αὐτοὶ ἐξαιροῦνται.

Καὶ πιὸ συγκεκριμένα· γέροι ποὺ τρέμουν τὰ πόδια τους, μανάδες ποὺ θηλάζουν βρέφη, παιδιὰ ἀσθενικὰ μὲ ἀδενοπάθειες, ἐργάτες σὲ ἀνθυγιεινὰ ἐπαγγέλματα, στρατιῶτες ποὺ φρουροῦν νύχτα σὲ φυλάκια μέσ᾽ στὸ κρύο, ναυτικοὶ ποὺ ταξιδεύουν στὸν ὠκεανό…

Ὑποχρεωτικὴ λοιπὸν ἡ νηστεία γιὰ τοὺς ὑγιεῖς – κι αὐτοὶ εἶνε οἱ περισσότεροι. Μὴ πιάσουμε πάλι τὸ ἄλλο ἄκρο! γιατὶ πόσοι πᾶνε στὸ γιατρὸ καὶ λένε πὼς δὲν μποροῦν, ὁ γιατρὸς τοὺς ἐξετάζει καὶ δὲν ἔχουν τίποτα· ἔχουν μόνο μία φοβία. Μὴ μᾶς καταλάβῃ λοιπὸν πανικὸς ὑγείας. Παλαιότερα καὶ στὸ στρατό μας νήστευαν.

Λένε γιὰ τὸν Κολοκοτρώνη, ὅτι μπῆκε τὴν Τριπολιτσὰ ἡμέρα νηστείας, πεινασμένα ὅπως ἦταν τὰ παλληκάρια πῆγαν νὰ πέσουν στὰ κρέατα, κ᾽ ἐκεῖνος φώναξε· Ἀμάν, παιδιά, μὴ μαγαρίζετε τὴν ἡμέρα!… Εἶχαν τότε σεβασμό.

* * *
Ἀλλ᾽ ἐνῷ, ἀγαπητοί μου, γιὰ τὴ σωματικὴ νηστεία γίνονται ἐξαιρέσεις, ὑπάρχει καὶ μιὰ νηστεία ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Ποιά εἶν᾽ αὐτή; Εἶνε τὸ ἀνώτερο εἶδος νηστείας, νηστεία ἄλφα! καὶ αὐτὴν θὰ σᾶς συστήσω ἐγὼ σήμερα· εἶνε ἡ νηστεία τῶν παθῶν.
Δὲν φτάνει νὰ νηστεύῃ μόνο τὸ στομάχι καὶ ἡ κοιλιὰ ἀπὸ κρέας τυρὶ γάλα κ.λπ.· μικρὴ εἶνε ἡ νηστεία αὐτή. Ἡ ἀληθινὴ νηστεία εἶνε νὰ νηστέψῃ ὁ ὅλος ἄνθρωπος, σῶμα καὶ ψυχή. Δηλαδή;

Νὰ νηστέψουν οἱ αἰσθήσεις. Νὰ νηστέψουν τὰ μάτια ἀπὸ ἄσχημα θεάματα· στὸ Βυζάντιο τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἔκλειναν τὰ θέατρα καὶ τὰ ἱπποδρόμια. Νὰ νηστέψουν τὰ αὐτιὰ ἀπὸ κοτσομπολιό, χυδαῖα ἀστεῖα, ὑβριστικὲς ἐκφράσεις, ἄσεμνα ἀνέκδοτα καὶ ὑπαινιγμούς, τραγούδια καὶ μουσικὲς δαιμονικές.

Νὰ νηστέψουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια ἀπὸ προσβλητικὲς χειρονομίες καὶ βάρβαρα χτυπήματα, ἀπὸ περιττὲς μετακινήσεις, ζῳώδη λακτίσματα καὶ χοροὺς Σαλώμης· ἐξ αἰτίας χοροῦ ἐκόπη ἡ κεφαλὴ τοῦ
ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου κι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος εἶπε ὅτι«Ὅπου χορός, ἐκεῖ διάβολος». Νὰ νηστέψῃ ἀκόμα ἡ γλῶσσα ἀπὸ ἀργολογία, φλυαρία, ψέμα, κατάκρισι, διαβολή, συκοφαντία, ψευδορκία, βλασφημία.

Αὐτὴ εἶνε ἡ νηστεία ἡ πνευματική· ὅλα τὰ μέλη νὰ νηστέψουν. Καὶ γιὰ νὰ πᾶμε πιὸ βαθειά· νὰ νηστέψῃ ὁ νοῦς ἀπὸ πονηρὴ καὶ ὑπερήφανη σκέψι, ἀπὸ κακὸ λογισμό, λογισμὸ αἰσχρό, λογισμὸ ἀπιστίας· ἀκόμη βαθύτερα νὰ νηστέψῃ ἡ καρδιὰ ἀπὸ ἐμπαθῆ συναισθήματα καὶ κακὲς ἐπιθυμίες. Νὰ νηστέψῃ καὶ ἡ φαντασία ἀπὸ εἰκόνες λαγνείας καὶ ἀγριότητος, σχήματα ἀλλόκοτα, συλλήψεις ἐγκληματικές, σχέδια σατανικά.

Νὰ τὰ κάνω πιὸ λιανά, μὰ ποιός θὰ μ᾽ ἀκούσῃ; Θὰ τὰ πῶ πάντως. Λοιπὸν σαράντα μέρες εἶνε; Νὰ νηστέψουν μὲ ἐγκράτεια τὰ ἀντρόγυνα μὲ κοινὴ συμφωνία. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· «ἐφώτισε τὸ ἅγιον Πνεῦμα τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐνομοθέτησαν νὰ νηστεύωμεν, διὰ νὰ νεκρώνωμεν τὰ πάθη καὶ νὰ ταπεινώνωμεν τὸ σῶμα»(ἡμέτ. βιβλ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, διδ. Δ΄, σ. 172).

Καὶ ἀλλοῦ πάλι λέει κάτι σχετικό· «νὰ φυλάγεστε τὶς Κυριακὲς καὶ ἑορτὲς μὲ εὐγένειαν, ὡσὰν Χριστιανοί»(ἔ.ἀ. διδ. Ζ΄, σ. 235).

Νὰ νηστέψουν ὅλοι ἀπὸ τσιγάρο. Ὅταν ἤμουν στὴν Ἀθήνα τὸ εἶπα αὐτὸ σὲ μιὰ ἐκκλησία, καὶ μετὰ μὲ πλησίασε ἕνας γέρος.

–Ποῦ τὰ βρῆκες γραμμένα αὐτά; λέει· ποῦ τὸ λένε αὐτὸ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας;…

Μπορεῖ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, τοῦ λέω, ὅταν θεσπίσθηκαν οἱ ἱεροὶ κανόνες, νὰ μὴν κάπνιζαν οἱ ἄνθρωποι (τὸ τσιγάρο ἦρθε στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀσία ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μετὰ τὸν 16ο αἰῶνα)· τὸ πνεῦμα ὅμως τῶν πατέρων εἶνε αὐτό· ἂν ὑπῆρχε κάπνισμα στὴν ἐποχὴ τῶν πατέρων, ἐκεῖνοι θὰ ἔθεταν νηστεία καὶ σ᾽ αὐτό. Γιά κάνε λοιπὸν προσπάθεια, κόψε τὸ τσιγάρο ποὺ εἶνε τὸ λιβάνι τοῦ διαβόλου. Αὐτὸ εἶνε τὸ πνεῦμα τῶν πατέρων.

Νὰ νηστέψουν ὅλοι σαράντα μέρες ἀπὸ τηλεόρασι. Στὴν Ἀμερικὴ κλείνουν τὶς τηλεοράσεις· τὸ συνιστοῦν ὄχι παπᾶδες καὶ δεσποτάδες ἀλλὰ ψυχολόγοι καὶ γιατροί. Βλέπουν ὅτι πέφτει ὁ πολιτισμός – γεγονός· εἶνε σὰν νὰ ἄνοιξε ἕνας ὀχετὸς μέσα στὸ σπίτι καὶ φέρνει ἀκαθαρσίες στὸ σαλόνι.

Κλεῖσ᾽ το λοιπὸν αὐτὸ τὸ κανάλι τῆς βρωμιᾶς. Κλεῖσε σαράντα μέρες καὶ τὸ ῥαδιόφωνο –δὲν χάνεις τίποτα–, κι ἄνοιξε ἄλλο. Ὑπάρχει ὡραιότερο «ῥαδιόφωνο» ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας; «Κύριε τῶν δυνάμεων…», ὑπέροχα λόγια! μιλᾶνε ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι. Θέλεις τηλεόρασι; ἄνοιξε τὴν ἁγία Γραφή, τὴν ἄφθαστη «τηλεόρασι».

Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀληθινὴ νηστεία, ἡ ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅλους. Τὸ ζητούμενο δὲν εἶνε νὰ νηστεύῃ ὁ Χριστιανὸς μόνο ἀπὸ τροφές. Μερικοὶ νηστεύουν μέν, κάνουν καὶ τὸ τριήμερο ἀκόμη, ἀλλά, ἐνῷ δὲν τρῶνε κρέας, δαγκώνουν καὶ τρῶνε ἀνθρώπους μὲ τὴν κακία τους.

Ὁ πιὸ σκληρὸς τσάρος στὴν ἱστορία τῆς ῾Ρωσίας ἦταν ὁ Ἰβὰν ὁ τρομερός· ἅρπαζε ἀνθρώπους καὶ χωρὶς δίκη τοὺς ἔπνιγε· Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ ὅμως νήστευε! Τότε ἕνας ἀσκητὴς πῆγε κι ἀγόρασε κρέας, στάθηκε στὸ δρόμο, κι ὅταν περνοῦσε ὁ τσάρος, ἁρπάζει ἀπ᾽ τὰ χαλινάρια τὸ ἄλογο, καὶ προτείνοντας τὸ κρέας τοῦ λέει·

–Φάε, Ἰβάν, φάε.

–Ἄ ὄχι, εἶνε νηστεία.


–Προτιμότερο, τοῦ λέει, νά ᾽τρωγες τέτοιο κρέας παρὰ νὰ τρῶς κάθε μέρα ἀθῴους ἀνθρώπους.
Ἂν ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὶς τροφὲς δὲν συνοδεύεται κι ἀπὸ νηστεία τῶν παθῶν, εἶνε σατανική. Ὁ μεγαλύτερος ἀσκητής, ποὺ ὄχι λίγες μέρες ἀλλὰ ἐπὶ πέντε χιλιάδες χρόνια δὲν ἔχει βάλει μπουκιά στὸ στόμα του, εἶνε – ποιός· ὁ σατανᾶς. Νηστεύει κι αὐτός, μὰ ἔχει ὅλη τὴν κακία μέσα του.

Ὅποιος λοιπὸν νηστεύει ἔτσι, χωρὶς νὰ νηστεύῃ κι ἀπὸ τὰ πάθη, μοιάζει μὲ τὸ διάβολο. Αὐτὸ λέει ἕνα τροπάριο Ἐκκλησίας. «Ψυχή μου», λέει, τέτοια νηστεία, ἀφοῦ «δὲν σοῦ γίνεται ἀφορμὴ πρὸς διόρθωσιν, ὡς ψευδὴς μισεῖται παρὰ Θεοῦ, καὶ τοῖς κακίστοις δαίμοσιν ὁμοιοῦσαι» (Τριῴδ., Τετ. Τυριν., ἰδιόμ. αἴν.).

* * *
Τελείωσα, ἀδελφοί μου. Σᾶς συνέστησα τὴν ἀληθινὴ νηστεία. Αὐτὴν νὰ κάνετε ὅλοι· κανείς νὰ μὴν κάνῃ τὴ σατανικὴ νηστεία. Καὶ ἔτσι νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ φτάσουμε στὴν ἁγία καὶ ἔνδοξο Ἀνάστασι καὶ νὰ ποῦμε· «Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς· καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν» (Παρακλ., ἦχ. πλ. β΄, ἀπόστ. Σάββ. ἑσπ.).

Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἰατρεῖο. Κ᾽ ἐγὼ ὡς ἐντεταλμένος δίνω σὲ ὅλους σας αὐτὴ τὴ συνταγή. Ἂν τὴν ἐφαρμόσετε, θὰ εἶστε εὐλογημένοι.

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 25-2-1974 τὸ βράδυ μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 19-1-2018

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Κυριακή
ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΕ΄- ἀριθμ. φύλλου 2070
Ἐκδίδεται ἀπὸ τὴν Κοινοβιακὴ Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης


Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Κυριακή της Τυρινής – Στο κατώφλι της Σαρακοστής .


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ρωμ. ιγ΄ 11 – ιδ΄ 4

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Ματθ. ς΄ 14-21



1. Ἀρχίζει ἡ νηστεία

Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς σήμερα, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἔξωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Γιατί ὅμως ἐξορίστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Παράδεισο; Διότι καταπάτησε τὴν ἐντολὴ τῆς νηστείας· ἔφαγε ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο τοῦ εἶχε δώσει ἐντολὴ ὁ Θεὸς νὰ μὴ φάει. Πολὺ εὔστοχα λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος μᾶς καλεῖ νὰ νηστεύσουμε, ὥστε νὰ ξαναβροῦμε τὸν δρόμο γιὰ τὸν Παράδεισο: «Ἐπειδὴ οὐκ ἐνηστεύσαμεν, ἐξεπέσομεν τοῦ παραδείσου‧ νηστεύσωμεν τοίνυν, ἵνα πρὸς αὐτὸν ἐπανέλθωμεν» (P.G. 31, 168).

Καθὼς ἤδη φθάσαμε στὴν ἀρχὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἂς ξεκινήσουμε τὴ νηστεία μὲ χαρὰ κι ἂς ἐντείνουμε τὸν πνευματικό μας ἀγώνα μὲ συγκεκριμένες ἀποφάσεις, μὲ πιὸ θερμὴ ἐξομολόγηση καὶ συχνότερη συμμετοχὴ στὴ θεία Εὐχαριστία. Τώρα εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς νὰ ἐργαστοῦμε καὶ νὰ κοπιάσουμε γιὰ τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς μας‧ ἡ ὠφέλεια θὰ εἶναι μεγάλη: εἰρήνη, ψυχικὴ ἀνάπαυση καί, τελικά, αἰώνια σωτηρία.

2. Κυριακὴ τῆς συγγνώμης

Ἐπιπλέον ἡ σημερινὴ Κυριακὴ ­ὀνομάζεται καὶ Κυριακὴ τῆς συγγνώμης. Ἡ ὀνομασία αὐ­τὴ στηρίζεται στὴν παλαιὰ συνήθεια τῶν πι­στῶν Χριστιανῶν νὰ ἀλληλοσυγχωροῦν­ται κατὰ τὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ ὁ ὁ­­­­ποῖος τελεῖται τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας, ὥστε νὰ ξεκινοῦν τὸν πνευματικὸ ἀγώνα τῆς Σαρακοστῆς συμφιλιωμένοι καὶ ἀγαπημένοι.
Τὸ πόσο σημαντικὸ εἶναι τὸ νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους φαίνεται ξεκάθαρα ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου ποὺ ἀνα­γινώσκονται στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή: «Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος». Δηλαδή, ἐ­­­­ὰν συγχωρήσετε τὰ ἁμαρτήματα ποὺ σᾶς ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι, ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος θὰ συγχωρήσει καὶ τὰ δικά σας ἁμαρτήματα. Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες μας, ἐὰν ἐμεῖς πρῶτοι δὲν ἔχουμε συγχωρήσει εἰλικρινὰ αὐτοὺς ποὺ τυχὸν μᾶς ἔβλαψαν ἢ μᾶς ἀδίκησαν.
Βέβαια δὲν εἶναι εὔκολο νὰ συγχωρή­σουμε τοὺς ἄλλους. Ἀντιδρᾶ ὁ ­ἐγωισμός μας ἢ ἡ πεποίθηση ὅτι δῆθεν ἐμεῖς ἔχουμε δίκιο. Σὲ κάθε περίπτωση ὅμως ἂς φέρνουμε στὸ νοῦ μας τὸν ἀναμάρτητο Κύριο Ἰησοῦ ὁ Ὁποῖος ἐπάνω στὸ σταυρὸ προσευχόταν γιὰ τοὺς ­σταυρωτές Του. Ὅταν κι ἐμεῖς συγχωροῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔφταιξαν σὲ κάτι, μιμούμαστε τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε λοιπὸν Ἐκεῖνος νὰ μαλακώνει τὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ συμπονοῦμε καὶ νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους. Τότε πραγματικὰ θὰ αἰσθανθοῦμε τὴ λυτρωτικὴ καὶ σωτήρια δύναμη τῆς ἀγάπης Του!

3. Ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς γῆς

Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα διαβάζουμε ἐπίσης καὶ τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου νὰ προσφέρουμε ἐλεημοσύνη. Μὴ συγκεντρώνετε, λέει, θησαυροὺς γιὰ τὸν ἑαυτό σας ἐδῶ στὴ γῆ ἀλλὰ στὸν οὐρανό. Πρῶτον, διότι τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ εἴτε φθείρονται εἴτε τὰ κλέβουν οἱ ἐπιτήδειοι. Καὶ δεύτερον, πρέπει νὰ θησαυρίζετε θησαυροὺς ὄχι στὴ γῆ ἀλλὰ στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ εἶναι ἡ καρδιὰ σας προσ­κολλημένη στὸ Θεὸ καὶ στὰ οὐράνια. Διότι «ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν»· δηλαδή, ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σας.
Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἀξίζει νὰ τὸ ὑπογραμ­μίσουμε. Εἶναι σημαντικὸ νὰ δώσουμε στὴ ζωή μας σωστὸ ­προσανατολισμό. Δυστυχῶς στὶς μέρες μας πολλοὶ κάναμε τὸ τραγικὸ λάθος νὰ ­συνδυάσουμε τὴν εὐτυχία μὲ τὸν πλοῦτο. Ἔτσι ἡ ζωή μας κατάντησε ἀτελείωτο κυνήγι γιὰ τὴν ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν. Δάνεια καὶ ἐπιτόκια, μετοχὲς καὶ ­χρηματιστήρια, ἐπενδύσεις καὶ κέρδη, ἔγιναν οἱ ­μόνιμες συζητήσεις μας. Καθὼς ὅμως ὅλα αὐτὰ ἀποδείχθηκαν πλέον ἐντελῶς σαθρά, εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ἀλλάξουμε προσανα­τολισμὸ καὶ νὰ ἀκούσουμε τὸν αἰώνιο λόγο τοῦ Θεοῦ: «Τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. γ΄ 2). Στὰ ἄνω, στὰ οὐράνια νὰ κατευθύνετε καὶ νὰ προσ­ηλώνετε τὶς σκέψεις σας· ὄχι στὰ ­γήινα. Αὐτὸ πρακτικὰ μποροῦμε νὰ τὸ ἐπιτύχουμε καὶ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς. Τὰ χρήματα καὶ ἡ κάθε εἴδους βοήθεια ποὺ παρέχουμε, ἀποταμιεύονται μὲ ἀσφάλεια στὸν οὐρανό. Ἐκεῖ θὰ κληθοῦμε νὰ ζήσουμε αἰωνίως, ἀπολαμβάνοντας πλούσια τὴν ἀνταμοιβὴ ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ κάθε ἀγαθοεργία μας. Ἂς βοηθήσουμε λοιπὸν τὴν ψυχή μας νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ τὰ ἐπίγεια ἀγαθά. Στὸν οὐρανὸ ἂς στρέφουμε διαρκῶς τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας, καὶ τότε ἡ ζωή μας θὰ ἀποκτήσει ἄλλη προοπτική. Τὴν προοπτικὴ τῆς αἰωνιότητος.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
ΠΗΓΗ