Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Σάββας Ηλιάδης, Η υμνολογία της Εκκλησίας μάς βεβαιώνει αδιάψευστα τη γνησιότητα και τα όριά της.


Αποτέλεσμα εικόνας για ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ
Η υμνολογία της Εκκλησίας μάς βεβαιώνει αδιάψευστα
τη γνησιότητα και τα όριά της

Σάββας Ηλιάδης, δάσκαλος

Μέσα στη βαβελιανή σύγχυση της εποχής μας, την οποία έχει επιβάλει το οικουμενιστικό ρεύμα, σαστισμένος ο λαός του Θεού βρίσκεται να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα, αδυνατώντας να επισυναγάγει τον νου και την καρδιά και να συγκροτήσει σκέψη, ώστε να επιβεβαιωθεί σε ποια πίστη τέλος πάντων είναι ταγμένος, απ` όσες «κυκλοφορούν». Γι` αυτό επικρατεί και απόλυτη σιωπή εν πλήρη απορία, παρ` όλο που το «μεγάλο γεγονός» της συνόδου θα έπρεπε να είχε ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Ανατράπηκαν άρδην παραδοσιακά πράγματα, πάτριες διδασκαλίες και παρακαταθήκες. Παραγκωνίστηκαν οι αποκεκαλυμμένες στους αγίους αλήθειες, θεωρήθηκαν ως μη χρειαζούμενες πλέον - μεταπατερική παράκρουση - και προωθούνται ανυπόστατα γεννήματα της υπεροψίας και εφευρήματα της «επιστήμης» της θεολογίας, από αφώτιστα κεφάλια, κυρίως από τα υψηλά επίπεδα, μέσα στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Διότι οι οικουμενιστές διακονούν το μεγάλο κίνημα της παγκοσμιοποίησης.


Η εκκοσμίκευση, αυτή η μεγάλη «πόρνη», προσφέρεται και ικανοποιεί όλα τα πάθη του ανθρώπου. Έχει τους τρόπους της, τα κλειδιά, για να ανοίγει τις καρδιές και να τις κλέβει κυριολεκτικά και από τα υψηλά διακονήματα, για τα οποία τάχτηκαν και, αλίμονο, έδωσαν όρκο να τα φυλάξουν έως θανάτου. Θλιβερή αλήθεια!

Χωρίς πάσης αμφιβολίας, επικρατεί πνευματικό χάος και σύγχυση ανάμεσα στους χριστιανούς, στο πλήρωμα της Αγίας μας Εκκλησίας. Το παρελθόν είναι πολύ μακριά και τα θησαυρίσματά του έχουν περάσει στο περιθώριο. Τίποτε δεν εννοείται ως δεδομένο, καθώς το μάθαμε τόσα χρόνια από τους αγίους και φυσικά δεν είναι αυτονόητο, ακόμη και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Τίποτε, ούτε και αυτό το Άγιο Όνομά της.

Σήμερα μιλούν για Εκκλησία και συμπεριλαμβάνουν στην έννοια αυτή, όχι μόνο τους αιρετικούς, που είναι χαρακτηριστική, χοντροκομμένη περίπτωση προδοσίας, αλλά προσδίδουν σ` αυτήν και άλλες «καινοτόμες», καινοφανείς και δαιμονικές ονομασίες και φοβερά προσδιοριστικά εγκεφαλοκατασκευάσματα, ακατανόητα στον κόσμο βέβαια, εκτός από τους σοφούς κατασκευαστές της νέας Βαβέλ. Κατασκευαστές, οι οποίοι ασχολούνται μόνο με τον εγκέφαλό τους, χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ Βίους Αγίων, ακολουθίες Μηναίων, Παρακλητικής και των λοιπών βιβλίων της λατρείας της Εκκλησίας.


Ναι, κάτι τέτοιοι, λεγόμενοι καθηγητές, παντός είδους, εκτός από το κακό που κάνουν στα παιδιά, στους φοιτητές, βγαίνουν και στις ενορίες και στα πνευματικά κέντρα των Μητροπόλεων και πουλάνε «επιστήμη». Εξαπολύουν με τις ώρες τις εξυπνάδες τους, υπό την ανοχή και αποδοχή των οικείων επισκόπων, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις εμπειρίες των αγίων και κάνουν ζημιά και στους απλούς και καλοπροαίρετους χριστιανούς. Όλο αυτό το παιχνίδι των οικουμενιστών προκαλεί πνευματική σύγχυση και γενικότερα εσωτερική αναστάτωση, με απειλούμενη την ενότητα των πιστών. Και αυτό είναι που πονάει.

Κλειδί ασφαλείας για την φιλότιμη και αγνή ψυχή σ` αυτήν την κατάσταση, πέρα από τη μελέτη της Αγίας Γραφής, είναι άπασα η υμνολογία η περιεχόμενη στα βιβλία της Εκκλησίας μας. Ακόμη δεν τα «πείραξαν» οι οικουμενιστές, αν και προβλέπεται, μ` όλα αυτά που διδάσκουν, πως αυτά θα είναι ο επόμενος στόχος τους στο άμεσο μέλλον. Διότι δεν μπορεί να παραμένουν ως έχουν, καθότι θα αποκαλύπτουν ως μάρτυρες της Αληθείας την πλάνη και τις κακοδοξίες τους. Εκεί θα καταφύγουμε, για να βρούμε την απάντηση στα ερωτήματά μας.

Διότι οι ύμνοι είναι στην ουσία «μεταποίηση» των Γραφών και προσφορά στους πιστούς σε ποιητική μορφή, πάντα με τη χάρη και τη φώτιση του Θεού, η οποία προσφέρεται στους υμνογράφους. Εκεί υπάρχει ξεκάθαρη η Αλήθεια. Και γίνεται εύκολα κατανοητή και καθοδηγητική στις δύσκολες ημέρες που περνάμε. Ας κλείσουμε τα αυτιά μας στις προφάσεις ότι είναι δυσνόητοι. Πέρα από τις ακολουθίες στην Εκκλησία, ας τα διαβάσουμε και κατά μόνας, ξεκινώντας από το Ψαλτήρι, το οποίο δε λείπει από καμιά προσευχή της και θα νιώσουμε την ψυχική αγαλλίαση που προσφέρουν. Διότι είναι τραγούδια της Εκκλησίας του Χριστού των Πατέρων μας.

Εν κατακλείδι, θα `ρθει καιρός, αν δεν έχει έρθει ήδη, που θα λέμε μεταξύ μας τις λέξεις «Εκκλησία», «Χριστός», «Θεός», όντας μέσα στην Εκκλησία, και δεν θα μπορούμε να συνεννοηθούμε. Άρα, μία είναι η Εκκλησία, σήμερα, που μπορούμε να την ονοματίζουμε με ασφάλεια: «Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ».

Κατά συνέπεια, εδώ που καταντήσαμε, κατά τον παρόντα καιρό, ο οπουδήποτε επικαλούμενος Χριστός και Θεός, ο Τριαδικός Θεός, θα είναι αληθινός, όταν αναφέρεται ως «ο Χριστός των Πατέρων ημών» και «ο Θεός των Πατέρων ημών», όπως λέει και το απολυτίκιο: «Ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν ὁ ποιῶν ἀεὶ μεθ' ἡμῶν κατὰ τὴν σὴν ἐπιείκειαν, μὴ ἀποστήσῃς τὸ ἔλεος σου ἀφ' ἡμῶν, ἀλλὰ ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις , ἐν εἰρήνῃ κυβέρνησον τὴν ζωὴν ἡμῶν».

Ἐγκώμιο στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους.


Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου

Χαίρετε, ἅγιοι Ἀπόστολοι, βασιλεῖς τοῦ Χριστοῦ· διότι σ’ ἐσᾶς ἐμπιστεύθηκε τὴν ἐπουράνια καὶ τὴν ἐπίγεια βασιλεία. Σᾶς ἔδωσε τὴν ἐξουσία νὰ κυβερνᾶτε καὶ νὰ φροντίζετε καὶ τοὺς δύο θρόνους, θέλοντας ἀπὸ τὴ μία νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κληρονομιὰ τῆς ἐπίγειας βασιλείας, ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ ἀστράψει ἡ δόξα, νὰ πλεονάσει ἡ ὀμορφιά, νὰ φανερωθεῖ τὸ φῶς, νὰ γίνουν γνωστὰ τὰ μυστήρια, νὰ κηρυχθεῖ ἡ δύναμη τῆς ἐπουράνιας βασιλείας.
Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ εἶστε τὸ ἅλας τῆς γής, ποὺ ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ χάσει τὴ δύναμή του. Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ εἶστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου (Μάτθ. 5:13-14), ποὺ μένει στὴν ἀνατολὴ καὶ λάμπει παντοῦ, ποὺ φωτίζει αὐτοὺς ποὺ...
βρίσκονται στὸ σκοτάδι, ποὺ καίει χωρὶς ξύλα. Τὸ λυχνάρι εἶναι ὁ Χριστός, καὶ λυχνοστάτης ὁ Πέτρος, καὶ λάδι ἡ χορηγία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ εἶστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου, στὸ ὁποῖο ὑποχωρεῖ ἡ νύχτα ὅλη· ποὺ δὲν τὸ σκιάζει ἡ νεφέλη, δὲν τὸ ἀντιμάχεται ἡ καταιγίδα, οὔτε ἡ λαίλαπα τὸ πλησιάζει, ἀπεναντίας φωτίζονται μ’ αὐτὸ τὰ σκοτάδια ποὺ ἔχουμε μέσα μας, φανερώνονται τὰ κρυφά, διασαφηνίζονται τὰ ἀσαφῆ, καθαρίζονται οἱ λογισμοί.

Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ εἶστε οἱ σφραγιστὲς τῶν ἱερέων (1), οἱ ἐκπαιδευτὲς τῶν διδασκάλων, οἱ ψαράδες τῶν ἐθνῶν, οἱ κήρυκες τῶν λαῶν, οἱ παιδαγωγοὶ τῶν δικαίων, οἱ πλύντες τῶν ἁμαρτωλῶν, οἱ σφάκτες τῆς ἁμαρτίας, οἱ φωτιστὲς τῶν ἀπίστων, οἱ ἀνίκητοι φύλακες, οἱ δραστήριοι ἔμποροι.

Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ εἶστε οἱ χαλκουργοὶ καὶ τῆς δικῆς μου φωνῆς, οἱ χορηγοί τῆς ἁμαρτωλῆς γλώσσας μου, οἱ ἐνδυναμωτὲς τῆς ἀδυναμίας μου, οἱ γυμναστὲς τῆς παρρησίας μου, οἱ τεχνίτες τῶν λόγων μου.

Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ δὲν κρατᾶτε σακκούλι (Μάτθ. 10:9-10) καὶ ὅμως γεμίσατε μὲ πλοῦτο ὅλη τὴν οἰκουμένη· ἐσεῖς ποὺ δὲν εἴχατε περιττὸ ραβδί, καὶ ὅμως διώξατε τοὺς λύκους ἀπὸ παντοῦ· ἐσεῖς ποὺ δὲν εἴχατε δεύτερο χιτώνα, καὶ ὅμως ντύθηκαν ἀπὸ σᾶς βασιλιάδες· ἐσεῖς ποὺ δὲν εἴχατε διπλὰ ὑποδήματα, καὶ ὅμως ταράξατε τὴ γῆ μὲ τὶς πορεῖες σας καὶ οἱ νεφέλες ἔτρεχαν κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σας. Οἱ Ἄγγελοι ἔδειχναν τὸ δρόμο, τακτοποιώντας τὸν, ἡ θάλασσα ἐπίσης καθὼς βαδίζατε στὴν ἐπιφάνειά της σᾶς κρατοῦσε σὰν πλοῖα ἱστιοφόρα. Ἐσεῖς ποὺ δὲν εἴχατε ἀσημένια νομίσματα στὴ ζώνη σας, καὶ δὲν εἶχε τὸ βαλάντιό σας χρυσάφι, ὅμως δανείζατε ἀπὸ τὸ σακκούλι σᾶς πολλὰ στοὺς χωλούς· καὶ ὅταν ἄγγιξε ὁ τυφλὸς τὴ ζώνη σας, ἄρχισε νὰ μετρᾶ τὴν πάροδο τῶν ἡμερῶν, καὶ νὰ ὑπολογίζει μὲ τὰ μάτια τοῦ τὸν ἥλιο, καὶ νὰ δείχνει μὲ τὸ δάχτυλό του τὰ ἀστέρια, κάτι ποὺ προηγουμένως δὲν τὸ γνώριζε.

Χαίρετε, οἱ ἐμποδιστὲς τοῦ Διαβόλου καὶ οἱ ἀνατροπεῖς τῶν δαιμόνων· οἱ καθαιρέτες τῆς πλάνης· ἐσεῖς ποὺ ἀφαιρέσατε τὴν ἀπάτη ἀπὸ τὶς ψυχές· ποὺ τὰ μαντήλια σᾶς (Πράξ. 19:12) μιμοῦνται τὶς ἄκρες τῶν ἐνδυμάτων τοῦ Κυρίου· ποὺ οἱ σκιὲς σᾶς πραγματοποίησαν πολλὲς καὶ διάφορες θεραπεῖες (Πράξ. 5:15) στὶς πόλεις καὶ στὶς χῶρες.

Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸ θησαυρὸ τὸν κρυμμένο στὸ χωράφι (Μάτθ. 13:44)· ἐσεῖς ποὺ δείξατε στὴ γυναίκα τὴ δραχμὴ ποὺ ἔχασε (Λούκ. 15:9)· ἐσεῖς ποὺ προσκομίσατε στὸν Χριστὸ διπλὰ τὰ τάλαντα τοῦ κηρύγματος, τὰ ὁποία σᾶς ἐμπιστεύθηκε· ἐσεὶς ποὺ ρίξατε στὸ βυθὸ τῆς οἰκουμένης τὸ δίχτυ, καὶ ἐπίασε κάθε λογὴς ψάρια· ἐσεῖς ποὺ πιάσατε ψάρια, μὲ τὰ ὁποῖα, καὶ ὡς τώρα ἀκόμη δειπνώντας στὸν οὐρανὸ ὁ Βασιλιάς, εὐφραίνεται· ἐσεῖς ποὺ διδάξατε τὴ σοφὴ γυναίκα νὰ ἀνακατώσει τὰ τρία σάτα ἀλεύρι καὶ νὰ κάνει μία ζύμη (Μάτθ. 13:33· Λούκ. 13:21)· ἐσεῖς ποὺ ἀφαιρέσατε τοὺς φράχτες καὶ ἀναγκάσατε τοὺς περαστικοὺς καὶ ἀναζητήσατε τὶς ἐρήμους καὶ γεμίσατε μὲ καλεσμένους τοὺς θαλάμους τοῦ γάμου τοῦ Νυμφίου (Λούκ. 14:23).

Χαίρετε ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο (Χριστό), καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ λίθο τόσους πολλοὺς βασιλικοὺς νυφικοὺς θαλάμους ἀνυψώσατε, τόσες πολλὲς ἐκκλησίες ἀνοικοδομήσατε ἐπάνω στὴ γῆ, ὅμοιες μὲ οὐρανούς, τόσα πολλὰ θυσιαστήρια θεμελιώσατε γιὰ τὴ θυσία ποὺ γεννᾶ τὴ ζωή.
________________

(1) Ἀναφέρεται στὴν ἐξουσία τῶν Ἀποστόλων νὰ ἐπικυρώνουν μὲ τὴ σφραγίδα τῆς χειροτονίας τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου Ἔργα, τ. Ζ’, «Ἐγκώμιο στὸν Πέτρο καὶ στὸν Παῦλο…». Ἐκδόσεις «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1998, σέλ. 112)

ΠΗΓΗ

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

Των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Των αγίων Αποστόλων.

Ο Απόστολος Πέτρος




Ο Πέτρος γεννήθηκε στη Βηθσαϊδά (Ιωάν. 1, 45), κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ, όπου με τον αδελφό του Ανδρέα, που και αυτός έγινε Απόστολος, ασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά, μαζί με δυο άλλους Αποστόλους (Ματθ. 4, 18), τον Ιάκωβο και Ιωάννη, γιους του Ζεβεδαίου.

Σ' όλους τους καταλόγους των Ευαγγελίων αναφέρεται πρώτα ως Σίμων (Ματθ. 10, 2. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14), ενώ σ' άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης αναφέρεται και ως Συμεών (Πρ. 15, 14. 2 Πετρ. 1, 1). Αρκετές φορές μνημονεύεται ως Σίμων Πέτρος (Ματθ. 10, 2. 16, 16. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14. Ιωάν. 1, 40. 6, 68. 13, 6· 8· 24. 18, 10) καθώς επίσης και Κηφάς (1 Κορ. 1, 12. 3, 12. 9, 5. 15, 5. Γαλ. 1, 18. 2, 9 · 11· 14).

Στην Καινή Διαθήκη δε φαίνεται καθαρά πότε ο Ιησούς ονόμασε το Σίμωνα Κηφά, δηλ. βράχο, πέτρα. Κατά το Ματθαίο (16, 18) η μετονομασία αυτή συνδέεται με την ομολογία του Πέτρου στην Καισαρεία του Φιλίππου. Κατά το Μάρκο (3, 16) και το Λουκά (6, 14) η αλλαγή αυτή του ονόματος του από Σίμωνα σε Πέτρο μνημονεύεται στην αρχή του καταλόγου των δώδεκα, όταν δηλ. συγκροτήθηκε και ολοκληρώθηκε από τον Ιησού η ομάδα των δώδεκα. Ο Ιωάννης (1, 42) τοποθετεί το θέμα αυτό διαφορετικά: όταν για πρώτη φορά ο Σίμων συναντήθηκε με τον Ιησού (τον παρουσίασε στον Ιησού ο αδελφός του Ανδρέας), ο Ιησούς του είπε ότι θα ονομαστεί Κηφάς, που σημαίνει Πέτρος.

Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης και Ιωνάς (Ιωαν. 1, 43. 21, 15-17). Ο Ματθαίος (16, 17) ονομάζει το Σίμωνα γιο του Ιωνά (Βαριωνά ). Πιθανώς το όνομα Ιωνάς να είναι σύντμηση και απλογραφία του Ιωάννης, ενώ το Βαριωνάς να μη μπορεί με απόλυτη βεβαιότητα να μεταφραστεί ως γιος του Ιωάννη.

Υπάρχει και η άποψη, που δεν μπορεί να υποστηριχτεί με σιγουριά, ότι η λέξη Βαριωνάς σημαίνει τρομοκράτης, οπότε ο Σίμων αποκτάει και τον προσδιορισμό Ζηλωτής. Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Πέτρος χρησιμοποίησε μαχαίρι, φονικό όργανο, το βράδυ της σύλληψης του Ιησού από τους Ρωμαίους.

Ο Πέτρος κατοικούσε στην Καπερναούμ (Ματθ. 5, 14. Μάρκ. 1, 21· 29. Λουκ. 4, 31· 38), απ' όπου καταγόταν η γυναίκα του και εκεί εγκαταστάθηκε μετά το γάμο του. Για τη γυναίκα του τίποτε δεν αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και είναι γνωστό ότι ο Πέτρος ήταν έγγαμος, γιατί ο Χριστός θεράπευσε την πεθερά του (Ματθ. 8, 14-15. Μάρκ. 1, 29-30. Λουκ. 4, 38-39). Είναι πολύ πιθανό ότι η σύζυγος του δε ζούσε όταν τον κάλεσε ο Χριστός στο αποστολικό αξίωμα. Μάλιστα αργότερα, στις ιεραποστολικές του περιοδείες, είχε και ο Πέτρος μαζί του όχι τη γυναίκα του αλλά χριστιανή αδελφή για να τον υπηρετεί (1 Κορ. 9, 5).

Τόσο το επάγγελμα του όσο και το γεγονός ότι τα μέλη του Συνεδρίου καλούν τον Πέτρο και τον Ιωάννη αγράμματους και απλοϊκούς (Πρ. 4, 13) φανερώνουν ότι δε φοίτησαν σε ραββινική σχολή· ίσως διετέλεσε μαθητής του Προδρόμου.

Η κλήση του στο αποστολικό αξίωμα έγινε σταδιακά. Πρώτα παρουσίασε τον Πέτρο στο Χριστό ο αδελφός του Ανδρέας (Ιωάν. 1, 42-43). Ήταν παρών, προφανώς, στο γάμο της Κανά και αμέσως μετά από το γάμο αυτόν εγκαταστάθηκε με τον Ιησού και άλλους μαθητές στην Καπερναούμ (Ιωάν. 2, 1-12). Την κλήση του αναφέρουν οι τρεις συνοπτικοί Ευαγγελιστές (Ματθ. 4, 18. Μάρκ. 1, 16-18. Λουκ. 5, 3-11).

Από την πρώτη στιγμή ο Πέτρος κατέλαβε πρωτεύουσα θέση στον αποστολικό κύκλο· πρώτος αναφέρεται πάντοτε μεταξύ των μαθητών στους καταλόγους της Καινής Διαθήκης (Ματθ. 10, 2. Μάρκ. 3, 16. Λουκ. 6, 14. Πρ. 1, 13) και αποτελούσε, μαζί με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη τον πιο στενό κύκλο των μαθητών προς τους οποίους ο Χριστός έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση (π.χ. ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου Λουκ. 8, 51· Μεταμόρφωση Ματθ. 17, 1. Μάρκ. 9, 2· προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή Ματθ. 26, 37).

Ο Πέτρος είχε χαρακτήρα ενθουσιώδη, ορμητικό· διακρινόταν για την ενεργητικότητα του και την αυτοπεποίθηση· αναλάμβανε πρωτοβουλίες· εξαπτόταν αμέσως· μπορούσε όμως αμέσως να ηρεμήσει γιατί έχανε το θάρρος του.

Κάτω από τον ευμετάβλητο και ασταθή χαρακτήρα κρυβόταν ένας ειλικρινής και θερμά αφοσιωμένος στο Χριστό άνθρωπος, που σε πολλές στιγμές έπαιζε το ρόλο πρωταγωνιστή (καταδίωξε ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του το Χριστό για να του αναγγείλουν ότι όλοι τον ζητούν Μάρκ. 1, 31· βάδισμα στη θάλασσα Ματθ. 14, 28-32· η θαυμαστή πληρωμή του φόρου Ματθ. 17, 24-27· αναρίθμητη συγχώρηση των ανθρώπων Ματθ. 18, 21-22· Μεταμόρφωση Μάρκ. 9, 2· θεραπεία της αιμορροούσας Λουκ. 8,45· Πέτρος και Ιωάννης ετοιμάζουν το Πάσχα Λουκ. 22, 8· απάντηση Πέτρου στο όνομα των δώδεκα Ιωάν. 6, 68).

Στην Καισαρεία του Φιλίππου, λίγο πριν από το πάθος, ο Χριστός υπέβαλε στους μαθητές του την ερώτηση ποια γνώμη είχαν οι άνθρωποι για τον Υιό του ανθρώπου. Στο όνομα όλων απάντησε ο Πέτρος ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού (Ματθ. 16, 13-16). Τότε ο Χριστός είπε στους μαθητές του να μη πουν σε κανένα ότι αυτός είναι ο Μεσσίας: τους φανέρωσε όμως ότι θα μεταβεί στα Ιεροσόλυμα, όπου θα σταυρωθεί και θα αναστηθεί την τρίτη ημέρα, ενώ ο Πέτρος πήρε το Χριστό ιδιαιτέρως και προσπάθησε να τον αποτρέψει από αυτό. Ο Χριστός όμως ξεσηκώθηκε από τις προτροπές αυτές του Πέτρου και τον αποκάλεσε σατανά (Ματθ. 16,23).

Στην εβδομάδα των παθών του Κυρίου αρνείται ο Πέτρος προς στιγμή να νίψει τα πόδια του ο Ιησούς (Ιωάν. 13, 5-10), διακατέχεται από αγωνία να μάθει ποιος είναι ο προδότης του Ιησού (Ιωάν. 13, 24), διαμαρτύρεται γιατί ο Ιησούς του απαντάει εκεί που πηγαίνω δεν μπορείς να μ' ακολουθήσεις τώρα, θα μ' ακολουθήσεις αργότερα και υπόσχεται στο Χριστό ότι είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του γι' αυτόν (Ιωάν. 13, 36-37· πρβλ. Ματθ. 26, 33. Μάρκ. 14, 29). Και όμως ύστερα από λίγο τον αρνήθηκε!

Όταν ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο της Γεθσημανή και γύρισε κοντά στους μαθητές του, τους βρήκε να κοιμούνται τότε απευθύνθηκε στον Πέτρο (Μάρκ. 14, 37).

Την ώρα που συνέλαβαν το Χριστό, ο Πέτρος έβγαλε μαχαίρι και έκοψε το αυτί ενός από τους δούλους του αρχιερέα, του Μάλχου. Ο Χριστός επετίμησε τον Πέτρο (Ματθ. 26, 51. Μάρκ. 14, 47. Λουκ. 22, 50. Ιωάν. 18, 10). Από το γεγονός αυτό έβγαλαν μερικοί το συμπέρασμα ότι ο Πέτρος ήταν ένας αναρχικός Σικάριος (τρομοκράτης) και ανήκε στον όμιλο των Ζηλωτών, που αντιστέκονταν ενεργητικά στη ρωμαϊκή εξουσία, στον οποίο ήταν ο Σίμων ο Ζηλωτής και ίσως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.

Όταν συνέλαβαν τον Ιησού Χριστό ο Πέτρος συνήλθε από την πρώτη ταραχή και τον ακολούθησε μέχρι την αυλή του αρχιερέα (Ματθ. 26, 58. Μάρκ. 14, 54. Λουκ. 22, 54. Ιωάν. 18, 15-16).

Πρώτος ο Πέτρος αξιώθηκε να διαπιστώσει το γεγονός της Ανάστασης (Λουκ. 24, 12' πρβλ. και Μάρκ. 16, 7) και πρώτος να δει τον αναστηθέντα Χριστό (Λουκ. 24, 35. 1 Κορ. 15, 5).

Οι ειδήσεις για την ιστορία του Πέτρου μετά την Ανάσταση δεν είναι πολλές και δε μπορούμε να έχουμε ένα διάγραμμα της πορείας του και κανένα σταθερό σημείο για μια σωστή χρονολόγηση.

Στην ιστορία της πρώτης Εκκλησίας και πάλι πρωτοστατεί ο Πέτρος στην πρώτη διοικητικού χαρακτήρα πράξη των Αποστόλων, όταν υπέδειξε σε κοινή σύναξη των πιστών να εκλέξουν τον αντικαταστάτη του Ιούδα του Ισκαριώτη (Πρ. 1, 13-26).

Την ημέρα της Πεντηκοστής πάλι ο Πέτρος σηκώθηκε μαζί με τους άλλους έντεκα Αποστόλους και μίλησε προς το συγκεντρωμένο πλήθος με παρρησία και ομορφιά ώστε να πιστέψουν και να βαπτιστούν 3.000 (Πρ. 2, 14-41).

Στη συνέχεια ο Πέτρος θεράπευσε κάποιο χωλό στο Ναό, όντας με τον Ιωάννη (Πρ. 3, 1-11), μίλησε για δεύτερη φορά προς το πλήθος (Πρ. 2, 12-26). Αυτός ο λόγος είχε συνέπεια να οδηγηθεί με τον Ιωάννη στο συνέδριο, όπου μίλησε με παρρησία (Πρ. 4, 1-12), λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούσε να μη μιλήσει γι' αυτά που είδε και άκουσε (Πρ. 4, 20).

Οι Ιουδαίοι και μάλιστα οι Σαδδουκαίοι συνέλαβαν για δεύτερη φορά τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τους φυλάκισαν, για να αποφυλακιστούν όμως με θαυμαστό τρόπο (Πρ. 5, 17-42).

Όλα αυτά και κάποια άλλα γεγονότα, όπως η θανατική τιμωρία του Ανανία και της γυναίκας του Σαπφείρας (Πρ. 5, 1-11) και τα θαύματα που έκαμνε και με τη σκιά του { Πρ. 5, 15-16) μεγάλωσαν πολύ τη φήμη του.

Ο Πέτρος και ο Ιωάννης στάλθηκαν αργότερα από τους Αποστόλους στη Σαμάρεια, όταν άκουσαν ότι εκεί διαδόθηκε ο λόγος του Θεού (Πρ. 8, 14). Στη Σαμάρεια συναντήθηκε ο Πέτρος με το Σίμωνα το μάγο (Πρ. 8, 18-24) και οι δυο Απόστολοι, Πέτρος και Ιωάννης, κήρυξαν το λόγο του Θεού σε πολλά χωριά της Σαμάρειας (Πρ. 8, 25).

Ο Πέτρος, με κέντρο πάντοτε τα Ιεροσόλυμα, πολλές φορές μετέβαινε σε περιοδείες και επισκεπτόταν τις πλησιόχωρες Εκκλησίες (Πρ. 9, 32). Και ο Παύλος, δυο φορές που ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα, συνάντησε τον Πέτρο (Γαλ. 1, 18. 2, 9), τον Απόστολο της περιτομής όπως τον αναφέρει (Γαλ. 2, 7), που μαζί με τον αδελφόθεο Ιάκωβο και τον Ιωάννη θεωρούνταν «στύλοι» της Εκκλησίας (Γαλ. 2, 9).

Σε μια περιοδεία ο Πέτρος θεράπευσε στη Λύδδα τον παραλυτικό Αινέα (Πρ. 9, 32-34) και στην Ιόππη ανέστη-σε την Ταβιθά ή Δορκάδα (Πρ. 9, 36-42). Πάντως στις περιοχές αυτές προϋπήρχαν Χριστιανοί και δεν είναι ο Πέτρος ο πρώτος ιεραπόστολος των μερών αυτών (πρβλ. Πρ. 9, 32)' ο Πέτρος φαίνεται ότι είχε μεγάλα αποτελέσματα στη Λύδδα και Σάρωνα (Πρ. 9, 35). Στην Ιόππη ο Πέτρος έμεινε αρκετές ημέρες (Πρ. 9, 43) και στην Καισαρεία, όπου πορεύτηκε με θεία εντολή, κατήχησε και βάφτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο και όλους τους δικούς του (Πρ. 10, 1-48).

Όταν γύρισε στα Ιεροσόλυμα εξιστόρησε τα γεγονότα με τον Κορνήλιο και έδωσε απάντηση στους χριστιανούς ε κ περιτομής, που δυσαρεστήθηκαν γιατί βάφτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο (Πρ. 11, 1-17). Η απάντηση του Πέτρου τους έπεισε ότι ο Θεός δεν είναι μόνο γι' αυτούς αλλά για όλο τον κόσμο, αφού, όπως ομολόγησαν, ο Θεός έδωσε και στους εθνικούς τη δυνατότητα να μετανοήσουν και να κερδίσουν την αληθινή ζωή (Πρ. 11, 18). Το 42 ή 44 ο Ηρώδης Αγρίππας Α' συνέλαβε, μετά τη θανάτωση του Αποστόλου Ιακώβου και αφού είδε ότι αυτή η πράξη άρεσε στους Ιουδαίους, τον Πέτρο και τον φυλάκισε με σκοπό να τον θανατώσει. Ο Θεός όμως τον έσωσε με θαυμαστό τρόπο· τότε ο Πέτρος ήρθε στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Μάρκου (Πρ. 12, 1-17). Από εκεί έφυγε και πήγε σ' άλλον τόπο (Πρ. 12, 17).

Ύστερα από αυτά δυο φορές ακόμη γίνεται λόγος για τον Πέτρο. Την πρώτη φορά έλαβε μέρος στην Αποστολική Σύνοδο, το 49 στα Ιεροσόλυμα, όπου ο Πέτρος μαζί με τον Παύλο, τον αδελφόθεο Ιάκωβο και το Βαρνάβα διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο (Πρ. 15, 14. Γαλ. 2, 7-8). Κατά τη Σύνοδο ο Πέτρος, με τη σύντομη όγδοη και τελευταία ομιλία του στις Πράξεις των Αποστόλων, τάχθηκε με σθένος υπέρ της ελευθερίας των Εθνικοχριστιανών σε σχέση με την περιτομή και τις νομικές διατάξεις και υποστήριξε τη θέση ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι οι Εθνικοχριστιανοί να συμμορφώνονται με αυτές γιατί και οι Εθνικοί, όπως και οι Ιουδαίοι, σώζονται μόνον με την πίστη στο Χριστό (Πρ. 15, 1-29).

Και τη δεύτερη φορά ο Πέτρος είχε μια συνάντηση στην Αντιόχεια με τον Παύλο, ο οποίος τον έψεξε γιατί επέδειξε έλλειψη θάρρους και έκανε παραχωρήσεις στους ιουδαΐζοντες σε βάρος των Εθνικοχριστιανών (Γαλ. 2, 11-21). Η χριστιανική κοινότητα της Αντιοχείας ήταν παλιά, έγινε αμέσως μετά το θάνατο του Στεφάνου από Ελληνιστές από την Κύπρο και Κυρήνη και αποτελέστηκε από μεταστραφέντες Εθνικούς (Πρ. 15, 19-21). Στην Αντιόχεια έφτασε ο Πέτρος με το Μάρκο, λίγο ύστερα από τον Παύλο και το Βαρνάβα. Στη συνέχεια ήρθαν στην Αντιόχεια οι Ιουδαιοχριστιανοί, για τους οποίους μιλάει ο Παύλος στους Γαλάτες (2, 11-13). Ο Πέτρος έμεινε στην Αντιόχεια τον ίδιο χρόνο που ήταν εκεί οι Μάρκος, Παύλος, Βαρνάβας, Ιούδας και Σίλας. Από αυτούς μόνο ο Ιούδας έφυγε για τα Ιεροσόλυμα 14 περίπου ημέρες πιο μπροστά.

Ο Ευσέβιος, που χρησιμοποιεί στην περίπτωση αυτή τον Ωριγένη, αναφέρει ότι ο Πέτρος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ιουδαίους της διασποράς, στον Πόντο, τη Γαλατία, τη Βιθυνία, την Καππαδοκία και την Ασία (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 1.4, 2). Η μαρτυρία αυτή του Ευσεβίου στηρίζεται στον πρόλογο της πρώτης Καθολικής Επιστολής του Πέτρου. Ο Πέτρος πάντως μπορούσε να γράψει και χωρίς να έχει κηρύξει. Και ο Σίλας (πρβλ. Γαλ. 1, 2) κήρυξε, συνοδεύοντας τον Παύλο, στην περιοχή των αποδεκτών της επιστολής. Έτσι μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο Πέτρος απευθύνεται σ' αυτούς με τη μεσιτεία του Σίλα.

Αν ο Πέτρος πήγε στην Κόρινθο, όπου πιθανώς υπήρχε μια μερίδα Χριστιανών, που εμφανίζονταν ως οπαδοί του (1 Κορ. 1, 12), δεν μπορεί να αποδειχτεί. Από τις Επιστολές προς Κορινθίους του Παύλου και αυτές που γράφτηκαν από την Κόρινθο (Θεσσαλονικείς, Ρωμαίους), κανένας δεν βγαίνει υπαινιγμός για μετάβαση του Πέτρου στην Κόρινθο. Ούτε οι Πράξεις των Αποστόλων μιλούν για κάτι τέτοιο. Άλλωστε δεν ήταν δυνατό να αναφέρεται κάτι τέτοιο στις Πράξεις, αφού αυτές σταματούν οπωσδήποτε πριν από την άφιξη του Πέτρου στη Ρώμη, που δεν αναφέρουν. Κατά συνέπεια οι Πράξεις δεν μπορούσαν να αναφέρουν την πιθανή διέλευση του Πέτρου από την Κόρινθο όταν πήγαινε στη Ρώμη, όπως αναφέρει ο Κορίνθου Διονύσιος στην Επιστολή του προς την Εκκλησία της Ρώμης (το 170). Έπειτα και οι «αδελφοί» του Κυρίου αναφέρονται στην ίδια επιστολή, χωρίς να γίνεται δεχτό ότι μετέβησαν στην Κόρινθο.

Το κήρυγμα του Πέτρου περιορίστηκε κυρίως στους Εβραίους και μάλιστα στην Παλαιστίνη, ενώ του Παύλου απευθύνεται στους Ιουδαίους της διασποράς και στους Εθνικούς (Γαλ. 2, 7-8. Πρ. 22, 18-21).

Στην πρώτη Επιστολή του αναφέρει ο Πέτρος (5, 13) την εν Βαβυλώνι συνεκλεκτήν και μερικοί υποθέτουν ότι εδώ πρόκειται για την αρχαία Βαβυλώνα ή την ομώνυμη της Αιγύπτου, όπου πιθανώς έδρασε. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι πρόκειται για τη Ρώμη, στην οποία βρέθηκε ο Πέτρος το 64 και μαρτύρησε εκεί στις 13 Οκτωβρίου του ίδιου έτους στο τσίρκο του Νέρωνα.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δέχεται ότι ο Πέτρος βρέθηκε στη Ρώμη ύστερα από τη θαυμαστή αποφυλάκιση του(Πρ. 12, 1-17) το 42 ή 44 και έμεινε στην πόλη αυτή ως πρώτος επίσκοπος μέχρι το θάνατο του. Πρώτος όμως Επίσκοπος της Ρώμης ήταν ο Αίνος, όπως μαρτυρείται από αρχαίο κατάλογο που συνέταξε ο Επίσκοπος Ρώμης Σωτήρ (166-174).

Η ίδια Εκκλησία προσπαθεί, αιώνες τώρα, να στηρίξει πάνω στον Πέτρο το πρωτείο της. Γι' αυτό επικαλείται:

1) το χωρίο Ματθ. 16, 18: Κι εγώ λέω σ' εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ' αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου, και δε θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις τον άδη. Εδώ όμως ο Πέτρος απάντησε στον Ιησού στο όνομα όλων των Αποστόλων, που ρωτήθηκαν από το Χριστό (Ματθ. 16, 15), η απάντηση του Χριστού δεν απευθύνεται σε προσωπική γνώμη του Πέτρου και η έκφραση και πάνω σ' αυτή την πέτρα δεν αναφέρεται στο πρόσωπο του Πέτρου αλλά στην ομολογία του, που έγινε ύστερα από αποκάλυψη του Θεού Πατέρα. Επίσης στην Καινή Διαθήκη θεμέλιος πέτρα είναι ο Χριστός όπως θεμέλιοι λίθοι είναι οι Απόστολοι. Πέτρα είναι ο Πέτρος όπως και οι άλλοι μαθητές του Ιησού και σε ευρύτερη έννοια πέτρες είναι όλοι οι πιστοί της Εκκλησίας. Συνεπώς η πέτρα του χωρίου αυτού δεν ταυτίζεται με τον Πέτρο αποκλειστικά, όπως η εξουσία του δεσμεῖν και λύειν δεν ήταν δικαίωμα μόνον του Πέτρου αλλά και των άλλων Αποστόλων και των διαδόχων τους κληρικών.

2) Το χωρίο του Λουκά 22, 32 όπου ο Χριστός λέει στον Πέτρο: εγώ όμως προσευχήθηκα για σένα να μη σε εγκαταλείψει η πίστη σου. Και συ όταν ξαναβρείς την πίστη σου, στήριξε τους αδερφούς σου.

3) Το χωρίο Ιωάννου 21, 15-17 όπου ο Ιησούς ομιλεί με τον Πέτρο στην Τιβεριάδα μετά την Ανάσταση. Εδώ έχουμε σαφέστατα αποκατάσταση του Πέτρου στο αποστολικό αξίωμα ύστερα από την άρνηση του Χριστού από τον Πέτρο, που έγινε λίγο πριν από το σταυρικό θάνατο.

Πέρα από αυτά πρέπει να τονιστεί ότι ο Πέτρος δεν είναι ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης. Στη Ρώμη ο Χριστιανισμός δεν κηρύχτηκε από τους Αποστόλους, γιατί κανένας δεν φαίνεται να πήγε στη Ρώμη για να κηρύξει το Ευαγγέλιο.

Ο Απόστολος Παύλος, που συνήθιζε να κηρύττει εκεί όπου δεν είχε ακόμη ακουστεί το όνομα του Χριστού, γιατί δεν ήθελε να οικοδομεί πάνω σε ξένα θεμέλια (Ρωμ. 15, 20), ομολογεί ότι θέλει να κηρύξει στη Ρώμη (Ρωμ. 1, 15)' την επιθυμία του αυτή αναφέρουν και οι Πράξεις των Αποστόλων (19, 21. 23, 11). Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη, που γράφει προς τους Ρωμαίους (56), κανένας Απόστολος δεν πέρασε από τη Ρώμη.

Χριστιανοί στη Ρώμη υπήρχαν ήδη πριν από το διάταγμα του Κλαυδίου (Πρ. 18, 2), το 50. Εδώ ο Χριστιανισμός εμφανίστηκε από άγνωστους Χριστιανούς που άκουσαν άλλοι τον Πέτρο στα Ιεροσόλυμα την ημέρα της Πεντηκοστής (Πρ. 2, 10 καί οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καί προσήλυτοί) και άλλοι τον Παύλο αργότερα στις διάφορες πόλεις, όπου κήρυξε. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι ο Παύλος στο 16 κεφάλαιο της Επιστολής του προς τους Ρωμαίους στέλνει πλήθος ασπασμών σε πιστούς μιας πόλης στην οποία δεν κήρυξε ακόμη και οι οποίοι ήταν γνωστοί του και συνδέονταν μαζί του.

Άλλωστε η συνεχής μετάβαση πολλών ανθρώπων από τις ανατολικές επαρχίες στη Ρώμη, για προσωπικές υποθέσεις και για εμπορικούς λόγους, και αντίστροφα πολλών Ρωμαίων προς τις ανατολικές επαρχίες συντέλεσαν ώστε να υπάρχει νωρίς ακόμη στη Ρώμη κοινότητα χριστιανική. Από τη Ρώμη έγραψε ο Πέτρος την άνοιξη του 64 τις δυο Καθολικές Επιστολές του.

Ο Απόστολος Παύλος


Απόστολος Παύλος - 1542 μ.Χ. - Πρωτάτο, Άγιον Όρος - Kρητική σχολή

Ο Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας (Πρ. 22, 3) από Εβραίους γονείς της φυλής Βενιαμίν (Ρωμ. 11, 1. Φιλιππ. 3, 6). Ως προς την εξήγηση τον νόμου ανήκε στους Φαρισαίους (Φιλιππ. 3, 6), ήταν ρωμαίος πολίτης (Πρ. 16, 37-38), πολίτης της ξακουστής πόλης Ταρσού (Πρ. 21, 39). Το εβραϊκό του όνομα ήταν Σαούλ.

Ο Ιερώνυμος αναφέρει ότι ο Παύλος, κατά παράδοση, καταγόταν από τα Γίσχαλα της Παλαιστίνης. Τούτο πιθανώς να σημαίνει ότι κάποιος προγονός του καταγόταν από τα Γίσχαλα.

Στην Ταρσό, που ήταν τότε κέντρο ελληνικής παιδείας και στωικής φιλοσοφίας, διδάχτηκε ο Παύλος τα ελληνικά και γνώρισε την ελληνική σκέψη. Γι' αυτό όταν μιλάει στους Αθηναίους φέρνει στο νου τους εκφράσεις γνωστές σ' αυτούς, μέσα από τις οποίες θέλει να περάσει το μήνυμα του και να δώσει ένα παράδειγμα για τον τρόπο διοχέτευσης του χριστιανικού κηρύγματος.

Η εβραϊκή του καταγωγή, η ελληνική του παιδεία και η ιδιότητα του ως ρωμαίου πολίτη καθιστούσαν τον Παύλο ίσως τον πιο κατάλληλο κήρυκα των χριστιανικών ιδεών στον κόσμο της εποχής του. Ο κοσμοπολιτισμός του όμως δεν τον εμπόδισε να γίνει τακτικός επισκέπτης της ιουδαϊκής συναγωγής της Ταρσού και φανατικός υποστηρικτής του ιουδαϊκού νόμου και των οραματισμών των ομοφύλων του: διδάχτηκα με ακρίβεια το νόμο των πατέρων μας, αγωνίστηκα με ζήλο για το Θεό (Πρ. 22, 3) και ήμουν άμεμπτος σε ό,τι αφορά την τήρηση του νόμου (Φιλιπ. 3, 6). Σ' αυτό συνέτεινε περισσότερο και το γεγονός ότι νωρίς πήγε στα Ιεροσόλυμα για να σπουδάσει το νόμο κοντά στους ραββίνους.

Οι εύποροι, όπως φαίνεται, γονείς του θέλησαν όχι μόνο να τον μορφώσουν περισσότερο, αλλά και να τον απομακρύνουν ίσως από επιδράσεις που μπορούσαν να ασκήσουν επάνω του τα φιλοσοφικά ρεύματα που διακινούνταν στην Ταρσό και το ειδωλολατρικό και ελληνιστικό περιβάλλον καθώς και η διάδοση των μυστηριακών θρησκειών.

Στα Ιεροσόλυμα έμενε και η αδελφή του Παύλου, όπως φαίνεται από τις Πράξεις, όπου γίνεται λόγος για τον ανεψιό του (Πρ. 23, 16). Στην πόλη αυτή έγινε μαθητής του Γαμαλιήλ (Πρ. 22, 3), βυθίστηκε στη μελέτη της νομικής θεολογικής επιστήμης του ραββινισμού και καυχόταν ότι αυτός ο Ιουδαίος της διασποράς πρόκοβε στον Ιουδαϊσμό πιο πολύ από πολλούς συνομήλικους συμπατριώτες του, γιατί είχε μεγαλύτερο ζήλο για τις προγονικές του παραδόσεις (Γαλ. 1, 14).

Ο Παύλος φαίνεται ότι έμεινε διά βίου άγαμος, γιατί αυτό που γράφει προς τους Κορινθίους (1 Κορ. 9, 5), μήπως δεν έχω δικαίωμα να έχω μαζί μου στα ταξίδια «αδελφή γυναίκα», όπως κάνουν και οι άλλοι απόστολοι και τα αδέρφια τον Κυρίου και ο Κηφάς ; σημαίνει μάλλον το δικαίωμα να τον συνοδεύει στις ιεραποστολικές του περιοδείες μια γυναίκα, χριστιανή αδερφή, για να τον υπηρετεί, ώστε ο ίδιος να επιδίδεται ανενόχλητα στο έργο του. Άλλωστε είχε, όπως ο ίδιος αναφέρει, αρρώστια αθεράπευτη που και αυτή ίσως δεν τον επέτρεπε να δημιουργήσει οικογένεια: Για να μην περηφανεύομαι, ο Θεός μου έδωσε μια αρρώστια, ένα υπηρέτη το σατανά να με ταλαιπωρεί. Γι' αυτή την αρρώστια τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να τη διώξει από πάνω μου. Η απάντηση του ήταν: «Σου αρκεί η δωρεά μου, γιατί η δύναμη μου φανερώνεται στην πληρότητα της μέσα σ' αυτή την αδυναμία σου» (2 Κορ. 12, 7-9).

Η γέννηση του τοποθετείται μεταξύ του 5 και 15 μ.Χ. Στην Ιερουσαλήμ πρέπει να ήρθε γύρω στο 30 και δεν είναι βέβαιο αν γνώρισε το Χριστό κατ' άνθρωπο (πρβλ. 2 Κορ. 5, 16).

Στο λιθοβολισμό του Στεφάνου ο νεανίας καλούμενος Σαύλο ς ήταν παρών και όχι μόνο στα πόδια του άφησαν οι λιθοβολήσαντες το Στέφανο Ιουδαίοι τα ιμάτια τους αλλά και ο ίδιος επικροτούσε τη θανάτωση του Στεφάνου (Πρ. 7, 59-60). Ύστερα από την εμπειρία αυτή ο Παύλος φανατίστηκε ακόμη περισσότερο εναντίον των Χριστιανών, ρήμαζε την Εκκλησία, έμπαινε με τη βία στα σπίτια, έσερνε έξω άντρες και γυναίκες και τους έριχνε στη φυλακή (Πρ. 8, 3).

Σε μια τέτοια στιγμή παροξυσμού, το 34, τον κάλεσε ο Χριστός κοντά του και από εχθρό του (πρβλ. Ρωμ. 5, 10) τον έκαμε εκείνη τη στιγμή σκεύος εκλογής (Πρ. 9, 15). Το όραμα του Παύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό (Πρ. 9, 1-29. 22, 3-21. 26, 9-20· πρβλ. Γαλ. 1, 13-16. 1 Κορ. 15, 8. Φιλιππ. 3, 12. Εφ. 3, 3), όπου πήγαινε να συλλάβει χριστιανούς, άνδρες και γυναίκες, να τους φέρει στα Ιεροσόλυμα (Πρ. 9, 1 εξ.), αποτελεί συγκλονιστικό γεγονός για τους Ιουδαίους. Η Δαμασκός σημάδεψε καίρια τη ζωή του Παύλου και από τη στιγμή εκείνη της μεταστροφής του άρχισε για την Εκκλησία η θετική μέτρηση.

Στη Δαμασκό ο Παύλος βαφτίστηκε και κατηχήθηκε από τον Ανανία (Πρ. 9, 17-19) και αναχώρησε στην Αραβία (Γαλ. 1, 17), ίσως για λόγους ασφάλειας.

Από την Αραβία (το βασίλειο των Ναβαταίων στα νότια της Δαμασκού) γύρισε και πάλι στη Δαμασκό (Γαλ. 1, 17), όπου για τρία χρόνια εργάστηκε ιεραποστολικά, από το 34 μέχρι το 37. Εξαιτίας των επιβουλών των Ιουδαίων εναντίον του αναγκάστηκε να φύγει από τη Δαμασκό (Πρ. 9, 23-25) και στη φυγή του αυτή συντέλεσε και ο εθνάρχης Αρέθας, βασιλιάς των Ναβαταίων, που ήθελε να τον πιάσει (2 Κορ. 11, 32-33).

Το 37 πήγε στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσει τον Πέτρο και εκεί έμεινε 15 ημέρες. Τότε γνώρισε, από τους άλλους Αποστόλους, μόνο τον αδελφόθεο Ιάκωβο (Γαλ. 1, 18-19). Από τις Πράξεις των Αποστόλων μαθαίνουμε ότι ο Βαρνάβας έκαμε γνωστό τον Παύλο στους χριστιανικούς κύκλους της Ιερουσαλήμ και στους άλλους Αποστόλους, που δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι ο Παύλος ήταν πια μαθητής του Χριστού. Και ενώ ο Παύλος προσπαθούσε να συνδεθεί με τους μαθητές του Χριστού, αυτοί τον φοβούνταν (Πρ. 9, 26). Στις λίγες ημέρες της παραμονής του στα Ιεροσόλυμα, συζητούσε ο Παύλος με τους ελληνιστές Ιουδαίους που ήθελαν να τον φονεύσουν· γι' αυτό οι Χριστιανοί τον πήγαν μέχρι την Καισαρεία και από εκεί τον εξαπέστειλαν στην πατρίδα του Ταρσό (Πρ. 9, 26-30).

Για τη δράση του Παύλου στις περιοχές της Συρίας και Κιλικίας (Γαλ. 1,21), στη δεκαετία από το 37 μέχρι το 47, για την οποία άκουγαν οι άλλες Εκκλησίες και δόξαζαν το Θεό, πώς αυτός που κάποτε τις καταδίωκε και τώρα κηρύττει την πίστη που άλλοτε προσπαθούσε να εξαφανίσει (Γαλ. 1, 22-23), δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο.

Αργότερα ο Βαρνάβας βρήκε τον Παύλο στην Ταρσό και τον έφερε στην Αντιόχεια, όπου αφοσιώθηκαν για ένα ολόκληρο χρόνο στο κήρυγμα κυρίως ανάμεσα στους Εθνικούς (Πρ. 11, 25-26).

Από την Αντιόχεια ο Παύλος και ο Βαρνάβας πήγαν στα Ιεροσόλυμα για να μεταφέρουν τη βοήθεια των χριστιανών της Αντιοχείας προς τους αδελφούς της Ιερουσαλήμ, που υπόφεραν από το λιμό την εποχή του Κλαυδίου (Πρ. Π, 27-30). Στην επιστροφή τους στην Αντιόχεια πήραν μαζί τους και το Μάρκο (Πρ. 12, 25). Ίσως ο Παύλος έκαμε ακόμη ένα ταξίδι στα Ιεροσόλυμα με το Βαρνάβα και τον Τίτο (Γαλ. 2, 1 εξ.)-

Από την Αντιόχεια άρχισε το τεράστιο έργο του Παύλου με την πρώτη αποστολική περιοδεία (47-48), στην οποία τον έστειλε μαζί με το Βαρνάβα η χριστιανική κοινότητα της Αντιοχείας (Πρ. 13, 2-3).

Από την Αντιόχεια κατέβηκαν στη Σελεύκεια, απέπλευσαν στην Κύπρο και δίδαξαν στη Σαλαμίνα, στις εβραϊκές συναγωγές. Κοντά τους ήταν και ο ανεψιός του Βαρνάβα, ο Μάρκος. Πέρασαν το νησί μέχρι την Πάφο· εδώ πίστεψε ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος και τιμωρήθηκε ο μάγος Ελίμας (Βαριησούς ), Ιουδαίος ψευδοπροφήτης. Από την Πάφο πήγαν στην Πέργη της Παμφυλίας. Από εδώ τους εγκατέλειψε ο Μάρκος, που γύρισε στα Ιεροσόλυμα. Η Αντιόχεια της Πισιδίας ήταν ο επόμενος σταθμός του Παύλου και του Βαρνάβα. Στην πόλη αυτή κήρυξαν όχι μόνο στη συναγωγή αλλά και στους Εθνικούς που ήταν προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό. Η παρουσία τους στην Αντιόχεια ήταν εντυπωσιακή, ώστε οι Ιουδαίοι ξεσήκωσαν εναντίον τους τον κόσμο και τις αρχές της πόλης. Ο Παύλος και ο Βαρνάβας αναγκάστηκαν τότε να εγκαταλείψουν την Αντιόχεια και να πάνε στο Ικόνιο (Πρ. 13, 4-52). Και εδώ όμως τους ακολούθησαν πολλοί Ιουδαίοι και Εθνικοί αλλά και πάλι εκδιώχτηκαν, οπότε αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις πόλεις της Λυκαονίας Λύστρα και Δέρβη και τα περίχωρα, κηρύττοντες το λόγο του Θεού. Στα Λύστρα ο Παύλος θεράπευσε κάποιο χωλό από γεννησιμιού του. Οι Ιουδαίοι από την Αντιόχεια και το Ικόνιο, αφού ξεσήκωσαν το λαό των Λύστρων, λιθοβόλησαν τον Παύλο μέχρι θανάτου και τον μετέφεραν έξω από την πόλη. Την άλλη ημέρα ο Παύλος και ο Βαρνάβας πήγαν στη Δέρβη, όπου άγρευσαν αρκετούς. Από τη Δέρβη επέστρεψαν στα Λύστρα, στο Ικόνιο και την Αντιόχεια για να στηρίζουν τους πιστεύσαντες και να χειροτονήσουν γι αυτούς Πρεσβυτέρους σε κάθε Εκκλησία. Μέσω της Πισιδίας ήρθαν στην Παμφυλία, κήρυξαν στην Πέργη και κατέβηκαν στην Αττάλεια.

Ύστερα από την περιοδεία αυτή, που είχε στόχο τις μεγάλες ιουδαϊκές κοινότητες της Κύπρου και Ασίας και σε δεύτερο λόγο τους Εθνικούς, προς τους οποίους στρεφόταν ο Παύλος μέσω των Εθνικών προσήλυτων, ξαναγύρισαν στην Αντιόχεια της Συρίας (Πρ. 14, 1-26).

Η περιοδεία αυτή, που ήταν γεμάτη διωγμούς και ταλαιπωρίες (2 Τιμ. 3, 11), πέτυχε γιατί δημιουργήθηκαν πολλές χριστιανικές κοινότητες κυρίως ανάμεσα στους Εθνικούς.

Στην Αντιόχεια ο Παύλος και ο Βαρνάβας έμειναν αρκετό καιρό με τους Χριστιανούς (Πρ. 14, 28). Το 49 ο Παύλος έλαβε μέρος στην Αποστολική Σύνοδο στα Ιεροσόλυμα.

Από την Αντιόχεια ξεκίνησε και πάλι ο Παύλος για τη δεύτερη περιοδεία του (49-52) · αυτή τη φορά όμως είχε ως συνοδό το Σίλα και όχι το Βαρνάβα. Ο Βαρνάβας δε δέχτηκε να λάβει μέρος στην περιοδεία αυτή, γιατί ο Παύλος αρνήθηκε να πάρουν μαζί τους το Μάρκο, που τους άφησε στη διάρκεια της πρώτης περιοδείας και γύρισε στην Αντιόχεια. Ύστερα από το επεισόδιο αυτό ο Βαρνάβας πήρε το Μάρκο και πήγαν στην Κύπρο (Πρ. 15, 35-40).

Ο Παύλος με το Σίλα πέρασαν τη Συρία και Κιλικία, στηρίζοντες τις Εκκλησίες στις χώρες αυτές (Πρ. 15, 41) και έφτασαν στη Δέρβη και στα Λύστρα. Από την πόλη αυτή παρέλαβαν μαζί τους τον Τιμόθεο, αφού τον περιέτεμαν για να ικανοποιήσουν έτσι τους Ιουδαίους των περιοχών εκείνων. Στη συνέχεια πέρασαν από τη Φρυγία και τη Γαλατική χώρα, τη χώρα δηλ. των παλαιών Γαλατών (Πρ. 16, 1-6). Εδώ ο Παύλος ασθένησε, αναγκάστηκε έτσι να μείνει κοντά στους Γαλάτες και να κηρύξει το λόγο του Θεού (Γαλ. 4, 13-15). Με την υπόδειξη του Αγίου Πνεύματος, αφού ο Παύλος, ο Σίλας και ο Τιμόθεος παρέκαμψαν τη Μυσία και απέφυγαν τη Βιθυνία, κατέβηκαν στην Τρωάδα. Εδώ προστέθηκε στη συνοδεία τους και ο Λουκάς.

Ενώ ο σκοπός του Παύλου, στη δεύτερη του αυτή περιοδεία, ήταν να επισκεφθεί τις Εκκλησίες που είχε ιδρύσει πιο μπροστά και να ιδεί πώς έχουν, τώρα, με τον ερχομό του στην Τρωάδα, η τωρινή περιοδεία του θα πάρει άλλη μορφή και οι διαστάσεις της θα διευρυνθούν.

Ύστερα από ένα νυχτερινό όραμα ήρθε ο Παύλος με τους συνεργάτες του μέσω Σαμοθράκης στη Νεάπολη της Μακεδονίας και από τη Νεάπολη στους Φιλίππους. Το πέρασμα από την Ασία στην Ευρώπη ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην Εκκλησία και στον κόσμο.

Στους Φιλίππους έμειναν μερικές ημέρες και βάφτισαν τη Λυδία και τους δικούς της. Η θεραπεία όμως μιας μαντευόμενης δούλης, που έφερνε πολλά κέρδη στους κυρίους της, έγινε αιτία να ραβδιστούν και να μπουν στη φυλακή για αντιρωμαϊκές δήθεν ενέργειες. Οι κατηγορίες, που τους προσάπτονται, όταν οδηγούνται βιαίως στην αγορά για να παρουσιαστούν στις αρχές, είναι ότι ο Παύλος και οι συνεργάτες τους είναι Ιουδαίοι και προκαλούν ταραχές στην πόλη, θέλοντας να εισαγάγουν έθιμα που δεν επιτρέπονταν να τα δεχτούν ή να τα τηρούν όσοι ήταν Ρωμαίοι. Έτσι οι Ρωμαίοι άρχοντες των Φιλίππων υποκύπτουν στο αντιϊουδαϊκό πνεύμα των πολιτών και τιμωρούν τον Παύλο και τους συνεργάτες του ως Ιουδαίους, χωρίς καν να υποψιάζονται ότι το κήρυγμα των Αποστόλων ξεπέρασε τους Ιουδαίους και το μωσαϊκό νόμο και γι' αυτό αποτελούσε πρόκληση και για τους Ιουδαίους.

Οι φυλακισμένοι Απόστολοι ελευθερώθηκαν με θαυμαστό τρόπο και αυτό έγινε αιτία να βαπτιστούν Χριστιανοί ο φύλακας τους μαζί με όλους τους δικούς του (Πρ. 16, 7-40).

Από τους Φιλίππους, μέσω της Αμφίπολης και της Απολλωνίας, ο Παύλος με το Σίλα και τον Τιμόθεο ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, ρωμαϊκή αποικία με δικαιώματα ελεύθερης πόλης, πρωτεύουσα της μεγάλης σε έκταση ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας, πόλη πλούσια και σημείο αναφοράς για το εμπόριο, τις συγκοινωνίες και την πνευματική κίνηση. Ο Λουκάς δεν τους συνόδεψε ως τη Θεσσαλονίκη· έμεινε στους Φιλίππους.

Στη Θεσσαλονίκη ο Παύλος κήρυξε στη συναγωγή των Ιουδαίων επί τρία συνεχόμενα Σάββατα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρέμεινε στην πόλη αυτή περισσότερο χρόνο από τρεις εβδομάδες. Ίσως τα λόγια του Παύλου (1 Θεσσ. 1, 7-8 και Φιλιππ. 4, 16) προϋποθέτουν περισσότερο χρόνο δράσης του Παύλου στη Θεσσαλονίκη. Η δράση αυτή του Παύλου προκαλεί τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης, που δημιουργούν αναταραχή και κατηγορούν τους Αποστόλους. Έτσι οι αρχές της πόλης, οι πολιτάρχες, ετοιμάζονται να επέμβουν, οπότε ο Παύλος με τους συνοδούς του αναγκάζονται να φύγουν νύχτα στη Βέροια.

Η ολιγόχρονη μα καρποφόρα παραμονή του Παύλου στη Θεσσαλονίκη συνοδεύτηκε από πόνους προσωπικούς και οι Θεσσαλονικείς, που πίστεψαν στο κήρυγμα του και αποτέλεσαν την πρώτη χριστιανική κοινότητα της πόλης αυτής, δοκίμασαν πολλή θλίψη και σκληρό διωγμό. Σ' αυτές τις σκέψεις μας οδηγούν τα λόγια του ίδιου του Παύλου: κάτω από σκληρό διωγμό αποδεχτήκατε το κήρυγμα (1 Θεσσ. 1, 6), ο Θεός μας έδωσε θάρρος, ώστε να σας κηρύξουμε το Ευαγγέλιο τον μέσα από πολλές δυσκολίες (1 Θεσσ. 2, 2) εσείς, αδελφοί μιμηθήκατε εκείνες τις εκκλησίες του Θεού που βρίσκονται στην Ιουδαία και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Γιατί κι εσείς πάθατε τα ίδια από τους συμπατριώτες σας, όπως κι εκείνοι από τους Ιουδαίους (1 Θεσσ. 2, 14).

Στη Βέροια τα αποτελέσματα του κηρύγματος του ήταν ευχάριστα και οι Ιουδαίοι της πόλης αυτής, πιο ευγενείς από τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης, δέχτηκαν το κήρυγμα του πρόθυμα, όπως και πολλές Ελληνίδες και Έλληνες επίσημοι. Οι σκληροί όμως Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης έφτασαν στη Βέροια και ανάγκασαν μερικούς Χριστιανούς να συνοδέψουν τον Παύλο μέχρι τη θάλασσα για να φύγει μ' αυτούς για την Αθήνα (Πρ. 17, 1-14). Στη Βέροια έμειναν ο Σίλας και ο Τιμόθεος

Στην Αθήνα δεν είχε το κήρυγμα του Παύλου μεγάλες επιτυχίες (Πρ. 17, 16-34), γι' αυτό σκεφτόταν πώς να πάει στην Κόρινθο, μήπως και εκεί έχει την ίδια τύχη (1 Κορ. 2, 3). Στον ' Αρειο Πάγο ο Παύλος «ανακρίθηκε» από τους Αθηναίους, χλευάστηκε και αποπέμφθηκε με προοπτική να ξαναανακριθεί, αφού από την πρώτη επαφή τους με τον Παύλο οι Αθηναίοι δεν πολυκατάλαβαν τι τους έλεγε και θεώρησαν τα λόγια του και το κήρυγμα του σπερμολογίες (παραμύθια).

Στην Κόρινθο έμεινε ενάμιση χρόνο κοντά στους σκηνοποιούς Ακύλα και Πρίσκιλλα, που είχαν έρθει από την Ιταλία εξαιτίας του Κλαυδίου, ο οποίος έδιωξε όλους τους Ιουδαίους από τη Ρώμη. Κάθε Σάββατο ο Παύλος κήρυττε στη συναγωγή, διαλεγόταν με τους Ιουδαίους και Έλληνες προσήλυτους, και τους έπειθε. Έτσι στην Κόρινθο το κήρυγμα του είχε σημαντική επιτυχία. Κοντά του τώρα ήρθαν από τη Βέροια ο Σίλας και ο Τιμόθεος, που είχαν ειδοποιηθεί από τον Παύλο με τους Βεροιώτες συνοδούς του Παύλου, όταν αυτοί άφησαν τον Παύλο στην Αθήνα και γύρισαν στην πατρίδα του (Πρ. 17, 15. 1 Θεσσ. 3, 1-2. Πρ. 18, 5). Τα νέα από τη Μακεδονία ήταν ευχάριστα (η πίστη στερεωνόταν) και δυσάρεστα (η συμπεριφορά των Ιουδαίων απέναντι στους Χριστιανούς ήταν σκληρή).

Ο Παύλος αλλάζει πια στην Κόρινθο τακτική, εγκαταλείπει τη συναγωγή και στρέφεται προς τους Εθνικούς. Ο αρχισυνάγωγος Κρίσπος με όλους τους δικούς του και πολλοί Κορίνθιοι πίστεψαν στο κήρυγμα του Παύλου.

Και εδώ όμως οι Ιουδαίοι δεν τον άφησαν ήσυχο· τον οδήγησαν στον ανθύπατο της Αχαίας Γαλλίωνα, που ήρθε το 51, με την κατηγορία ότι προσπαθεί να πείσει τους ανθρώπους να λατρεύουν το Θεό με τρόπο που είναι αντίθετος στο νόμο (Πρ. 18, 13). Η στάση όμως του Γαλλίωνα, να μη δώσει σημασία στις αιτιάσεις των Ιουδαίων, ήταν ενισχυτική για το έργο του Παύλου. Εκείνος όμως που τελικά πλήρωσε για όλα αυτά ήταν ο αρχισυνάγωγος Σωσθένης, που έφαγε αρκετό ξύλο από τους Ιουδαίους μπροστά στο δικαστήριο: Ο Γαλλίων είπε στους ιουδαίους: Αν ήταν για κανένα αδίκημα ή για ένα κακούργημα δόλιο, θα ήταν λογικό να σας ακούσω, ιουδαίοι. Εφόσον όμως πρόκειται για θέματα διδασκαλίας και ονομάτων και νόμου δικού σας, τακτοποιήστε τα μόνοι σας. Δικαστής εγώ αυτών των ζητημάτων δε θέλω να είμαι. Και τους έδιωξε από το δικαστήριο. Τότε όλοι έπιασαν το Σωσθένη τον αρχισυνάγωγο και τον χτυπούσαν μπροστά στο δικαστήριο. Ο Γαλλίων όμως δε νοιαζόταν καθόλου γι' αυτά (Πρ.18, 14-17).

Ο Παύλος, αφού έμεινε αρκετές ακόμη ημέρες στην Κόρινθο, και αφού είχε γράψει τις δυο επιστολές του προς τους Θεσσαλονικείς (το 50 και το 51), έφυγε για την Έφεσο, συνοδευόμενος από τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα (Πρ. 18, 18). Στην Έφεσο ο Παύλος διαλέχτηκε στη συναγωγή με τους Ιουδαίους.

Από την Έφεσο κατέβηκε στην Καισαρεία, πήγε, πιθανώς, για λίγο στα Ιεροσόλυμα και επέστρεψε στη βάση των εξορμήσεων του, στην Αντιόχεια (Πρ. 18, 1-23). Φαίνεται ότι επήλθε κάποια διάσταση ανάμεσα στον Παύλο και το Σίλα και ίσως έτσι εξηγείται γιατί ο Σίλας δε συνοδεύει τον Παύλο στο έργο του και εμφανίζεται ως συνοδός και γραμματέας του Πέτρου (1 Πέτρου 5, 12).

Ο Παύλος, πιστός στην υπόσχεση που έδωσε στους Εφεσίους ότι θα τους ξαναδεί (Πρ. 18, 21) έφυγε από την Αντιόχεια και πέρασε από τη Γαλατική χώρα και τη Φρυγία για να ενδυναμώσει τους μαθητές του Χριστού. Αυτή είναι η τρίτη ιεραποστολική του πορεία (52-56).

Στην Έφεσο εργάζονταν με ζήλο δυο ιδιαίτερα γνωστοί του, ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα, και το ζεύγος αυτό διαφώτισε σωστά τον Ιουδαίο Απολλώ, λόγιο από την Αλεξάνδρεια, που ήταν δυνατός γνώστης των Γραφών και δίδασκε στη συναγωγή. Από την Έφεσο ο Απολλώς πήγε στην Αχαΐα, σταλμένος από τους Εφεσίους Χριστιανούς (Πρ. 18, 23-28). Όταν ο Απολλώς ήταν στην Κόρινθο τότε ο Παύλος έφτασε στην Έφεσο, αφού πρώτα πέρασε από τα ενδότερα μέρη.

Στην Έφεσο βάφτισε ο Παύλος 12 μαθητές που είχαν βαφτιστεί προηγουμένως στο βάφτισμα του Ιωάννη. Επί τρεις μήνες ο Παύλος δίδασκε στη συναγωγή και ύστερα, αφού συνάντησε δυσκολίες, περιόρισε τη διδασκαλία του στους Χριστιανούς που τον ακολουθούσαν και σ' όσους έρχονταν στη σχολή κάποιου Τυράννου. Αυτό κράτησε δυο ολόκληρα χρόνια και στο διάστημα αυτό άκουσαν το λόγο του Θεού όλοι όσοι κατοικούσαν στην επαρχία της Ασίας, Ιουδαίοι και Έλληνες. Ο Παύλος στην Έφεσο αντιμετώπισε πρώην οπαδούς της αίρεσης του Ιωάννη του Προδρόμου, αβάπτιστους μαθητές που αγνοούσαν το ’γιο Πνεύμα, καθώς και τους εφτά εξορκιστές, γιους του Ιουδαίου αρχιερέα Σκευά, που θαυματουργούσαν στο όνομα του Ιησού (Πρ. 19, 1-16).

Στο διάστημα των τριών ετών που έμεινε ο Παύλος στην Έφεσο, έγιναν πολλά που δεν αναφέρονται στις Πράξεις των Αποστόλων. Τίποτα δεν αναφέρεται για τις σχέσεις του με τις Εκκλησίες της Γαλατίας. Έπειτα δεν αναφέρεται το ενδιάμεσο ταξίδι του στην Κόρινθο, όπου κακοποιήθηκε και αναγκάστηκε να επιστρέψει αμέσως στην Έφεσο. Ούτε γίνεται λόγος για την επίσκεψη του στο Ιλλυρικό (Ρωμ. 15, 19).

Στις επιστολές του προς τους Κορινθίους (1 Κορ. 15, 32, 2 Κορ. 1, 8-10) αναφέρει ο ίδιος ότι πάλαιψε με τα θηρία στην Έφεσο και αντιμετώπισε βέβαιο θάνατο και ίσως τον έσωσε η αυτοθυσία του Ακύλλα και της Πρίσκιλλας (Ρωμ. 16, 3-4). Ίσως αυτά να σημαίνουν ότι κατά τα τρία χρόνια της παραμονής του στην Έφεσο πέρασε ένα διάστημα στη φυλακή. Αν αυτό είναι γεγονός, τότε πολύ πιθανό οι επιστολές της αιχμαλωσίας (Φιλιππισίους, Κο - λοσσαείς, Φιλήμονα ) να γράφτηκαν από την Έφεσο και όχι ύστερα από πέντε περίπου χρόνια από τη Ρώμη, όπως δέχεται η παράδοση. Στην Έφεσο γράφτηκε και η επιστολή προς τους Γαλάτες.

Από την Έφεσο έγραψε ο Παύλος επιστολή προς τους Κορινθίους, για τη χαλαρότητα των ηθών, που δε σώζεται (Ι Κορ. 5, 9). Οι Κορίνθιοι απάντησαν με επιστολή (1 Κορ. 7, 1. 16, 17) και έθεσαν διάφορα προβλήματα. Εκτός από αυτά ο Παύλος πληροφορήθηκε από την Κορίνθια Χλόη (1 Κορ. 1,11) για τις έριδες στην Κόρινθο. Σ' αυτά απάντησε ο Παύλος με την πρώτη επιστολή του προς τους Κορινθίους. Με αυτή αγγέλλεται μετάβαση του Τιμοθέου στην Κόρινθο (1 Κορ. 16, 10) καθώς και δικό του ταξίδι κοντά τους για δεύτερη φορά. Στην Κόρινθο ο Παύλος υπέστη ατιμωτική προσβολή από κάποιο μέλος της Εκκλησίας.

Ο Παύλος ήθελε να περάσει από τη Μακεδονία και Αχαΐα και να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και από εκεί να μεταβεί στην άγνωστη του ακόμη Ρώμη (Πρ. 19, 21). Με αυτές τις σκέψεις έστειλε στη Μακεδονία τους συνεργάτες του Τιμόθεο και Έραστο, αυτός όμως καθυστέρησε λίγο στην επαρχία της Ασίας (Πρ. 19, 22). Γι' αυτό το ταξίδι, που ήταν σύντομο και που το έκαμε πιθανώς δια θαλάσσης, τίποτα δεν μας αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων.

Με την επιστροφή του στην Έφεσο, εξαιτίας της δραστηριότητας του κατά των ειδώλων, συνάντησε την αντίδραση του λαού που ξεσήκωσε ο αργυροκόπος Δημήτριος και όσοι ήταν δεμένοι συμφεροντολογικά με τη λατρεία της θεάς ’ρτεμης στην πόλη αυτή (Πρ. 19, 24). Ύστερα από αυτά ο Παύλος αποχαιρέτησε τους μαθητές του και έφυγε για τη Μακεδονία (Πρ. 20, 1). Στην Τρωάδα περίμενε με αγωνία τον Τίτο, στον οποίο προηγουμένως είχε δώσει οδηγίες να περάσει από τη Μακεδονία και να συναντηθούν στην ξακουστή αυτή πόλη. Επειδή ο Τίτος άργησε να έρθει, ξεκίνησε ο Παύλος γεμάτος ανησυχία για τη Μακεδονία. Από τον Τίτο, που τελικά τον συνάντησε, έμαθε ότι τα περισσότερα μέλη της Εκκλησίας της Κορίνθου ήταν με το μέρος του. Επίσης έμαθε ότι υπήρχε πάλι αντίδραση από τους Ιουδαΐζοντες, που μαζεύτηκαν στην Κόρινθο για να ενισχύσουν ίσως την προϋπάρχουσα μερίδα του Κηφά. Με αυτά τα νέα του Τίτου ο Παύλος έγραψε δεύτερη, αυστηρή επιστολή προς τους Κορινθίους και την έστειλε με τον Τίτο και με δυο άλλους αδελφούς (2 Κορ. 8, 16 εξ.). Οι τρεις αυτοί μαθητές θα συγκέντρωναν και τη λογία της Κορίνθου, πριν να φτάσει ο ίδιος εκεί (2 Κορ. 9, 1 εξ.).

Τώρα είναι η τρίτη φορά που ο Παύλος επισκέπτεται την Κόρινθο, όπως ο ίδιος αναφέρει (2 Κορ. 2, 1. 12, 14. 13, 1). Στην Κόρινθο έμεινε τρεις μήνες. Το χειμώνα του 56 έγραψε την επιστολή προς τους Ρωμαίους, κινδύνεψε από τους Ιουδαίους και αντί να πάει κατευθείαν στη Συρία έκρινε σκόπιμο να περάσει από τη Μακεδονία.

Στην ακολουθία του Παύλου ήταν τώρα ο Σώπατρος από τη Βέροια, ο Αρίσταρχος και Σεκούνδος από τη Θεσσαλονίκη, ο Γάιος από τη Δέρβη και ο Τυχικός και ο Τρόφιμος από την Ασία. Όλοι αυτοί έφυγαν πιο μπροστά και περίμεναν στην Τρωάδα τον Παύλο με το Λουκά να έρθουν από τους Φιλίππους.

Από την Τρωάδα, ύστερα από παραμονή επτά ημερών, ο Παύλος πήγε με τα πόδια στην ’σσο, ενώ οι συνοδοί του πήγαν στην ’σσο με πλοίο για να παραλάβουν τον Παύλο. Από την ’σσο όλοι μαζί πήγαν στη Μυτιλήνη, πέρασαν απέναντι από τη Χίο, σταμάτησαν στη Σάμο, έμειναν στο ακρωτήριο Τρωγύλλιο και έπειτα πήγαν στη Μίλητο (Πρ. 20, 13-15).

Δε θέλησε ο Παύλος να μεταβεί στην Έφεσο για να μη χρονοτριβήσει στην Ασία, αφού επειγόταν να βρίσκεται την Πεντηκοστή του 57 στα Ιεροσόλυμα (Πρ. 20, 1-16). Στη Μίλητο μίλησε ο Παύλος προς τους πρεσβυτέρους και ο λόγος του αυτός πρέπει να είναι το καθημερινό εντρύφημα των κληρικών μας (Πρ. 20, 17-35).

Με πλοίο έφυγαν από τη Μίλητο (Πρ. 20, 38), πέρασαν την Κω, τη Ρόδο και έφτασαν στα Πάταρα. Από εκεί πήραν άλλο πλοίο φορτηγό, που πήγαινε για τη Φοινίκη, προσπέρασαν την Κύπρο και κατέβηκαν στην Τύρο, όπου έμειναν επτά ημέρες κοντά στους Χριστιανούς. Με πλοίο από εκεί πήγαν στην Καισαρεία και κατέλυσαν στο σπίτι του διακόνου Φιλίππου. Εδώ ο προφήτης ’γαβος είπε στον Παύλο ότι στα Ιεροσόλυμα θα τον συλλάβουν οι Ιουδαίοι και θα τον παραδώσουν στους Ρωμαίους. Ο Παύλος όμως παρά τις παρακλήσεις των συνοδών του και των Χριστιανών της Καισαρείας αποφάσισε να πάει στα Ιεροσόλυμα και να πάθει για το Χριστό (Πρ. 21,1-14).

Στα Ιεροσόλυμα, όπου ξεσηκώθηκαν οι Ιουδαίοι, σώθηκε ο Παύλος από βέβαιο θάνατο από το Ρωμαίο χιλίαρχο Κλαύδιο Λυσία, που τον έστειλε με συνοδεία στην έδρα του Ρωμαίου διοικητή της Καισαρείας Φήλικα (Πρ. 21, 15-23, 33).

Ο Φήλικας κράτησε τον Παύλο στη φυλακή δυο χρόνια, από το 57 μέχρι το 59 (Πρ. 23, 34-24, 27). Οι Ιουδαίοι όμως ζήτησαν από το διάδοχο του Φήλικα Πόρκιο Φήστο να τους παραδώσει τον Παύλο για να τον δικάσουν στα Ιεροσόλυμα. Τότε ο Παύλος απαίτησε να δικαστεί, ως ρωμαίος πολίτης που ήταν, προ του βήματος του καίσαρα (Πρ. 25, 1-26, 32).

Το ταξίδι του Παύλου για τη Ρώμη, στο οποίο τον συνόδεψαν οι συνεργάτες του Λουκάς και Αρίσταρχος, αρχίζει από τις Πράξεις 27, 1 εξ. Η Σιδώνα και τα Μύρα της Λυκίας ήταν οι δυο πρώτοι σταθμοί. Στα Μύρα άλλαξαν πλοίο και με το νέο προσάραξαν στους Καλούς Λιμένες της Κρήτης. Ο επόμενος σταθμός ήταν το νησί Μελίτη. Ύστερα από τρεις μήνες με άλλο πλοίο πήγαν στις Συρακούσες, όπου έμειναν τρεις ημέρες. Το Ρήγιο και οι Ποτίολοι ήταν οι δυο άλλοι σύντομοι σταθμοί. Ο τελευταίος σταθμός ήταν η Ρώμη. Οι Χριστιανοί της Ρώμης, όταν έμαθαν τον ερχομό του Παύλου, βγήκαν μέχρι τον Αππίου Φόρο και τις Τρεις Ταβέρνες για να τον προϋπαντήσουν.

Στη Ρώμη επέτρεψαν τον Παύλο να μείνει σε ιδιωτικό κατάλυμα μαζί με το στρατιώτη που τον φύλαγε. Ο Παύλος έμεινε μια ολόκληρη διετία (59-61) σε ιδιαίτερη νοικιασμένη κατοικία, όπου δεχόταν όλους όσοι τον επισκέπτονταν, κήρυττε τη βασιλεία του Θεού και δίδασκε για τον Κύριο Ιησού Χριστό με όλη την παρρησία και χωρίς κανένα εμπόδιο (Πρ. 28, 30-31). Με αυτά τα λόγια τελειώνει η διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων.

Από την παραμονή αυτή του Παύλου στη Ρώμη προέρχεται η επιστολή προς τους Εφεσίους και σύμφωνα με την παράδοση και οι άλλες επιστολές της αιχμαλωσίας, όπως λέγονται.

Φαίνεται ότι ο Παύλος, αφού δικάστηκε και απαλλάχτηκε, επιχείρησε και τέταρτη περιοδεία (61-64;). Κατά τον Κλήμεντα Ρώμης (Προς Κορινθίους 5, 7), ο Παύλος ταξίδεψε μέχρις εσχάτων της Δύσεως, που για μερικούς νοείται η Ισπανία, ενώ από τις ποιμαντικές επιστολές (1 και 2 Τιμόθεο και Τίτο) φαίνεται ότι ταξίδεψε στην Ανατολή (Μ. Ασία, Κρήτη, Μακεδονία, Ιλλυρικό) για να καταλήξει πάλι στη Ρώμη, πιθανώς τον Ιούλιο του 64.

Ο διωγμός του Νέρωνα βρήκε τον Παύλο στη Ρώμη και οι διαβολές των Ιουδαίων και Ιουδαιοχριστιανών της Ρώμης εναντίον των Χριστιανών, ότι ήταν δήθεν υπαίτιοι για την πυρκαϊά της Ρώμης, είχαν στόχο να στρέψουν τη μανία του ανισόρροπου αυτοκράτορα εναντίον τους.

Ο Πέτρος και ο Παύλος δε γλίτωσαν το θάνατο. Έτσι πρέπει να δεχτούμε ότι ο Παύλος θανατώθηκε το φθινόπωρο και μάλιστα τον Οκτώβριο του 64.

Ο ίδιος ο Παύλος κάνει ένα σύντομο απολογισμό των δυσκολιών που συνάντησε, μιλώντας για τον εαυτό του στους Κορινθίους: Μόχθησα πιο πολύ από αυτούς (τους ψευτοαποστόλους ), φυλακίστηκα περισσότερες φορές, με χτύπησαν με αφάνταστη αγριότητα, κινδύνεψα πολλές φορές να θανατωθώ. Πέντε φορές μαστιγώθηκα από Ιουδαίους με τα τριάντα εννιά μαστιγώματα. Τρεις φορές με τιμώρησαν με ραβδισμούς, μια φορά με λιθοβόλησαν, τρεις φορές ναυάγησα, ένα μερόνυχτο έμεινα ναυαγός στο πέλαγος. Έκανα πολλές κοπιαστικές οδοιπορίες, διάβηκα επικίνδυνα ποτάμια, κινδύνεψα από ληστές, κινδύνεψα από τους ομογενείς μου Ιουδαίους, κινδύνεψα από τους εθνικούς, πέρασα κινδύνους σε πόλεις, κινδύνους σε ερημιές, κινδύνους στη θάλασσα, κινδύνεψα από ανθρώπους που υποκρίνονταν τους αδερφούς. Κόπιασα και μόχθησα πολύ, ξαγρύπνησα πολλές φορές, πείνασα, δίψασα, πολλές φορές μου έλειψε εντελώς το φαγητό, ξεπάγιασα και δεν είχα ρούχα να φορέσω. Εκτός από τα άλλα είχα και την καθημερινή πίεση των εχθρών μου και τη φροντίδα για όλες τις εκκλησίες. Ποιανού η πίστη ασθενεί και δεν ασθενώ κι εγώ; Ποιος υποκύπτει στον πειρασμό και δεν υποφέρω κι εγώ; Αν πρέπει να καυχηθώ, θα καυχηθώ για τα παθήματα μου. Ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου Ιησού Χριστού - ας είναι ευλογημένο το όνομα του στους αιώνες - ξέρει ότι δε λέω ψέματα (2 Κορ. 11, 23-31).

ΒΙΝΤΕΟ





Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Γέροντας Αθανάσιος Μυτιληναίος: Η ενότητα των πιστών και η αίρεση του Οικουμενισμού.

Αποτέλεσμα εικόνας για π. Αθανάσιος Μυτιληναίος

Ὁμιλία ποὺ ἐκφωνήθηκε στὶς 19/5/91, κατὰ τὴν Κυριακὴ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων 318 Πατέρων τῆς Ἃ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἀ­γα­πη­τοί μου, τι­μᾶ τήν μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων τρι­α­κο­σί­ων δε­κα­ο­κτώ Πα­τέ­ρων τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τῆς ἐν Νι­καί­ᾳ. Καί τήν τι­μᾶ ἀ­φε­νός μέν γιά νά δο­ξά­σει τόν Ἅ­γιο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, πού πάν­το­τε δι­α­σώ­ζει τήν ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α Του –δι­ό­τι οἱ Σύ­νο­δοι πάν­το­τε δι­έ­σω­ζαν τήν ἀ­λή­θεια τή δογ­μα­τι­κή– καί ἀφετέρου δέ γιά νά τι­μή­σει τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες πού συγ­κρο­τοῦ­σαν αὐ­τές τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.

Ἀλ­λά ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὁ­μοί­ως θέ­λει νά προ­βάλ­λει –ἔ­τσι του­λά­χι­στον φαί­νε­ται στή ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή–[1] τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ. Προ­σέξ­τε: τήν ἑνότητα ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ!

Αὐ­τό τό ἴ­διο πρό­βλη­μα φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πάν­το­τε μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ, ἀ­κρι­βῶς γιατί κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο δέν εἶ­ναι λί­γοι ἐκεῖ­νοι πού διατα­ράσ­σουν αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πάν­το­τε, φυ­σι­κά μέ­χρι σή­με­ρα, ἀλ­λά καί μέ­χρι πού νά τε­λει­ώ­σει ἡ Ἱ­στο­ρί­α.

Τό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τος τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ­δη εἶ­χε τε­θεῖ καί με­τά τόν κα­τα­κλυ­σμό τοῦ Νῶε. Θά θυ­μᾶ­στε, ὅ­ταν ἔ­γι­ναν πολ­λοί οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ Νῶ­ε, θέ­λη­σαν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐτήν τήν ἑ­νό­τη­τα, πρίν ἀ­κό­μη δι­α­σπα­ροῦν στά πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης, καί ἄν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά δι­α­τη­ρή­σουν αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα καί με­τά τήν δι­α­σπο­ρά τους. Γι’ αὐ­τό θέ­λη­σαν νά ἀ­φή­σουν ἕ­να μνη­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τός τους, πού θά ἦ­ταν ἕ­να ὑ­λι­κό μνη­μεῖ­ο, ἕ­νας πλίνθι­νος πύρ­γος, ὁ ὁποῖος θά ἔ­φθα­νε ἕ­ως τόν οὐ­ρα­νό –του­λά­χι­στον τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη μπο­ροῦ­σαν νά ἔχουν πε­ρί οὐ­ρα­νοῦ! Ἦταν ὁ γνω­στός μας πύρ­γος τῆς Βα­βέλ. Ὁ Θε­ός ὅ­μως, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἀ­πό τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, συ­νέ­χε­ε τίς γλῶσ­σες τους, μπέρ­δε­ψε τίς γλῶσ­σες τους, γιά νά μήν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ αὐ­τό τό μνη­μεῖ­ο.[2]

Αὐ­τό βε­βαί­ως γι’ αὐ­τούς ἦ­ταν δεῖγ­μα μιᾶς ἑ­νό­τη­τος, ὅ­πως ἤ­δη σᾶς εἶ­πα, ἀλ­λά ἑ­νό­τη­τος ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κῆς, δη­λα­δή ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πρα­πα­το­ρι­κοῦ ἁ­μαρ­τή­μα­τος. Δι­ό­τι ποι­ό ἦ­ταν τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα; Ἦ­ταν...ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός· δη­λα­δή ἐ­γώ, ὁ Ἀ­δάμ, νά γί­νω θε­ός. Μά στό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν νά γί­νει ὁ Ἀ­δάμ κα­τά χά­ριν θε­ός. Ὄχι· ἐ­γώ νά γί­νω θε­ός, ἀλ­λά χω­ρίς τόν Θε­ό. Αὐ­τή ἡ αὐ­το­νο­μί­α, αὐ­τός ὁ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­σμός.

Τό ἴδιο ἀ­κρι­βῶς γί­νε­ται καί μέ τούς πλα­νῆ­τες, πού γυ­ρί­ζουν γύ­ρω ἀ­πό τόν ἥ­λιο καί φω­τί­ζον­ται, παίρ­νο­ντας ὅ­μως τό φῶς ἀ­πό τόν ἥ­λιο. Ἄν οἱ πλα­νῆ­τες, ἄς ποῦμε, ἔ­λε­γαν κά­ποι­α στιγ­μή «Δέν χρει­α­ζό­μα­στε τό φῶς τοῦ ἥ­λιου· θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τό δι­κό μας τό φῶς», θά τούς λέγαμε: «Ποι­ό δι­κό σας φῶς;... Ἐ­σεῖς οἱ πλα­νῆ­τες δέν εἶ­στε αὐ­τό­φω­τοι». Τό ἴ­διο θά λέ­γα­με καί στούς πρω­το­πλά­στους: «Ὤ ἄν­θρω­ποι, δέν εἴ­σα­στε αὐ­τό­φω­τοι, δέ μπο­ρεῖ­τε νά αὐ­το­θε­ω­θεῖ­τε· τήν θέ­ω­ση θά τήν πά­ρε­τε ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, καί συ­νε­πῶς τόν χρει­ά­ζε­στε τόν Θε­ό». Δέν μπο­ροῦ­με λοι­πόν νά γί­νου­με ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κοί, δη­λα­δή τό κέν­τρο γύρω ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο θά γυ­ρί­ζουν τά πάν­τα· ὁ Θε­ός θά εἶ­ναι τό κέν­τρο καί ὄ­χι ὁ ἄν­θρω­πος.

Ἡ πο­λυ­γλωσ­σί­α τό­τε στά­θη­κε ἕ­να ση­μά­δι τῆς δι­α­σπά­σε­ως τῶν ἀν­θρώ­πων. Τί εἶ­πε ὁ Θεός; «δεῦ­τε καὶ καταβάντες συγ­χέ­ω­μεν αὐ­τῶν ἐ­κεῖ τὴν γλῶσ­σαν», νά μπερ­δέ­ψου­με τή γλώσ­σα τους. Αὐ­τό ὅμως ἔ­πρε­πε νά δι­ορ­θω­θεῖ. Καί δι­ορ­θώ­θη­κε μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν ἦρ­θε ἐ­δῶ στή γῆ, καί μέ τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Γι’ αὐ­τό ἐμ­φα­νί­στη­κε τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο μέ τήν μορ­φή πυ­ρί­νων γλωσ­σῶν. Καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς μι­λοῦ­σαν κα­τά τέ­τοι­ον τρό­πο, πού ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι πού εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα –κι ὁ κα­θέ­νας ἦ­ταν ἀ­πό κά­ποι­ο μέ­ρος: ἀ­πό τήν Περ­σί­α, Παρ­θί­α, Μι­κρά Ἀ­σί­α, Κρή­τη, Ἑλ­λά­δα, Ἀ­ρα­βί­α, Αἴ­γυ­πτο, Κυρ­ρή­νη καί λοιπά καί λοιπά– ὁ κα­θέ­νας, λέει, ἄ­κου­γε τό κή­ρυγ­μα τοῦ Πέ­τρου στή γλώσ­σα τή δι­κή του. Ἑ­νώ­θη­καν λοι­πόν, ἤ μᾶλ­λον δι­α­λύ­θη­κε ἐ­κεί­νη ἡ σύγ­χυ­ση, καί ἐ­πῆλ­θε ἕ­να χεῖ­λος, ὅ­πως λέ­ει ἐ­κεῖ τό βι­βλί­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, μί­α γλώσ­σα, μί­α φω­νή, ὅπως ἦ­ταν στήν ἐ­πο­χή τοῦ Νῶ­ε. Ἐ­πα­νέρ­χε­ται αὐτ­ή ἡ ὁ­μο­φω­νί­α, ἀλ­λά ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, μέ τή δι­α­φο­ρά πώς δέν ὑ­πάρ­χει πιά τό μνη­μεῖ­ο τοῦ πύρ­γου τῆς Βα­βέλ. Πλέ­ον δέ μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ὁ πύρ­γος τῆς Βα­βέλ· τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος ἐ­φε­ξῆς θά εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

Εἶ­ναι πο­λύ ση­μαν­τι­κό αὐ­τό πού σᾶς λέ­ω, πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό· ἀ­πο­τε­λεῖ τήν καρ­δί­α τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς Πεν­τη­κο­στῆς. Πρέ­πει νά τό ἀν­τι­λη­φθοῦ­με ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ, εἶ­ναι ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ.

Ὁ Χρι­στός ἔ­τσι τό εἶ­πε. Γι’ αὐ­τό ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν εἶ­ναι σέ κο­σμι­κά πράγ­μα­τα, σέ πράγ­μα­τα μέ κο­σμι­κές δι­α­στά­σεις. Ὁ Κύ­ριος, ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, στήν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Του προ­σευ­χή εἶ­πε: «Πά­τερ, ἐ­γὼ πε­ρὶ αὐ­τῶν ἐ­ρω­τῶ», Πα­τέ­ρα μου, ἐ­γώ γι’ αὐ­τούς πού πί­στε­ψαν σ’ ἐμέ­να πα­ρα­κα­λῶ· «οὐ πε­ρὶ τοῦ κό­σμου ἐ­ρω­τῶ», δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο, «ἀλ­λὰ πε­ρὶ ὧν δέ­δω­κάς μοι», ἀλ­λά μό­νο γιά ’κεί­νους πού μοῦ ἔ­δω­σες.[3] Θά ξα­να­πῶ τή φρά­ση, για­τί με­ρι­κοί νο­μί­ζουν ὅ,τι νο­μί­ζουν: «Δέν πα­ρα­κα­λῶ γιά τόν κό­σμο». Θά μοῦ πεῖ­τε ὅτι κάνει δι­ά­κρι­ση. Ναί. Καί τί κά­νει ἐδῶ ὁ Κύ­ριος; Ἀν­τι­δι­α­στέλ­λει τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος· ἐ­κεῖ­νο πού Ἐ­κεῖ­νος θέ­τει, καί εἶ­ναι τό πρό­σω­πό Του ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ κό­σμου, πού εἶ­ναι πιά ἕ­νας νο­η­τός πύρ­γος Βα­βέλ.

Φε­ρ’ εἰ­πεῖν, γιά νά τό κά­νου­με ἔ­τσι ὑ­λο­ποι­η­μέ­νο νά τό κα­τα­λά­βου­με: Δέ μπο­ρεῖ ἡ Ε.Ο.Κ.[4] νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Εὐ­ρω­παί­ων· δέ μπο­ρεῖ ὁ Ο.Η.Ε. νά εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τῶν Ἐ­θνῶν. Ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ. Για­τί; Δι­ό­τι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα εἶ­ναι ση­μεῖ­α ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κά, καί εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λη ἡ ἑ­νό­τη­τα πού ὑ­πό­σχο­νται, εὔκολα σπά­ζει. Θυμηθεῖτε τά πό­δια τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος πού εἶ­χε δεῖ σέ ὄνειρό του ὁ Να­βου­χο­δο­νό­σορ, στή Βα­βυ­λώ­να, πού ἦ­ταν ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό πού ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να, ἀ­πό ὄ­στρα­κο, λέ­ει, δη­λα­δή κε­ρα­μύ­δι, καί σί­δη­ρο. Ἔ­σπα­σε... ἀ­νο­μοι­ο­γε­νές τό ὑ­λι­κό.[5] Σπά­ζουν αὐ­τά τά πράγ­μα­τα... σπά­ζουν. Καί σπά­ζουν για­τί δέν εἶ­ναι ἐν Θε­ῷ στη­μέ­να. Ὁ Κύ­ριος εἶ­χε πεῖ: «ὁ μὴ συ­νά­γων με­τ’ ἐ­μοῦ σκορ­πί­ζει»[6], αὐ­τός πού δέν μα­ζεύ­ει μα­ζί μου, οὐ­σι­α­στι­κά σκορ­πί­ζει.

Ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α πρέ­πει νά νο­η­θεῖ, πρῶ­τα-πρῶ­τα καί βα­σι­κά, ὀν­το­λο­γι­κή. Ὅ­ταν λέ­με ὀν­το­λο­γι­κή, τί ἐν­νο­οῦ­με; Ἐν­νο­οῦ­με ὅ­τι μᾶς ἑ­νώ­νει ὅ­λους πραγ­μα­τι­κά τό Σῶ­μα καί Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό ἡ ἕ­νω­ση λέ­γε­ται ὀν­το­λο­γι­κή · εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή. Πῶς; Τί μᾶς ἑ­νώ­νει τώ­ρα αὐ­τή τή στιγ­μή ἐ­δῶ; Ὅ­σοι κοι­νω­νή­σα­με, κοι­νω­νή­σα­με τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος, καί μά­λι­στα, σᾶς εἶ­πα, θε­με­λι­ώ­δους ση­μα­σί­ας. Αὐ­τή ἡ ὀν­το­λο­γι­κή ἕ­νω­ση ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό Μυ­στή­ριο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας καί φα­νε­ρώ­νε­ται μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α μέ τή σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο, μ’ αὐ­τό πού λέ­με ἐ­κλη­σια­σμό. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν δέν πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ὁ ἐκ­κλη­σια­σμός, σπά­ζει αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό καί οἱ κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας μέ ἀ­φο­ρί­ζουν, δη­λα­δή μέ ξε­χω­ρί­ζουν, ὅ­ταν δέν ἐκ­κλη­σι­ά­ζο­μαι τα­κτι­κά. Μοῦ λέ­νε: «Ἀ­φοῦ πε­ρι­φρο­νεῖς τόν ἐκ­κλη­σι­α­σμό, πού εἶ­ναι τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος τοῦ Χριστοῦ, πή­γαι­νε σέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἑ­νό­τη­τος, ὄ­χι μέ τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας». Κι αὐτό γίνεται ὅ­ταν λεί­ψω ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, χω­ρίς ἀ­πο­χρῶν­τα λό­γο, ἀδι­και­ο­λό­γη­τα, τρεῖς Κυ­ρια­κές. Γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο.

Ἀ­κό­μη, γι­νόμαστε ὅ­λοι σύσ­σω­μοι καί σύ­ναι­μοι, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, καί ἀποτελοῦμε μέ­λη τοῦ ἑ­νός καί μό­νου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Καί εἴ­μα­στε μέ­λη ὀν­το­λο­γι­κά, πραγ­μα­τι­κά, για­τί τό ἴ­διο Αἷ­μα ρέ­ει μέ­σα στίς φλέ­βες μας. Εἴ­τε εἶ­μαι στήν Εὐ­ρώ­πη καί ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι στήν Ἀ­σί­α, εἴ­τε εἶ­μαι στήν Αὐ­στρα­λί­α κι ὁ ἄλλος στήν Ἀ­με­ρι­κή, στήν Ἀ­λά­σκα ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ, ὅ­λοι ἀ­πο­τε­λοῦ­με τό ἕ­να καί μό­νο καί ἀ­δι­αί­ρε­το Σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Δεύ­τε­ρον, ἡ ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κό­μη πρέ­πει νά νο­η­θεῖ καί ὡς ἑ­νό­τη­τα ἠ­θι­κή. Βέβαια, δέν θά μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ αὐ­τή ἡ λέ­ξη· θά τήν ἔ­λε­γα πνευ­μα­τι­κή· ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἡ λέ­ξη ἠ­θι­κή εἶ­ναι μί­α τρέ­χου­σα λέ­ξη, γι’ αὐ­τό τήν χρη­σι­μο­ποι­ῶ. Δη­λα­δή ἀ­νά­με­σα στά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει τό ἦ­θος, νά ὑ­πάρ­χει ἡ πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τό βί­ω­μα τό πνευ­μα­τι­κό, πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν ἀ­γά­πη. Καί ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἔρ­γο τῶν πι­στῶν· ἐ­νῶ ἡ ἑ­νό­τη­τα ἀ­πορρ­έ­ει ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ. Τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὅ,τι σᾶς εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως. Τό ἔρ­γο τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι ἡ με­τα­ξύ τους ἀ­γά­πη, πού θά ἐκ­φρά­σει τώ­ρα καί θά πα­ρου­σιά­σει στά μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Ἡ ἠ­θι­κή ἑ­νό­τη­τα φαί­νε­ται σέ ὅ­σα γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στήν Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους : «Ἔ­ρι­δες ἐν ὑ­μῖν εἰ­σι». Μα­λώ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­νά­με­σά σας, λέει στούς Κο­ριν­θί­ους. Ἔ­ρι­δες, μα­λώ­μα­τα, μα­λώ­νε­τε! «ὅ­τι ἕ­κα­στος ὑ­μῶν λέ­γει· ἐ­γὼ μέν εἰ­μι Παύ­λου, ἐ­γὼ Ἀ­πολ­λώ, ἐ­γὼ δὲ Κη­φᾶ, ἐ­γὼ δὲ Χρι­στοῦ». Ὁ ἕ­νας λέ­ει ἐ­γώ ἀ­νή­κω στόν Χρι­στό, ἄλ­λος λέ­ει ἀ­νή­κω στόν Παῦ­λο, ὁ ἄλ­λος ἀ­νή­κω στόν Πέ­τρο, ὁ ἄλ­λος στόν Ἀ­πολ­λώ, τόν δι­ά­ση­μο ρή­το­ρα Χρι­στια­νό ἀπό τήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α. Καί ρω­τά­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος: «Με­μέ­ρι­σται Χρι­στός;». Ἔ­χει κομ­μα­τια­στεῖ ὁ Χρι­στός; «Πα­ρα­κα­λῶ δὲ ὑ­μᾶς, ἀ­δελ­φοί, διὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ἵ­να τὸ αὐ­τὸ λέ­γη­τε πάν­τες», ὅ­λοι τό ἴ­διο νά λέ­τε, «καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑ­μῖν σχί­σμα­τα», καί νά μήν ὑ­πάρ­χουν ἀ­νά­με­σά σας δι­αι­ρέ­σεις καί σχί­σμα­τα, «ἦ­τε δὲ κα­τηρ­τι­σμέ­νοι ἐν τῷ αὐ­τῷ νο­ῒ καὶ ἐν τῇ αὐ­τῇ γνώ­μη»[7], νά βρί­σκε­στε κά­τω ἀ­πό τήν ἴ­δια νο­ο­τρο­πί­α, τήν ἴ­δια σκέ­ψη καί τήν ἴ­δια γνώ­μη.

Βλέ­πε­τε, ἀ­γα­πη­τοί;...

Αὐ­τήν τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τήν κα­τα­στρέ­φουν τά μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­ταν προ­βάλ­λουν ἐ­γω­ι­σμούς, ὑ­πε­ρη­φά­νει­ες, ἰ­δι­ο­τέ­λει­ες, καί γε­νι­κά ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει ἡ ἁ­μαρ­τί­α· αὐ­τή κα­τα­ξε­σχί­ζει τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό γρά­φει ὁ ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος Ἀν­τι­ο­χεί­ας: «Τὴν ἕ­νω­σιν ἀ­γα­πᾶ­τε, τοὺς με­ρι­σμοὺς φεύ­γε­τε».[8] Νά ἀ­γα­πᾶ­τε τήν ἕ­νω­ση, νά εἶ­στε ἑ­νω­μέ­νοι· τούς με­ρι­σμούς, τά κόμ­μα­τα, τά κομ­μα­τι­ά­σμα­τα, νά τά ἀ­πο­φεύ­γε­τε.

Ἀ­κό­μη, ἕνα τρί­το ση­μεῖ­ο, πῶς μπο­ροῦ­με νά ἐν­νο­ή­σου­με τήν ἑ­νό­τη­τα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α; Μπο­ροῦ­με νά τήν ἐν­νο­ή­σου­με καί ὡς δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα. Τί ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα; Εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α· εἶ­ναι ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅμως ἐ­κεί­νη πού κα­τα­στρέ­φει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἡ αἵ­ρε­ση.

Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε τό­τε στή Σα­μα­ρεί­τι­δα ὅ­τι τόν Θε­ό πρέ­πει νά τόν προ­σκυ­νοῦ­με «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»[9]. Εἴδατε; «ἐν πνεύ­μα­τι καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ»! Καί ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­ει αὐτό τό ἐκ­πλη­κτι­κό, ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ.[10]

Παρακαλῶ πά­ρα πο­λύ προ­σέξ­τε αὐ­τό ἐ­δῶ τό ση­μεῖ­ο· εἶ­ναι ἐ­πί­και­ρο ὅ­σο πο­τέ ἄλ­λο­τε. Δι­ό­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός αὐ­τή τήν στιγ­μή –πού δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα ὅ­λων τῶν αἱ­ρέ­σε­ων, ἕ­να ἀ­να­κά­τω­μα, πραγ­μα­τι­κό ἀ­να­κά­τω­μα– σοῦ λέ­ει: θά ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα ἐν ἀ­γά­πῃ.

Ὄ­χι, κύ­ριοι· ἡ ἑ­νό­τη­τα δέν θά εἶ­ναι μόνο ἐν ἀ­γά­πῃ, ἀλ­λά θά εἶ­ναι ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ. Καί τό ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ ση­μαί­νει δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια, δη­λα­δή ὀρ­θο­δο­ξό­τητα. Δέν μπο­ρῶ ἐ­γώ νά ἔ­χω ἑ­νό­τη­τα μ’ ἐσέ­να, ὅ­ταν ἐσύ δέν πι­στεύ­εις τοῦ­το ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἡ πί­στη σου εἶ­ναι παρ­δα­λή. Δέν μπο­ρῶ νά ἔ­χω μαζί σου ἑ­νό­τη­τα. Ἐ­ξάλ­λου, για­τί ἀ­γω­νί­στη­καν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Για­τί τούς προ­βάλ­λει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α –του­λά­χι­στον τούς Πα­τέ­ρες τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου– καί τούς τι­μᾶ; Γιά νά ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ.

1. Βεβαίως ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔχει δύ­ο δι­α­στά­σεις. Ἡ πρώ­τη δι­ά­στα­ση εἶ­ναι ἡ κα­τά φύ­σιν, ἡ φύ­ση μας· εἴ­μα­στε παι­διά τοῦ Ἀ­δάμ, ὅ­λοι ἔ­χου­με αὐ­τό πού λέ­με ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πό­στα­ση. Μπο­ρεῖ ὁ ἄλ­λος νά εἶ­ναι ἑ­τε­ρό­δο­ξος, νά εἶ­ναι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἄλ­λης θρη­σκεί­ας καί τά λοι­πά. Ἔ, καλά· ὡς ἄν­θρω­πο, τόν ἀ­γα­πῶ. Εἶ­ναι ἄν­θρω­πος, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος, καί συ­νε­πῶς τόν ἀ­γα­πῶ ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἴ­δι­ας φύ­σε­ως. Ὅ­μως ἔ­χουμε καί μιά ἄλ­λη ἑ­νό­τη­τα, αὐ­τήν πού λέ­με ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά τήν ὁποία μι­λᾶ­με τό­ση ὥ­ρα. Ἐ­κεῖ, ἐ­άν ὁ ἄλλος δέν πι­στεύ­ει, ἐ­άν δέν εἶ­ναι ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ καί δέν δέ­χε­ται ἀ­πο­λύ­τως ὅ­λες τίς θέ­σεις τῆς Πί­στε­ως, δη­λα­δή ὅ­λα τά δόγ­μα­τα, δέν μπο­ρῶ νά ἑ­νω­θῶ μα­ζί του. Δι­ό­τι τί θά μᾶς ἑ­νώ­σει; Τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­μως τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ δέν μπο­ρεῖ νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν δι­α­φο­ρετική πίστη καί ἀν­τί­λη­ψη. Ἐδῶ ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν στήν θε­αν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅπως τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ὑ­πῆρ­χαν αἱ­ρε­τι­κοί πού ἀρ­νοῦ­νταν τή θε­ό­τη­τα τοῦ Ἰησοῦ, οἱ Ἀ­ρεια­νοί, τούς ὁποίους ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, ἔ­τσι καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν αἱ­ρε­τι­κοί πού δέν πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι Θε­ός. Αὐ­τό ὅμως εἶ­ναι μέ­γι­στη βλα­σφη­μί­α. Πῶς λοιπόν θά ἑ­νω­θῶ ἐ­γώ μα­ζί τους;... Καί πῶς θά τούς δε­χθεῖ αὐ­τούς ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός, πού Τόν βλα­σφη­μοῦν, μέ τό νά μή δέ­χο­νται τή θεί­α Του φύ­ση;...

2. Ἀν­τι­λαμ­βά­νε­στε λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα πρέ­πει νά εἶ­ναι καί ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ. Τό κα­τα­λά­βα­τε;

3. Ἕ­νας ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός συγ­γρα­φέας, ὁ πο­λύς Ὠ­ρι­γέ­νης, λέ­ει τό ἑ­ξῆς: «Ἡ ἑ­νό­της γί­νε­ται δι’ ἀ­γά­πης καί ἀ­λη­θεί­ας καί προ­αι­ρέ­σε­ως ἀ­γα­θῆς».[11] Τί θά πεῖ αὐ­τό; Τρί­α στοι­χεῖ­α πρέ­πει νά συν­τρέ­χουν γι’ αὐ­τή τήν ἑ­νό­τη­τα. Πρῶ­τα, ἡ ἀ­λή­θεια· ὅ,τι τό­σην ὥ­ρα σᾶς λέω. Ὅ­λοι νά πι­στεύ­ου­με τό ἴ­διο· νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, τήν ὀρ­θό­δο­ξο πί­στη. Κα­τό­πιν, ἡ ἀ­γά­πη· νά ἀ­γα­πά­ει ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο. Δι­ό­τι μπο­ρεῖ νά ἔ­χου­με τήν ἴ­δια πί­στη, ἀλ­λά νά μήν ἔ­χου­με με­τα­ξύ μας ἀ­γά­πη, για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί... Ναί, οἱ μι­κρο­με­γα­λο­ε­γω­ι­σμοί! Θέ­λει ὁ ἄλ­λος νά προ­βάλ­λε­ται, νά κά­νει τό δι­κό του, καί τά λοιπά καί τά λοιπά, καί ἐ­νῶ ἔ­χου­με ἴδια πί­στη, νά σπά­ζει ἡ ἑ­νό­τη­τα, για­τί λεί­πει ἡ ἀ­γά­πη. Καί με­τά, λέ­ει, εἶ­ναι ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση. Ἡ ἀ­γα­θή προ­αί­ρε­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τοῦ δό­λου. Μέ­σα σου αὐ­τό πού λές νά τό πι­στεύ­εις. Αὐ­τό πού λέ­νε τά χεί­λη σου νά τό πι­στεύ­εις. Δέν ὑ­πάρ­χει ὁ δό­λος· ὑ­πάρ­χει τα­πεί­νω­ση. Ἄν σοῦ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι ἔ­χεις κά­που ἕ­να ση­μεῖ­ο πλά­νης, νά τό ἀ­πο­δε­χθεῖς καί ἀ­μέ­σως νά δε­χθεῖς τήν ἀ­λή­θεια.

Στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἀ­γα­πη­τοί μου, κά­θε φο­ρά πού λει­τουρ­γοῦ­με, λέ­με τό ἑ­ξῆς: «Τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καὶ τὴν κοι­νω­νί­αν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος αἰ­τη­σά­με­νοι», ἀ­φοῦ ζη­τή­σα­με, λέ­ει, τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καί τήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, «ἑ­αυ­τοὺς καὶ ἀλ­λή­λους», τούς ἑ­αυ­τούς μας καί τούς ἄλ­λους, «καὶ πᾶ­σαν τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν», καί ὅλη τή ζωή μας, ὅ­λο τό εἶ­ναι μας, «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με, ἄς τό βά­λου­με στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἐ­δῶ, σ’ αὐ­τό τό χω­ρί­ο, τό λει­τουρ­γι­κό χω­ρί­ο, πε­ρι­κλεί­ε­ται ὅ­λο τό ποι­μαν­τι­κό ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δι­ό­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τί θέ­λει; Μέ τά κη­ρύγ­μα­τα, μέ τά Μυ­στή­ρια καί τά λοιπά, τί ἐ­πι­δι­ώ­κει; Ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως, νά ἔ­χου­με ὅ­λοι τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Λέ­με «Πι­στεύ­ω εἰς ἕ­να Θε­όν...», τ’ ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ὅ­λοι λοι­πόν νά ἔ­χου­με τό ἴ­διο πι­στεύ­ω. Κι ἔτσι, αὐ­τό τό ἴ­διο πι­στεύ­ω γί­νε­ται ὁ­δός πού ὁ­δη­γεῖ στόν κύ­ριο σκο­πό μας, στήν κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τί θά πεῖ κοι­νω­νί­α; Με­το­χή. Γιά νά εἴ­μα­στε ὅ­λοι μέ­το­χοι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καί μή ξε­χνᾶ­με, ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι ἡ κο­ρυ­φή, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός σκο­πός κά­θε πνευ­μα­τι­κῆς φρον­τί­δος.

Μέ­νει ἕ­να τρί­το ση­μεῖ­ο, σ’ αὐ­τό πού μόλις σᾶς δι­ά­βα­σα· εἶ­ναι ἡ πα­ρά­θε­ση τῶν ἑ­αυ­τῶν μας, τῆς ζω­ῆς μας, καί τῶν ἄλ­λων στά χέ­ρια τοῦ Χρι­στοῦ. «Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα», ἄς πα­ρα­θέ­σω­με. Δη­λα­δή;

Δη­λα­δή: Πη­γαί­νει, κυ­ρί­α μου ὁ σύ­ζυ­γός σου στή δου­λειά καί τά παι­διά σου σχο­λεῖ­ο; Μήν περ­νᾶς λα­χτά­ρα μέ­χρι τό με­ση­μέ­ρι πού θά ἐ­πι­στρέ­ψουν, μπάς καί τούς πά­τη­σε κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το! Ἔ­φυ­γαν; κά­νε τήν προ­σευ­χή σου· Κύ­ρι­ε, στά χέ­ρια Σου εἶ­ναι ὁ σύ­ζυ­γός μου καί τά παι­διά μου. Καί κά­νε τίς δου­λει­ές σου ἤ­ρε­μα καί ἥ­συ­χα· ἔ­βα­λες στό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, στό χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­βα­λες τήν ἀ­σφά­λεια τῶν δι­κῶν σου. Αὐ­τό θά πεῖ ἄς πα­ρα­θέ­σου­με. Με­γά­λο πράγ­μα ὅ­ταν τούς οἰ­κεί­ους μας, καί τήν πα­τρί­δα μας, τούς πα­ρα­θέ­του­με στόν Χρι­στό. Κύ­ρι­ε, ἐ­μεῖς τί μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με;... «Ἐ­ὰν μὴ Κύ­ριος φυ­λά­ξῃ πό­λιν, εἰς μά­την ἠ­γρύ­πνη­σεν ὁ φυ­λάσ­σων»[12]. Ἐ­άν ὁ Κύ­ριος δέν φυ­λά­ξει τήν πό­λη, μά­ται­α ἀ­γρύ­πνη­σαν οἱ σκο­ποί της, αὐτοί πού φυ­λᾶ­νε τήν πό­λη.

Τό λέ­ω αὐ­τό για­τί ἔ­χου­με τούς Τούρ­κους ἀ­πό ’δῶ, τούς πα­ρα­τούρ­κους ἀ­πό ’κεῖ... τούς πα­ρα­πά­νω καί τούς πα­ρα­κά­τω... Ὅ­λους αὐ­τούς, ἄν μᾶς ἐ­πι­τε­θοῦν, δέν θά μπο­ρέ­σου­με νά κά­νου­με τί­πο­τα γιά νά τούς βγά­λου­με ἀ­πό τήν πα­τρί­δα μας, ἐ­άν τήν πα­τρί­δα μας δέν τήν φυ­λά­ει ὁ Χρι­στός. Αὐ­τό βε­βαί­ως δέν κα­ταρ­γεῖ τήν ἄ­μυ­να. Προ­σέξ­τε: δέν κα­ταρ­γεῖ τήν φύλαξη τῶν συνόρων. Μή­πως καί οἱ Ἑ­βραῖ­οι δέν ἔ­κα­ναν πο­λέ­μους; Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Θε­ός εὐ­λο­γοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν τρο­παι­ο­φό­ροι στόν πό­λε­μο· ὅ­ταν δέν τήν εὐλογοῦ­σε τήν προ­σπά­θειά τους, ἦ­ταν κά­τι φο­βε­ρό!

Νά σᾶς πῶ πῶς τό λέ­ει ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός: «Ἐ­άν ἔ­χε­τε τή δι­κή μου τήν εὐ­λο­γί­α, ἑ­κα­τό ἀ­πό σᾶς θά κα­τα­τρο­πώ­νουν δέ­κα χι­λιά­δες, μυ­ρί­ους. Καί ἐ­άν, λέει, εἴ­σα­στε ἐ­σεῖς μύ­ριοι, ἄν δέν ἔ­χε­τε τήν εὐ­λο­γί­α μου, ἑ­κα­τό ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς σας θά σᾶς κα­τα­τρο­πώ­νουν»[13]. Αὐ­τό θά πεῖ πα­ρα­θέ­τω τόν ἑ­αυ­τό μου στόν Θε­ό · ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ ἐλ­πί­δα μας. Ὕ­στε­ρα ἐ­μεῖς, ὡς χώ­ρα, οἱ μι­κροί, –πάν­τα μι­κροί ἤ­μα­στε, σέ ὄγ­κο, σέ ἔ­κτα­ση, σέ ἀ­ριθ­μό– πό­σες φο­ρές νι­κού­σα­με! Για­τί; Πα­ρα­κα­λού­σα­με τόν Θε­ό. Δέν ξέ­ρω ὅ­μως, ἄν κά­τι μᾶς συμ­βεῖ, ἐάν πα­ρα­κα­λέ­σου­με πά­λι τόν Θε­ό. Καί τό λέω αὐτό για­τί ἤ­δη μπῆ­κε ἀρ­κε­τή δό­ση ἀ­θε­ΐ­ας μέ­σα στόν λα­ό μας, καί αὐ­τό τό γνω­ρί­ζουμε ὅ­λοι μας.

Ἀ­γα­πη­τοί, οἱ ἡ­μέ­ρες πού περ­νᾶ­με εἶ­ναι δι­α­σπα­στι­κές. Αὐ­τό βέ­βαι­α συμ­φέ­ρει στούς ἐ­χθρούς, ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους, στόν Δι­ά­βο­λο καί στούς ἄλ­λους ἐ­χθρούς, για­τί ἐ­πι­τυγ­χά­νουν τά σχέ­διά τους. Μέ­σα στήν ἀ­ναμ­πουμ­πού­λα, λέ­ει μί­α λα­ϊ­κή πα­ροι­μί­α, χαί­ρε­ται ὁ λύκος, δη­λα­δή μέ­σα σέ μί­α δι­α­σπα­στι­κό­τη­τα χαί­ρον­ται οἱ ἐ­χθροί.

Γιά μᾶς τούς Ὀρ­θό­δο­ξους Χρι­στια­νούς γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «Εἰ ἀλ­λή­λους δά­κνε­τε καὶ κα­τε­σθί­ε­τε, βλέ­πε­τε μὴ ὑ­π’ ἀλ­λή­λων ἀ­να­λω­θῆ­τε»[14]. Ἐ­άν ὁ ἕ­νας δαγ­κώ­νει τόν ἄλ­λο, προ­σέξ­τε μή­πως με­τα­ξύ σας κα­τα­να­λω­θεῖ­τε, κα­τα­στρα­φεῖ­τε.
Ὄ­χι ἔτσι. Ὁ ἴ­διος Ἀ­πό­στο­λος λέ­ει γιά μᾶς στήν Πρός Ἑ­βραί­ους: «Κα­τα­νο­ῶ­μεν ἀλ­λή­λους εἰς πα­ρο­ξυ­σμὸν ἀ­γά­πης καὶ κα­λῶν ἔρ­γων»[15]. Ἄς προ­σέ­χουμε ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, ὥ­στε νά παρα­κι­νού­μα­στε σέ ὀ­ξεῖ­ες ἐκ­δη­λώ­σεις ἀ­γά­πης, σέ πυ­ρε­τό ἀ­γά­πης, καί κα­λῶν ἔρ­γων!

Τό­τε ἀκριβῶς, ἀ­γα­πη­τοί μου, θά μπο­ροῦ­με νά δι­α­σώ­ζου­με τήν ἑ­νό­τη­τα, τήν ἑ­νό­τη­τα μέσα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ποι­οι βρί­σκον­ται μέ­σα σ’ αὐτή, κι ὅ­ποι­οι εἶ­ναι αὐ­τοί, «ἕ­κα­στος ἐ­φ’ ­ᾧ ἐ­τά­χθη»[16] πού λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ὁ κα­θέ­νας ἐ­κεῖ πού τά­χθη­κε. Αὐτό ση­μαί­νει ὅτι ὁ μο­να­χός, ὁ ἄ­γα­μος, ὁ ἔγ­γα­μος, ὁ χει­ρώ­να­κτας, ὁ ἐ­πι­στή­μο­νας, ὁ μορ­φω­μέ­νος, ὁ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος, ὁ κα­τέ­χων ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ὁ ἰ­δι­ώ­της, ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἐν Χρι­στῷ ἀ­δελ­φοί, ἕ­να Σῶ­μα. Αὐ­τή ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά εἶ­ναι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Νά πῶ καί κά­τι, μέ τήν εὐ­και­ρί­α τοῦ σημερινοῦ Μνη­μο­σύ­νου; Καί ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή δέν ξε­χω­ρί­στη­καν· εἶ­ναι στό ἴ­διο Σῶ­μα. Γι’ αὐ­τό στό ἅ­γιο Δι­σκά­ριο βά­ζου­με τίς με­ρί­δες καί ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων. Οἱ κε­κοι­μη­μέ­νοι ἁ­πλῶς ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τά μά­τια μας· ὅ­μως εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νοι μέ τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό μήν τό ξε­χνᾶ­με πο­τέ!

Καί ὅ­λα αὐ­τά, αὐ­τή ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πρέ­πει νά εἶ­ναι καί τό τεκ­μή­ριο, ἡ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ζων­τά­νιας τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ πρός τούς ἔ­ξω, σ’ ἐ­κεί­νους πού δέν εἶ­ναι Χρι­στια­νοί.

Ὁ Κύ­ριος μᾶς εἶ­πε: «Ἐν τού­τῳ γνώ­σο­νται πά­ντες ὅ­τι ἐ­μοὶ μα­θη­ταί ἐ­στε, ἐὰν ἀ­γά­πην ἔ­χη­τε ἐν ἀλ­λή­λοις»[17]. Τό­τε θά γνω­ρί­σει ὁ κό­σμος ὅ­τι εἶ­στε δι­κοί μου μα­θη­τές, ὅ­ταν ἀ­νά­με­σά σας ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη καί ἑ­νό­τη­τα.
…………………………………………………………………………..
[1]. Ἰωάν. 17, 1-13
[2]. Γέν. 11, 1-9
[3]. Ἰωάν. 17, 9
[4]. Εἶναι ἡ σημερινή Εὐρωπαϊκή Ἕνωση
[5]. Δαν. 2, 1-45
[6]. Ματθ. 12, 30. Λουκᾶ 11, 23
[7]. Α΄ Κορ. 1, 10-13
[8]. Φιλαδελφεῦσιν Ἰγνάτιος, VII, 2
[9]. Βλ. Ἰωάν. 4, 23-24
[10]. Βλ. Β΄ Ἰωάν. 1-3. Γ΄ Ἰωάν. 1
[11]. Origenes, Fragmenta in Jeremiam, 00234
[12]. Ψαλμ. 126, 1
[13]. Λευιτ. 26, 7-17
[14]. Γαλ. 5, 15
[15] . Ἑβρ. 10, 24
[16]. Βλ. Α΄ Κορ. 4, 17-24
[17]. Ἰωάν. 13, 35

ΠΗΓΗ

ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ…«ΠΟΙΟΥ» ;;;


Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Ιερ. 23,1 Αλλοίμονον εις σας τους ποιμένας, οι οποίοι διασκορπίζετε και καταστρέφετε τα πρόβατα της ποίμνης μου !

Με έκπληξη μάθαμε ότι η Αρχιεπισκοπή ζήτησε να γίνει ανάκριση για… τους κληρικούς που μετείχαν στο συλλαλητήριο για την Μακεδονία στην Φλώρινα.

Κυριακή πρωί πριν πάμε στην εκκλησία έτυχε να παρακολουθήσουμε τηλεοπτική εκπομπή ιεράρχη μητρόπολης της κεντρικής Ελλάδας, που υποτίθεται πως προωθεί τις παραδοσιακές μας αξίες.

Πρώτη διαπίστωση : Όλοι αυτοί οι μουσουλμάνοι που κατά εκατοντάδες εισέρχονται καθημερινά βάσει συγκεκριμένου σχεδίου στην χώρα μας, ταυτίζονται με τους Έλληνες μετανάστες που πήγαιναν μετά από εξονυχιστικούς ελέγχους στην Γερμανία την δεκαετία του πενήντα και του εξήντα για να δουλέψουν στις γερμανικές φάμπρικες. Μάλιστα αναφέρθηκε πως δεν θα πρέπει όλοι αυτοί να αισθάνονται κανένα… «κόμπλεξ κατωτερότητας» από τους γηγενείς και ότι θα πρέπει να τους τονίζουμε πως και αυτά που πιστεύουν, έχουν μεγάλη αξία και ότι θα πρέπει και εμείς να τα… γνωρίσουμε από αυτούς.

Δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη : Η οθωμανική κατοχή βαφτίζεται… πολυπολιτισμός και τονίζεται, ακούστε, πως την εποχή εκείνη οι χριστιανοί ζούσαν αρμόνικα με τους μουσουλμάνους, ότι όταν γιόρταζαν οι χριστιανοί γιόρταζαν μαζί τους και οι μουσουλμάνοι και ότι όταν γιόρταζαν οι μουσουλμάνοι γιόρταζαν μαζί τους και οι χριστιανοί. Έστω και να συνέβαινε αυτό σε κάποιες περιπτώσεις, δηλαδή για να μην τρελαθούμε τελείως, όλοι αυτοί που μαρτύρησαν στην σκοτεινή εκείνη εποχή, τα εκατομμύρια των άγριων γενοκτονιών της Ανατολής, είναι απλά μυθεύματα γιατί υπήρχε ένας.. «όμορφος» και «χαριτωμένος» πολυπολιτισμός, που πρέπει και σήμερα να τον μιμηθούμε για να πάμε μπροστά στον εκσυγχρονισμό της ιστορίας μας. Ακόμα και η γνωστή σε όλους μας αξιότιμη κύρια Ρεπούση, έχει ξεπεραστεί από όλες αυτές τις «προοδευτικές» απόψεις. Αλλά δεν έφταναν όλα αυτά τα πολύ «ωραία».

Στην περίφημη αυτή εκπομπή έφτασαν στο σημείο να αναφέρουν ότι θα πρέπει να αλλάξει και το σύνταγμα για να επανακαθορίσουμε την ίδια μας την ταυτότητα και την κάνουμε πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα, στην άλλη άποψη και να σβήσουμε το αποκλειστικό της ελληνορθόδοξης ύπαρξης μας. Μπράβο και συγχαρητήρια στην περίφημη αυτή εκπομπή!!!

Όπως είναι γνωστό τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί μια ξέφρενη εκστρατεία με όλα τα μέσα, αλλαγής όλων των παραδοσιακών μας πιστεύω, όλων των παραδοσιακών μας αξιών, με αποκορύφωμα την ανατροπή της ίδιας μας της φύσης σαν ανθρώπινα όντα Αλλά το θλιβερό δεν είναι ότι οι αγωνίζονται να μας… «αλλάξουν τα φώτα», άλλωστε αυτή είναι η αποστολή τους, αλλά ότι όλα αυτά τα στηρίζει και τα ενισχύει και η διοικούσα επίσημη ελληνική εκκλησία..

Δεν φτάνει που οι διάφοροι πολιτικοί «σωτήρες» μας «έσωσαν» από την καταστροφή, οδηγώντας τους Έλληνες στην αυτοκτονία, στον ξεριζωμό και στην ανεπανάληπτη ένδεια, δεν φτάνει που έχει παραδοθεί σε ξένους τοκογλύφους και ανθέλληνες η εθνική μας κυριαρχία, θα πρέπει να το υποστούμε και αυτό. Δηλαδή να βλέπουμε δημόσια ιεράρχες να στηρίζουν και να προπαγανδίζουν όλη αυτή την νεοταξική λαίλαπα. Σε εκκλησίες μητρόπολης της δυτικής Θράκης και μάλιστα στον ακριτικό Έβρο, μοιράστηκε ακούστε, μέσα στους ιερούς ναούς ένα βιβλίο με τίτλο και περιεχόμενο να.. γνωρίσουμε το Ισλάμ. Δηλαδή εκείνο που μας καίει και εκείνο που μας απασχολεί και ίσως εκείνο που θα μας… «σώσει» είναι να…γνωρίσουμε το Ισλάμ!

Με όλα αυτά φαίνεται πόσο δίκαιο είχε εκείνος ο κορυφαίος βυζαντινολόγος, ο Στήβεν Ράνσιμαν και πόσο επίκαιρος είναι όταν έγραφε στο κορυφαίο βιβλίο του «Βυζαντινή Θεοκρατία», ότι, «Ο σεβασμός για την θεϊκή εξουσία του Αυτοκράτορα ή του Πατριάρχη δεν εμπόδιζε τους Βυζαντινούς να ξεσηκώνονται σε επανάσταση εναντίον ενός ανθρώπου που τον θεωρούσαν ανάξιο για τέτοια θέση».

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
www.nikosxeiladakis.gr

ΠΗΓΗ

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΟΣ - ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Έκλεισαν μοναχή σε ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ επειδή διέκοψε την μνημόνευση του οικουμενιστή μητροπολίτη και εναντιωνόταν στον Οικουμενισμό !


Η μοναχή 'Ελενα ανήκει στην Μονή Ζαφείρα (δείτε εδώ), του χωριού Lipanesti της επαρχίας Prahova (Μονή που χτίστηκε από Έλληνες Φαναριώτες).







Βίντεο 
(στο βίντεο περιγράφει η -δόκιμη;- μοναχή τι συνέβη).
Θα ακούσετε αρκετές φορές την λέξη ψυχιατρείο, αστυνομία κλπ:


μας το έστειλαν Ορθόδοξοι αδερφοί από την Ρουμανία.



Θυμάστε το αφηρημένο βλέμμα του Οτσαλάν αφού είχε συλληφθεί;
(μετά την προδοσία από την Ελληνική κυβέρνηση και τον τότε πράκτορα της ΕΥΠ Καλλεντερίδη, που τους τον παρέδωσε, σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου;)

Ίσως έτσι θα είναι σε λίγα χρόνια όσοι αντιστέκονται στον Οικουμενισμό.
Θα συλλαμβάνονται και θα κλείνονται στα ψυχιατρεία.
Σας φαίνεται απίστευτο ε; Υπερβολικό.

Κι όμως γινόταν και επί κομμουνισμού ..
"Στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας", γνωστά ως "Γκουλάγκ", για να "καταλάβεις" το λάθος σου.

Κάπως έτσι "συνετίζουν" και οι οικουμενιστές σήμερα:
Αν είσαι ιερέας σου κόβουν τον μισθό.
Αν είσαι μοναχός σε πετάνε έξω από το μοναστήρι ( ακόμη και στις 11 το βράδυ, μέσα στο σκοτάδι, όπως έκανε η μονή Κουτλουμουσίου στον π.Ιλαρρίων, θυμίζουμε εδώ). Ή σου γκρεμίζουν το κελί (όπως εδώ, εδώ, εδώ).
Θες δεν θες, θα "γίνεις καλά"!

Μια άλλη μορφή διαπόμπευσης είναι -αν και λαϊκός- να απευθύνεις απερίσκεπτα και επιπόλαια σε ρασοφόρους τον χαρακτηρισμό "δαιμονισμένος" ή "πλανεμένος"... και να γεμίζεις το διαδίκτυο με τις συκοφαντίες και τους χαρακτηρισμούς σου.
Μια μέρα θα δώσουμε όλοι λόγο για όσα κάναμε.

Ομάδα Εκπαιδευτικών "Ο Παιδαγωγός"

ΥΓ. Παρακαλούμε τα ορθόδοξα ιστολόγια που θα δημοσιεύσουν την είδηση να βάλουν την πηγή. Στοιχειώδεις κανόνες που τους σέβονται ακόμη και άνθρωποι που δεν έχουν σχέση με την εκκλησία.


ΠΗΓΗ