Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΊ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΆ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΊ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΆ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Απονομή αυτοκεφαλιών ή αρπαγή εδαφών; Η αναφορά του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς για το Οικουμενικό Πατριαρχείο.


Αναμφισβήτητα το ιστορικό των δραστηριοτήτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί να ρίξει φως στα βαθύτερα κίνητρα της… απόβασης του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Ουκρανία. Για αυτόν τον λόγο, ακολουθεί μεταφρασμένο [το κατά δύναμιν] απόσπασμα της αναφοράς του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς [Σαγκάη & Σαν Φρανσίσκο] για το Οικουμενικό Πατριαρχείο προς την Δεύτερη Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας εκτός Ρωσίας (ROCOR)που έγινε στην πρώην Γιουγκοσλαβία το 1938.

Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς μόλις έχει περιγράψει τις συνέπειες των Βαλκανικών Πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δηλαδή, την απώλεια επισκοπών και την απώλεια πολιτικής ισχύος στο εσωτερικό της Τουρκίας. Αναφέρει μάλιστα ότι παρ’ όλη αυτήν την ταπείνωση, ολόκληρος ο Ορθόδοξος κόσμος έβλεπε με ευλάβεια την πόλη που ήταν κάποτε πρωτεύουσα της οικουμένης και ότι ο διάδοχος των Αγίων Ιωάννου Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου θα μπορούσε από αυτήν την θέση να καθοδηγήσει πνευματικά ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο, αν μονάχα είχε την δική τους ακλόνητη στάση στην υπεράσπιση της δικαιοσύνης και της αλήθειας.
Στο σημείο που μεταφέρω εδώ ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς περιγράφει τις ενέργειες του Πατριαρχείου που σημάδεψαν την καθοδική του πορεία. Το συγκλονιστικό είναι ότι περιγράφει αυτό που θα ακολουθήσει και σήμερα το βλέπουμε να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Αν και από το 1938 ορισμένα δεδομένα έχουν αλλάξει (όπως το ότι σήμερα το Πατριαρχείο έχει αναπτύξει συμμαχίες με τους δυνατούς της γης) διαβάζοντας κανείς αυτό το κείμενο νοιώθει σα να γράφτηκε σήμερα και βλέπει τα πράγματα να μπαίνουν στην σωστή τους διάσταση όσον αφορά το ζήτημα στην Ουκρανία.

***
Γράφει ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς:

«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιθύμησε να αναπληρώσει τις επισκοπές που έχασε από τη δικαιοδοσία του καθώς και την απώλεια της πολιτικής του ισχύος εντός των ορίων της Τουρκίας, υπάγοντας στον εαυτό του εδάφη στα οποία έως τότε δεν υπήρχε Ορθόδοξη ιεραρχία, και ομοίως τις Εκκλησίες κρατών που η κυβέρνησή τους δεν είναι Ορθόδοξη.
Έτσι, στις 5 Απριλίου του 1922, ο Πατριάρχης Μελέτιος διόρισε έναν Έξαρχο Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης με τον τίτλο του Μητροπολίτη Θυάτειρας με έδρα στο Λονδίνο,
στις 4 Μαρτίου του 1923, ο ίδιος Πατριάρχης χειροτόνησε τον Τσέχο Αρχιμανδρίτη Σαμπάτιο, Αρχιεπίσκοπο Πράγας και Πάσης Τσεχοσλοβακίας,
στις 15 Απριλίου του 1924, ιδρύθηκε η Μητροπολιτεία Ουγγαρίας και Πάσης Κεντρικής Ευρώπης με Επισκοπική έδρα στη Βουδαπέστη, παρόλο που εκεί ήδη υπήρχε Σέρβος επίσκοπος.
Στην Αμερική δημιουργήθηκε μια Αρχιεπισκοπή υπαγόμενη στον Οικουμενικό Θρόνο,
και στη συνέχεια το 1924 ιδρύθηκε μία Επισκοπή στην Αυστραλία με Επισκοπική έδρα στο Σύδνευ.
Το 1938 η Ινδία υπάχθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας.
Παράλληλα, προχώρησε η υπαγωγή ξεχωριστών τμημάτων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που έχουν αποκοπεί από την Ρωσία.
Έτσι, στις 9 Ιουνίου του 1923, ο Οικουμενικός Πατριάρχης δέχτηκε στην δικαιοδοσία του την Επισκοπή Φινλανδίας ως μια αυτόνομη Φινλανδική Εκκλησία,
στις 23 Αυγούστου του 1923, η Εσθονική Εκκλησία υπάχθηκε με τον ίδιο τρόπο,
στις 13 Νοεμβρίου του 1924, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ζ’ αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Πολωνικής Εκκλησίας υπό την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου – δηλαδή, μάλλον αυτονομία.
Τον Μάρτιο του 1936, ο Οικουμενικός Πατριάρχης δέχθηκε την Λετονία στη δικαιοδοσία του.
Ο Πατριάρχης Φώτιος, μη περιοριζόμενος στην απόκτηση Εκκλησιών σε περιοχές που είχαν βγει από τα όρια της Ρωσίας, δέχθηκε στην δικαιοδοσία του τον Μητροπολίτη Ευλόγιο στη Δυτική Ευρώπη μαζί με τις ενορίες που υπάγονταν σε αυτόν,
και στις 28 Φεβρουαρίου του 1937, ένας Αρχιεπίσκοπος της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Αμερική χειροτόνησε τον Επίσκοπο Theodore-Bogdan Shpilko για μια Ουκρανική Εκκλησία στη Βόρεια Αμερική.
Έτσι, ο Οικουμενικός Πατριάρχης έγινε πραγματικά «οικουμενικός» [παγκόσμιος] στο εύρος της επικράτειας που θεωρητικά υπόκειται σε αυτόν. Ολόκληρη σχεδόν η υδρόγειος σφαίρα, εκτός από τις μικρές περιοχές των τριών Πατριαρχείων και του εδάφους της Σοβιετικής Ρωσίας, σύμφωνα με την αντίληψη των ηγετών του Πατριαρχείου εισέρχεται στην συγκρότηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Αυξάνοντας δίχως όρια τις επιθυμίες τους να υποτάξουν τμήματα της Ρωσίας
, οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως άρχισαν να κάνουν και δηλώσεις για την μη κανονικότητα της προσάρτησης του Κιέβου στο Πατριαρχείο Μόσχας και να δηλώνουν ότι η παλαιά νότια Ρωσική Μητρόπολη του Κιέβου θα έπρεπε να υπόκειται στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Μια τέτοια άποψη δεν εκφράζεται μόνο με σαφήνεια στον Τόμο της 13ης Νοεμβρίου του 1924, σε σχέση με τον διαχωρισμό της Πολωνικής Εκκλησίας, αλλά επίσης προωθείται διεξοδικά και από τους Πατριάρχες. Έτσι, ο Εφημέριος του Μητροπολίτη Ευλόγιου στο Παρίσι, ο οποίος χειροτονήθηκε με την άδεια του Οικουμενικού Πατριάρχη, ανέλαβε τον τίτλο Χερσονήσου [Chersonese], δηλαδή, η Χερσόνησος, η οποία βρίσκεται τώρα στο έδαφος της Ρωσίας, υπόκειται στον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Το επόμενο λογικό βήμα για το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα είναι να διακηρύξει ότι ολόκληρη η Ρωσία υπάγεται στην δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως.
Ωστόσο, η πραγματική πνευματική δύναμη, ακόμη και τα πραγματικά όρια εξουσίας δεν αντιστοιχούν καθόλου σε αυτήν την αυτο-εξάπλωση της Κωνσταντινούπολης. Και δεν αναφέρω το γεγονός ότι σχεδόν παντού η εξουσία του Πατριάρχη είναι εντελώς εικονική και συνίσταται κυρίως στην τιτλοποίηση επισκόπων που έχουν εκλεγεί σε διάφορα μέρη ή στην αποστολή τέτοιων από την Κωνσταντινούπολη, πολλά εδάφη τα οποία η Κωνσταντινούπολη θεωρεί ότι υπάγονται στην δικαιοδοσία της δεν έχουν καν ποίμνιο.

Το ηθικό κύρος των Πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης έχει επίσης πέσει πολύ χαμηλά λόγω της εξαιρετικής αστάθειάς τους στα εκκλησιαστικά θέματα.
Έτσι, ο Πατριάρχης Μελέτιος ο Δ διοργάνωσε ένα «Πανορθόδοξο Συνέδριο» με εκπροσώπους από διάφορες εκκλησίες το οποίο αποφάσισε την εισαγωγή του Νέου Ημερολογίου. Η απόφαση αυτή, η οποία αναγνωρίστηκε μόνο από ένα τμήμα της Εκκλησίας, εισήγαγε ένα τρομακτικό σχίσμα μέσα στους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ αναγνώρισε την απόφαση της συνόδου της Ζωντανής Εκκλησίας σχετικά με την εκθρόνιση του Πατριάρχη Τύχωνα, τον οποίο λίγο πιο πριν η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως είχε ανακηρύξει «ομολογητή», και στη συνέχεια μπήκε σε κοινωνία με τους «Ανακαινιστές» στη Ρωσία, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Εν ολίγοις, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που θεωρητικά καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το σύμπαν ενώ στην πραγματικότητα επεκτείνει την εξουσία του μόνο πάνω σε διαφορετικές επισκοπές και σε άλλα μέρη έχει μόνο μια υψηλή επιφανειακή εποπτεία λαμβάνοντας κάποια έσοδα γι’ αυτό· εκδιωκόμενο από την εγχώρια κυβέρνηση και μη υποστηριζόμενο από οποιαδήποτε κρατική εξουσία στο εξωτερικό: έχοντας χάσει τη σημασία του ως πυλώνας της αλήθειας και έχοντας γίνει το ίδιο πηγή διαίρεσης, και παράλληλα διακατεχόμενο από μια υπερβολική αγάπη για την εξουσία – παρουσιάζει ένα ελεεινό θέαμα που θυμίζει τις χειρότερες περιόδους στην ιστορία της Επισκοπικής Έδρας της Κωνσταντινουπόλεως

Σχολιασμός / μετάφραση Φαίη για το ΑΒΕΡΩΦ


THE DECLINE OF THE PATRIARCHATE OF CONSTANTINOPLE – An overview written in 1938.
Πηγή Orthodox Christianity από averoph
σ.σ. Δικαιολογημένη οργή και απογοήτευση σαρώνει τα ξένα Ορθόδοξα ιστολόγια από την στάση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στο θέμα των σχισματικών της Ουκρανίας. Το άρθρο που ακολουθεί αποτελεί τμήμα μίας έκθεσης του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς [Σαγκάη & Σαν Φρανσίσκο] προς την Δεύτερη Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας εκτός Ρωσίας (ROCOR) που είχε γίνει στην τότε Γιουγκοσλαβία το 1938. Επίκαιρο όσο ποτέ, κάνει μία αναδρομή στην ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου για να καταλήξει στην τραγική αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε: το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι πια «στυλοβάτης της αληθείας», «έχει το ίδιο μετατραπεί σε κέντρο διχασμού», «διακατέχεται από μία υπερβολική αγάπη για την εξουσία», «παρουσιάζει ένα αξιολύπητο θέαμα που θυμίζει τις χειρότερες εποχές στην ιστορία της Έδρας της Κωνσταντινουπόλεως». Αυτά έγραφε από το 1938 ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς και 80 χρόνια αργότερα ο λόγος του παραμένει εκκωφαντικά αληθινός. Η διολίσθηση και η παρακμή του Οικουμενικού Πατριαρχείου που προκαλεί συνεχώς σκανδαλισμό, κλονίζει και διαιρεί την Εκκλησία θα πρέπει να μας προβληματίσει. Το κείμενο παρατίθεται στα αγγλικά.

St. John (Maximovich) of Shanghai and San Francisco.
The following article, which is part of a report on all the Autocephalous Churches made by Archbishop John to the Second All-Diaspora Sobor of the Russian Church Abroad held in Yugoslavia in 1938, gives the historical background of the present state of the Patriarchate of Constantinople. It could well have been written today, apart from a few small points which have changed since then. We reproduce it here to bring more clarity into the current ecclesiastical crisis surrounding the Ecumenical Patriarchate and the Ukraine.

The primacy among Orthodox Churches is possessed by the Church of the New Rome, Constantinople, which is headed by a Patriarch who has the title of Ecumenical, and therefore is itself called the Ecumenical Patriarchate, which territorially reached the culmination of its development at the end of the 18th century. At that time there was included in it the whole of Asia Minor, the whole Balkan Peninsula (except for Montenegro), together with the adjoining islands, since the other independent Churches in the Balkan Peninsula had been abolished and had become part of the Ecumenical Patriarchate. The Ecumenical Patriarch had received from the Turkish Sultan, even before the taking of Constantinople by the Turks, the title of Millet Bash, that is, the head of the people, and he was considered the head of the whole Orthodox population of the Turkish Empire. This, however, did not prevent the Turkish government from removing patriarchs for any reason whatever and calling for new elections, at the same time collecting a large tax from the newly elected patriarch. Apparently the latter circumstance had a great significance in the changing of patriarchs by the Turks, and therefore it often happened that they again allowed on the Patriarchal Throne a patriarch whom they had removed, after the death of one or several of his successors. Thus, many patriarchs occupied their see several times, and each accession was accompanied by the collection of a special tax from them by the Turks.

In order to make up the sum which he paid on his accession to the Patriarchal Throne, a patriarch made a collection from the metropolitans subordinate to him, and they, in their turn, collected from the clergy subordinate to them. This manner of making up its finances left an imprint on the whole order of the Patriarchate’s life. In the Patriarchate there was likewise evident the Greek «Great Idea,» that is, the attempt to restore Byzantium, at first in a cultural, but later also in a political sense. For this reason in all important posts there were assigned people loyal to this idea, and for the most part Greeks from the part of Constantinople called the Phanar, where also the Patriarchate was located. Almost always the episcopal sees were filled by Greeks, even though in the Balkan Peninsula the population was primarily Slavic.

At the beginning of the 19th century there began a movement of liberation among the Balkan peoples, who were striving to liberate themselves from the authority of the Turks. There arose the states of Serbia, Greece, Romania, and Bulgaria, at first semi-independent, and then completely independent from Turkey. Parallel with this there proceeded also the formation of new Local Churches which were separate from the Ecumenical Patriarchate. Even though it was unwillingly, under the influence of circumstances, the Ecumenical Patriarchs permitted the autonomy of the Churches in the vassal princedoms, and later they recognized the full independence of the Churches in Serbia, Greece, and Romania. Only the Bulgarian question was complicated in view on the one hand of the impatience of the Bulgarians, who had not yet attained political independence, and, on the other hand, thanks to the unyieldingness of the Greeks. The self-willed declaration of Bulgarian autocephaly on the foundation of a firman of the Sultan was not recognized by the Patriarchate, and in a number of dioceses there was established a parallel hierarchy.


Κωνσταντινούπολη 19ος αιώνας.
The boundaries of the newly-formed Churches coincided with the boundaries of the new states, which were growing all the time at the expense of Turkey, at the same time acquiring new dioceses from the Patriarchate. Nonetheless, in 1912, when the Balkan War began, the Ecumenical Patriarchate had about 70 metropolias and several bishoprics. The war of 1912-13 tore away from Turkey a significant part of the Balkan Peninsula with such great spiritual centers as Salonica and Athos. The Great War of 1914-18 for a time deprived Turkey of the whole of Thrace and the Asia Minor coast with the city of Smyrna, which were subsequently lost by Greece in 1922 after the unsuccessful march of the Greeks on Constantinople.

Here the Ecumenical Patriarch could not so easily allow out of his authority the dioceses which had been torn away from Turkey, as had been done previously. There was already talk concerning certain places which from of old had been under the spiritual authority of Constantinople. Nonetheless, the Ecumenical Patriarch in 1922 recognized the annexation to the Serbian Church of all areas within the boundaries of Yugoslavia; he agreed to the inclusion within the Church of Greece of a number of dioceses in the Greek State, preserving, however, his jurisdiction over Athos; and in 1937 he recognized even the autocephaly of the small Albanian Church, which originally he had not recognized.

The boundaries of the Ecumenical Patriarchate and the number of its dioceses had significantly decreased. At the same time the Ecumenical Patriarchate in fact lost Asia Minor also, although it remained within its jurisdiction. In accordance with the peace treaty between Greece and Turkey in 1923, there occurred an exchange of population between these powers, so that the whole Greek population of Asia Minor had to resettle in Greece. Ancient cities, having at one time a great significance in ecclesiastical matters and glorious in their church history, remained without a single inhabitant of the Orthodox faith. At the same time, the Ecumenical Patriarch lost his political significance in Turkey, since Kemal Pasha deprived him of his title of head of the people. Factually, at the present time under the Ecumenical Patriarch there are five dioceses within the boundaries of Turkey in addition to Athos with the surrounding places in Greece. The Patriarch is extremely hindered in the manifestation even of his indisputable rights in church government within the boundaries of Turkey, where he is viewed as an ordinary Turkish subject-official, being furthermore under the supervision of the government. The Turkish government, which interferes in all aspects of the life of its citizens, only as a special privilege has permitted him, as also the Armenian Patriarch, to wear long hair and clerical garb, forbidding this to the rest of the clergy. The Patriarch has no right of free exit from Turkey, and lately the government is ever more insistently pursuing his removal to the new capital of Ankara (the ancient Ancyra), where there are now no Orthodox Christians, but where the administration with all the branches of governmental life is concentrated.

Such an outward abasement of the hierarch of the city of St. Constantine, which was once the capital of the ecumene, has not caused reverence toward him to be shaken among Orthodox Christians, who revere the See of Sts. Chrysostom and Gregory the Theologian. From the height of this See the successor of Sts. John and Gregory could spiritually guide the whole Orthodox world, if only he possessed their firmness in the defense of righteousness and truth and the breadth of views of the recent Patriarch Joachim III. However, to the general decline of the Ecumenical Patriarchate there has been joined the direction of its activity after the Great War. The Ecumenical Patriarchate has desired to make up for the loss of dioceses which have left its jurisdiction, and likewise the loss of its political significance within the boundaries of Turkey, by submitting to itself areas where up to now there has been no Orthodox hierarchy, and likewise the Churches of those states where the government is not Orthodox. Thus, on April 5, 1922, Patriarch Meletius designated an Exarch of Western and Central Europe with the title of Metropolitan of Thyateira with residency in London; on March 4, 1923, the same Patriarch consecrated the Czech Archimandrite Sabbatius Archbishop of Prague and All Czechoslovakia; on April 15, 1924, a Metropolia of Hungary and All Central Europe was founded with a See in Budapest, even though there was already a Serbian bishop there. In America an Archbishopric was established under the Ecumenical Throne, then in 1924 a Diocese was established in Australia with a See in Sydney. In 1938 India was made subordinate to the Archbishop of Australia.

At the same time there has proceeded the subjection of separate parts of the Russian Orthodox Church which have been torn away from Russia. Thus, on June 9, 1923, the Ecumenical Patriarch accepted into his jurisdiction the Diocese of Finland as an autonomous Finnish Church; on August 23, 1923, the Estonian Church was made subject in the same way, on November 13, 1924, Patriarch Gregory VII recognized the autocephaly of the Polish Church under the supervision of the Ecumenical Patriarchate—that is, rather autonomy. In March, 1936, the Ecumenical Patriarch accepted Latvia into his jurisdiction. Not limiting himself to the acceptance into his jurisdiction of Churches in regions which had fallen away from the borders of Russia, Patriarch Photius accepted into his jurisdiction Metropolitan Eulogius in Western Europe together with the parishes subordinate to him, and on February 28, 1937, an Archbishop of the jurisdiction of the Ecumenical Patriarch in America consecrated Bishop Theodore-Bogdan Shpilko for a Ukrainian Church in North America.

Thus, the Ecumenical Patriarch has become actually «ecumenical» [universal] in the breadth of the territory which is theoretically subject to him. Almost the whole earthly globe, apart from the small territories of the three Patriarchates and the territory of Soviet Russia, according to the idea of the Patriarchate’s leaders, enters into the composition of the Ecumenical Patriarchate. Increasing without limit their desires to submit to themselves parts of Russia, the Patriarchs of Constantinople have even begun to declare the uncanonicity of the annexation of Kiev to the Moscow Patriarchate, and to declare that the previously existing southern Russian Metropolia of Kiev should be subject to the Throne of Constantinople. Such a point of view is not only clearly expressed in the Tomos of November 13, 1924, in connection with the separation of the Polish Church, but is also quite thoroughly promoted by the Patriarchs. Thus, the Vicar of Metropolitan Eulogius in Paris, who was consecrated with the permission of the Ecumenical Patriarch, has assumed the title of Chersonese; that is to say, Chersonese, which is now in the territory of Russia, is subject to the Ecumenical Patriarch. The next logical step for the Ecumenical Patriarchate would be to declare the whole of Russia as being under the jurisdiction of Constantinople.

However, the actual spiritual might and even the actual boundaries of authority by far do not correspond to such a self-aggrandizement of Constantinople. Not to mention the fact that almost everywhere the authority of the Patriarch is quite illusory and consists for the most part in the confirmation of bishops who have been elected to various places or the sending of such from Constantinople, many lands which Constantinople considers subject to itself do not have any flock at all under its jurisdiction.


Μελέτιος Μεταξάκης (ο μασόνος)

The moral authority of the Patriarchs of Constantinople has likewise fallen
very low in view of their extreme instability in ecclesiastical matters. Thus, Patriarch Meletius IV arranged a «Pan-Orthodox Congress,» with representatives of various churches, which decreed the introduction of the New Calendar. This decree, recognized only by a part of the Church, introduced a frightful schism among Orthodox Christians. Patriarch Gregory VII recognized the decree of the council of the Living Church concerning the deposing of Patriarch Tikhon, whom not long before this the Synod of Constantinople had declared a «confessor,» and then he entered into communion with the «Renovationists» in Russia, which continues up to now.

In sum, the Ecumenical Patriarchate, in theory embracing almost the whole universe and in fact extending its authority only over several dioceses, and in other places having only a higher superficial supervision and receiving certain revenues for this, persecuted by the government at home and not supported by any governmental authority abroad: having lost its significance as a pillar of truth and having itself become a source of division, and at the same time being possessed by an exorbitant love of power—represents a pitiful spectacle which recalls the worst periods in the history of the See of Constantinople.

From Orthodox Word, vol. 8, no. 4 (45), July-August 1972, pp. 166-168, 174-175.
St. John (Maximovich) of Shanghai and San Francisco

πηγη

Σάββατο 26 Μαΐου 2018

Ὁ πάντοτε διαχρονικὸς Φώτης Κόντογλου: Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμὸς .


Κείμενο τοῦ Ὀρθοδόξου συγγραφέως καὶ ὁμολογητοὺ Φώτη Κόντογλου. Ἂν καὶ γραμμένο μισὸν αἰώνα πρὶν καὶ ἀναφέρεται στὰ τότε γεγονότα, ὅμως εἶναι ἄκρως καὶ δραματικὰ ΕΠΙΚΑΙΡΟ.
Ἴσως διότι πάντοτε ἡ προδοσία θὰ εἶναι τὸ ἴδιο δαιμονικὴ ἐνῶ ἡ Ὁμολογία τὸ ἴδιο Θεοδίδακτη.

"Ἂς διαφυλάξουμε τὸ μυστήριο τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Μεγάλο, πολὺ μεγάλο καὶ σπουδαῖο εἶναι ἕνα ζήτημα ποὺ δὲν τοῦ δώσανε σχεδὸν καθόλου προσοχὴ οἱ περισσότεροι Ἕλληνες. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ὅτι ἀπὸ καιρὸ ἀρχίσανε κάποιοι δικοί μας κληρικοὶ νὰ θέλουν καὶ νὰ ἐπιδιώκουν νὰ δέσουν στενὲς σχέσεις μὲ τοὺς παπικούς, ποὺ ἐπὶ τόσους αἰῶνες μᾶς ρημάξανε. Γιατί στ' ἀληθινά, δὲν ὑπάρχει πιὸ μεγάλος ἀντίμαχός τῆς φυλῆς μας, κι ἐπίμονος ἀντίμαχος, πού, σώνει καὶ καλὰ θέλει νὰ σβήσει τὴν Ὀρθοδοξία.


Οἱ δεσποτάδες πού εἶπα πὼς τοὺς ἐπίασε, ἄξαφνα κι ἀναπάντεχα, ὁ ἔρωτας μὲ τοὺς Λατίνους, λένε πὼς τὸ κάνουμε ἀπὸ «ἀγάπη». Μὰ αὐτὸ εἶναι χονδροειδεστάτη δικαιολογία καὶ καλὰ θὰ κάνουνε νὰ παρατήσουνε αὐτὰ τὰ ροσόλια τῆς «ἀγάπης», ποὺ τὴν κάναμε ρεζίλι.
Ὁ διάβολος, ἅμα θελήσει νὰ κάνει τὸ πιὸ πονηρὸ παιγνίδι του, μιλᾶ, ὁ ἀλιτήριος γιὰ ἀγάπη. Ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστός, τὸ λέγει κι αὐτὸς κάλπικα, γιὰ νὰ ξεγελάσει. Τώρα, στὰ καλὰ καθούμενα, τοὺς ρασοφόρους μας στὴν Πόλη, τοὺς ἐπίασε παροξυσμὸς τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς Ἰταλιάνους, ποὺ στέκουνται, ὅπως πάντα, κρύοι καὶ περήφανοι καὶ δὲν...
γυρίζουνε νὰ τοὺς δοῦνε αὐτοὺς τοὺς «ἐν Χριστῷ ἀδελφούς», ποὺ ὅσα τοὺς κάνανε ἀπὸ τὸν καιρὸ τῶν Σταυροφόρων ἴσαμε τώρα, δὲν τοὺς τάκανε μήτε Τοῦρκος, μήτε Τάταρος, μήτε Μωμαχετάνος.


Ἴσως κι οἱ δικοί μας νὰ κάνουν ἀπὸ παρεξηγημένη καλοσύνη. Ὅπως εἶπα, οἱ περισσότεροι δικοί μας δὲν δώσανε καμμιὰ σημασία σ' αὐτὲς τὶς φιλοπαπικὲς κινήσεις, ποὺ εἶναι θάνατος γιὰ τὸ γένος μας καὶ ποὺ τὶς κινήσανε οἱ καταχθόνιες δυνάμεις ποὺ πολεμᾶνε τὸν Χριστὸ καὶ ποὺ μὲ τὰ λεπτὰ τοὺς ἀγοράζουνε ὅλους, δὲν δώσανε λοιπὸν καμμία σημασία, γιατί τὰ θεωροῦνε τιποτένια πράγματα, ἂν δὲν εἶναι κι οἱ ἴδιοι ἀγορασμένοι...

Τώρα τὰ μυαλὰ γινήκανε φαρδειά, καὶ καταγίνονται μὲ ἄλλα, κοσμοϊστορικὰ προβλήματα! «Θὰ καθόμαστε νὰ κυττάζουμε τώρα παπάδες καὶ Ὀρθοδοξίες»; Μὰ αὐτοὺς δὲν τοὺς μέλλει κι ἂν ἐξαφανισθεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο κάθε ἑλληνικὸ πράγμα. Καὶ θὰ ἐξαφανισθεῖ ὄχι τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἀμερικανισμὸ ποὺ πάθαμε, ὅσο ἂν γίνουμε στὴ θρησκεία παπικοί. Γιατί γι' αὐτοῦ πᾶμε.

Παπικὴ Ἑλλάδα θὰ πεῖ ἀξαφάνιση τῆς Ἑλλάδας. Νὰ γιατί εἶπα πὼς εἶναι πολὺ σπουδαῖο ζήτημα αὐτὲς οἱ ἐρωτωτροπίες ποὺ ἀρχίσανε κάποιοι κληρικοὶ δικοί μας μὲ τοὺς παπικούς, κι ἡ αἰτία εἶναι τὸ ὅτι δὲν νοιώσανε τί εἶναι Ὀρθοδοξία ὁλότελα, μ' ὅλο ποὺ εἶναι δεσποτάδες. Τὸ κακὸ εἶναι πὼς ὁ λαὸς δὲν πῆρε, καλὰ - καλά, εἴδηση γιὰ τὴ συνωμοσία. Ποιὸς νὰ τὸν πληροφορήσει ἀφοῦ οἱ γραμματισμένοι τὰ θεωροῦνε αὐτὰ τὰ πράγματα ἀνάξια γιὰ τὴ μοντέρνα σοφία τους, καὶ τρέχουν σημαιοφόροι σὲ κάθε νεωτερισμό; Ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίσανε οἱ λυκοφιλίες ἀνάμεσα στοὺς δικούς μας καὶ στοὺς παπικοὺς (καὶ σημείωσε πὼς οἱ δικοί μας φαγωθήκανε πρῶτοι νὰ πιάσουνε σχέση μὲ τοὺς Λατίνους σὰν νὰ πήρανε ἀπὸ κάπου διαταγή, κι ὁλοένα μιλᾶνε γιὰ «τὸν διάλογο μαζί τους, δίχως νὰ ξέρουνε καλὰ - καλὰ τί λένε), ἀπὸ τότε λοιπόν, ἀκοῦμε, κάθε τόσο κάτι πράγματα θεατρικά, ἄνοστα, ἀνόητα, δίχως καμμιὰ σοβαρότητα, ὅπως εἶναι ἡ λεγόμενη «Διάσκεψις τῆς Ρόδου», τὰ νέα παρεκκλήσια τοῦ Βατικανοῦ, κ.τ.λ.

Στὴ Ρόδο πήγανε οἱ δικοί μας μὲ σκοπὸ νὰ πουλήσουν τὴν Ὀρθοδοξία, γιατί γι' αὐτοὺς εἶναι καθυστερημένη μορφὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, δηλαδὴ ἕνας βλάχικος χριστιανισμὸς καὶ νὰ ἀρχίσουν τὸν «διάλογον», ποὺ νὰ τὸν πάρει ἡ εὐχὴ αὐτὸν τὸν «διάλογον». Καὶ τί κάνανε; Τίποτα! Λόγια πολλὰ καὶ χαμένα, ποὺ νὰ ντρέπεται κι ὁ τελευταῖος Ἕλληνας Ὀρθόδοξος. Προχθὲς πάλι μάθαμε πὼς ὁ Πάπας ἐγκαινίασε ἕνα νέο παρεκκλήσιο στὸ Βατικανὸ καὶ ἔβαλε γιὰ εἰκόνες (μὴ χειρότερα!) τὶς φωτογραφίες τοῦ Πάπα καὶ τοῦ Ἀθηναγόρα, «ὁ ὁποῖος ἵσταται ὄπισθέν του Ποντίφηκος»! Φαντασθεῖτε παρεκκλήσιο μὲ φωτογραφίες (τί ἀκαλαίσθητα πράγματα!).
Ὁ Πάπας λοιπὸν θὰ προσεύχεται μπροστὰ στὶς δικές του φωτογραφίες! Δηλαδὴ τρελλάθηκαν οἱ ἄνθρωποι! Αὐτὰ δὲν τὰ κάνανε μήτε οἱ ἀραπάδες τῆς Ἀφρικῆς. Συλλογίζομαι πόση σοβαρότητα ἔχουν οἱ Μουσουλμάνοι στὴ θρησκεία τους, καὶ ποὺ καταντήσανε τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ αὐτοὶ οἱ ἀθεόφοβοι Ἰταλιάνοι, ποὺ προσκυνᾶνε ἀγάλματα τῆς Παναγίας μὲ κοκκινάδια , μὲ σκουλαρίκια καὶ μὲ δαχτυλίδια. Κι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ποὺ φυλάξαμε τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς εὐσεβείας, τώρα, στὰ καλὰ καθούμενα, πᾶμε νὰ γίνουμε ἕνα μ' αὐτοὺς ποὺ γελοιοποιήσανε τὸν Χριστὸ ὅσο κανένας ἄθεος. Ἀλλά, ἀπὸ ποῦ νὰ πιάσει κανένας καὶ ποῦ νὰ τελειώσει; Ὅσοι ἦταν ἕως τώρα ἀδιάφοροι γιὰ τὴ θρησκεία καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, καὶ ποὺ πολλοὶ ἀπ' αὐτοὺς τὴν περιπαίζανε μάλιστα, ὅλοι αὐτοὶ γινήκανε ἔξαφνα παπόφιλοι, καὶ μασᾶνε σὰν μαστίχι τὴν ψεύτικη λέξη «ἀγάπη». Μεγαλύτερο ρεζιλίκι δὲν ἔγινε. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι ποὺ εἴμαστε κολλημένοι ἀπὸ νεότητος στὴν Ἐκκλησία μας, εἴμαστε στενοκέφαλοι, μοχθηροί, γυμνοὶ ἀπὸ ἀγάπη κι ἀπὸ ἀληθινὴ εὐσέβεια. Ἡ μόδα εἶναι τώρα νὰ φαίνεσαι ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἐνοίωσε τὰ «αἰτήματά» της. [...].

Πίστη ἀσάλευτη στὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ ἐμεῖς οἱ προκομμένοι τὴν πήραμε κληρονομιὰ καὶ τὴν πουλᾶμε «ἀντὶ πινακίου φακῆς» καὶ ἀσπασμοῦ τῆς παντόφλας τοῦ Πάπα! Μὰ σὲ τέτοιο σημεῖο ἐκφυλισθήκαμε; Αἰτία εἶναι ἡ ἔμφυτη ματαιοδοξία μας, ποὺ μᾶς κάνει νὰ θέλουμε νὰ φαινόμαστε ἔξυπνοι συγχρονισμένοι, προοδευτικοί, κι ὄχι καθυστερημένοι. Μὲ τὴ συναίσθηση τῆς κατωτερότητας ποὺ ἀποχτήσαμε, φοβόμαστε σὰν τὸν διάβολο μήπως μᾶς ποῦνε «παλιὰ μυαλά, παλιοημερολογίτες, καθυστερημένους». Καὶ τρέχουμε νὰ πᾶμε πρώτη σὲ κάθε κίνηση ποὺ περνᾶ γιὰ «μοντέρνα», θέλεις μίμηση τῆς «ἀφηρημένης ζωγραφικῆς», θέλεις ἀκαταλαβίστικες «λογοτεχνίες» (καημένη λογοτεχνία, ποῦ κατάντησες!), θὲς φιλοπαπισμός, θὲς φιλοαμερικανισμός, στὰ πάντα, στὰ ντυσίματά μας(πρὸ πάντων τῆς νεολαίας), στὸν τρόπο ποὺ μιλᾶμε καὶ σκεπτόμαστε, ἀκόμα καὶ στὶς χειρονομίες. Δηλαδή, καταντήσαμε μαϊμοῦδες τοῦ ἀνθρωπίνου γένους «ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς θαυμάσιας ἐποχῆς μας».

Ἐκ τοῦ περιοδικοῦ. «Ὁ Ὅσιος Φιλόθεός της Πάρου» Τεῦχος 20 Μάιος - Αὔγουστος 2007
Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
ΠΗΓΗ

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία (Μέρος ζ΄)


(Απάντηση στο κείμενο του Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου Κατερέλου «Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;»)


Νικολάου Μάννη
εκπαιδευτικού


ΙΕ. Συνεχίζοντας την ανάγνωση του κειμένου και διαβάζοντας προσεκτικά όσα ο Σ. αναφέρει περί των μικτών γάμων, πρέπει να ειπωθούν ολίγα τινά, λίαν σημαντικά. Η Ψευδοσύνοδος με την σχετική Απόφασή της[213] καινοτομεί και εισάγει νέο πνεύμα αντιμετωπίσεως του ζητήματος αυτού, εντελώς διαφορετικό ακόμη και σε σχέση με τις γνωστές περιπτώσεις οικονομίας των μικτών γάμων, των ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνων. Διότι ενώ τότε κάποιοι Αρχιερείς (ή και μια Τοπική Σύνοδος) αναγκαζόντουσαν να τοποθετηθούν για συγκεκριμένα περιστατικά μικτών γάμων (τους οποίους είτε απέρριπταν, είτε αποδέχονταν, εξηγώντας, στην τελευταία περίπτωση, τους λόγους), εδώ φαίνεται ότι θεσμοθετείται de facto, και μάλιστα δια «Μεγάλης Συνόδου», ένας γενικός τρόπος αντιμετωπίσεως των μικτών γάμων, δια του οποίου εισάγεται μια αντιεκκλησιαστική ελευθερία κινήσεων σε κάθε Τοπική Σύνοδο για την εφαρμογή μιας οικονομίας, η οποία όμως συνιστά κατ᾿ ουσίαν παρανομία! Διότι ενώ Οικονομία σημαίνει μια, χρονικώς και τοπικώς περιορισμένη, παρέκκλιση από την Κανονική Ακρίβεια, χάριν της σωτηρίας των ψυχών, εδώ έχουμε ξεκάθαρα την θεσμοθέτηση μιας μονίμου και γενικευμένης παρεκκλίσεως, η οποία συνιστά όχι Οικονομία, αλλά Παρανομία[214]!

Ας δούμε και ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η διαφορά μεταξύ Οικονομίας και Παρανομίας. Βρισκόμαστε στις αρχές του ΙΗ΄ αιώνος. Στη Σερβία εξαιτίας του πολέμου κάποιες Ορθόδοξες είχαν παντρευτεί (με καπίνι[215]) Αρμενίους. Ο μητροπολίτης Βελιγραδίου Μιχαήλ ζητά την γνώμη του σοφού Δοσιθέου Ιεροσολύμων για το αν πρέπει να τις επιτρέπεται η είσοδος στην εκκλησία και η συμμετοχή στη Θεία Μετάληψη. Ο ιερός Δοσίθεος γράφει, μεταξύ άλλων, στην απάντησή του τα εξής διαφωτιστικά, που μας αφορούν εδώ: «ἀνίσως καὶ δὲν ἦτον καιρὸς ἀνάγκης καὶ ἠμποροῦσαν νὰ ζήσουν μὲ τὴν ἰδικήν τους κυβέρνησιν, θὰ ἐλέγαμεν νὰ μὴ μεταλαμβάνουνˑ ἐπειδὴ καὶ οἱ θεῖοι νόμοι τὸν μετὰ τῶν αἱρετικῶν γάμον τὸν ἐμποδίζουσι μάλα γενναίως. Ἀμὴ καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ καιροῦ τὴν κακίαν ἠναγκάσθησαν νὰ κυβερνηθοῦν ἡ (sic) ταλαίπωραις, πρέπει νὰ τύχωσιν ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, νὰ ἔχουν τὴν εἴσοδον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀκόμη νὰ μεταλαμβάνουνˑ μάλιστα ἐμάθομεν ὅτι οἱ Ἀρμένιοι τὰς ἔχουν μὲ τὸ καπίνι, καὶ ἂν εἶναι ἕτζι, τώρα νὰ ταῖς στεφανωθοῦν καὶ νὰ μὴ ταῖς στεφανῶσῃ ἱερεὺς Ἀρμένιος, ἀλλὰ ἱερεὺς Ὀρθόδοξος. Πλὴν μὲ ἐπιτίμιον ἀναθέματος, τὸ ὁποῖον νὰ γροικηθῇ εἰς ὅλην τὴν Πολιτείαν αὐτοῦ, ὅτι ὅποια γυνὴ ἀπὸ τοῦ νῦν πάρη ἄνδρα Ἀρμένην, νὰ μὴν ἔχει τὴν εἴσοδον τῆς Ἐκκλησίας μήτε νὰ μεταλαμβάνῃ τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, μήτε μετὰ θάνατον νὰ ἀξιοῦται ταφῆς… Ἡ (sic) γυναῖκες τώρα, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἃν πάρουν αἱρετικοὺς ἄνδρας δὲν ἔχουν συγχώρησιν μήτε ἡμποροῦν νὰ εἶναι χριστιαναῖς, ἀμὴ εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἀνάγκης, διὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν τιμήν τους καὶ διὰ νὰ φυλάξουν τὴν πίστην τους, ἔκαμαν τὰ μικρότερα κακὰ διὰ νὰ λείψουν ἀπὸ τὰ μεγαλείτεραˑ καὶ λοιπὸν εἶναι χρεία οίκονομίας»[216].

Είναι δε φανερό πως η απόφαση της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης περί των μικτών γάμων, έχει να κάνει με την γενικότερη εκκλησιολογική της θεώρηση, η οποία είναι ξεκάθαρα οικουμενιστική.

ΙΣΤ. Παρακάτω ο Σ. αναφέρεται στον π. Θεόδωρο Ζήση και την γνωστή αυστηρή κριτική που ο τελευταίος είχε ασκήσει, προ αμνημονεύτων ετών, σε θέσεις του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Προς τι όμως ο αξιότιμος Σ. αναφέρεται στην κριτική αυτήν όταν ο ίδιος ο π. Θεόδωρος την έχει απορρίψει[217]; Αυτή μάλιστα η δημόσια μετάνοια του π. Θεοδώρου, η οποία τον τιμά ιδιαιτέρως, είναι παράδειγμα προς μίμηση.

Ο Σ., για την μετάνοια αυτήν γράφει τα εξής: «Ἐὰν ἡ μεταστροφὴ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἀνεκηρύχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἅγιος, ἂς ἀναπαύεται στὶς ἀντίθετες ἀπόψεις τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τὸ διαχριστιανικὸ διάλογο». Αυτήν την δήθεν αντίθεση των θέσεων του Αγίου Νεκταρίου, με τις θέσεις του Αγίου Ιουστίνου, ο Σ. την βασίζει στην θεώρηση του μέντορά του Πρεβέζης Μελετίου. Ο τελευταίος, με το κείμενό του «Ὁ ἅγιος Νεκτάριος καὶ ἡ στάσις του ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων», προσπαθεί λίγο πολύ να παρουσιάσει τον Άγιο ως Οικουμενιστή, ερμηνεύοντας αυθαίρετα πως η αγάπη προς τους ετεροδόξους, την οποία πολύ σωστά συστήνει ο Άγιος, εκφράζεται δια των σημερινών Ψευδοδιαλόγων, συμπροσευχών και εν γένει της Οικουμενικής Κινήσεως. Ο Πρεβέζης Μελέτιος δεν παραλείπει μάλιστα να αναφερθεί και στην ορθή διάκριση που κάνει ο Άγιος μεταξύ ζηλωτών με επίγνωση και χωρίς επίγνωση, με σκοπό να εντάξει στους δευτέρους, όσους αντιδρούν στον Οικουμενισμό. Παραλείπει όμως να μας πει ποιους ακριβώς θεωρούσε ο Άγιος Νεκτάριος ότι έχουν τέτοιον ζήλο «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν». Αυτή η παράλειψη θα διορθωθεί εδώ με την παράθεση της γνώμης του Αγίου: «Τοιοῦτοι ζηλωταὶ οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ὑπήρξαν καὶ οἱ ὁπαδοὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Δυτικῆς ἐκκλησίας, ὧν ὁ ζῆλος ἐκκαυθεὶς πολλὰς ἐξέκαυσε πυρὰς πρὸς καῦσιν τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἑναντιοφρονοῦντων ἢ ἀντιδοξούντων!»[218].

ΙΖ. Πολύ σωστά ο Σ. παρατηρεί πως «εἶναι ἀναμφίβολο, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀλήθεια ἰσχύει ὅ,τι στὸ διαχρονικό της καθολικὸ συνειδὸς κατασταλλάζει καὶ καθιερώνεται ὡς ἀλήθεια μὲ τὴν ἀποδοχή της ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα». Σφάλλει όμως όταν θεωρεί για τις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου πως «εἶναι περισσότερο ἀπὸ βεβαία ἡ ἀποδοχή τους ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα». Διότι εμείς βλέπουμε το εκκλησιαστικό πλήρωμα να έχει εκφράσει την έντονη διαφωνία του για την «Αγία και Μεγάλη» Ψευδοσύνοδο. Εκτός βέβαια, αν ως «εκκλησιαστικό πλήρωμα», εννοεί την μεγάλη μάζα των τυπικώς μόνο Ορθοδόξων, οι οποίοι είναι ακατήχητοι, αδιάφοροι και κυρίως εκκοσμικευμένοι, όπως είναι η πλειονότητα των Οικουμενιστών, και αποδέχονται πρόθυμα ό,τι τους διδάσκουν οι ποιμένες τους, εννοείται με την προϋπόθεση να είναι στα πλαίσια εκείνα στα οποία θα μπορούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα τον κοσμικό, αντιεκκλησιαστικό τους βίο! Μιλούμε δηλαδή για εκείνους, οι οποίοι δεν δέχονται ότι απαγορεύεται να γίνεται διπλό Μυστήριο (Γάμου - Βαπτίσεως), υπό το φόβο της οικονομικής κρίσεως, δεν δέχονται να βαπτισθούν τα παιδιά τους με τρεις πλήρεις καταδύσεις, υπό το φόβο του πνιγμού, δεν δέχονται γενικώς όλα αυτά τα «ακραία, που λένε οι παπάδες» (περί προσευχής, νηστείας κλπ.), αλλά σίγουρα δέχονται τις αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου. Μα, μια τέτοια αποδοχή, από ένα τέτοιο «εκκλησιαστικό πλήρωμα», αποτελεί ένα ακόμη τεκμήριο όχι ορθοδοξίας και αληθείας των αποφάσεων της Συνόδου αυτής, αλλά αντιθέτως κακοδοξίας και ψεύδους! Αποτελεί, επίσης, τεκμήριο εκκοσμικεύσεως και αποστασίας των χριστιανών, του εκκλησιαστικού πληρώματος (γεγονός μάλιστα που υποδηλώνει τον σύντομο - ο Θεός γνωρίζει πότε! - ερχομό του Αντιχρίστου).

ΙΗ. Στο προτελευταίο κεφάλαιο του κειμένου του («Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὸ Π.Σ.Ε.») ο Σ. αποτιμά ως θετική την συμμετοχή των επισήμων Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), μιας και θεωρεί πως όχι μόνο εξυπηρετείται τοιουτοτρόπως η προσπάθεια για την «ὁρατὴ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν μὲ μία κοινὴ πίστη καὶ μία Θ. Εὐχαριστία», αλλά δεν διακυβεύεται στο ελάχιστο η εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Μάταιος όμως είναι ο κόπος του Σ. να υπερμαχήσει τόσο υπέρ της υπάρξεως του Π.Σ.Ε. όσο και της ακινδύνου δήθεν, για την εκκλησιολογική της αυτοσυνειδησία, συμμετοχής σε αυτό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού το πρόβλημα βρίσκεται αλλού! Δεν μας απασχολεί τους Ορθοδόξους το τί είναι και τί πιστεύει το Π.Σ.Ε. ή το αν αφήνει την Ορθόδοξη Εκκλησία να πιστεύει αυτό που θέλει. Το πρόβλημα είναι πως συμμετέχοντας η Ορθόδοξη Εκκλησία σε ένα συλλογικό όργανο που περιλαμβάνει ομάδες που βλασφημούν τον Πνεύμα το Άγιον (δια των αιρέσεών των), αναγνωρίζει, εν τη πράξη, ξεκάθαρα την εκκλησιαστικότητα των ομάδων αυτών (παρά την περί αντιθέτου ομολογία, εν τοις λόγοις) και αυτό γίνεται φανερό και από το γεγονός πως δεν αρκούνται στους μετ’ αυτών διαλόγους, αλλά συμμετέχουν και σε λειτουργικές τελετές!

Πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό πως δεν βρισκόμαστε στο 1920 ή στο 1937. Έχει προηγηθεί πλέον ένας αιώνας Οικουμενισμού και γνωρίζουμε καλώς, αυτό που ελάχιστοι εκ των ημετέρων συνειδητοποιούσαν τότε. Ένας από αυτούς, ο σοφός Μητροπολίτης Κορυτσάς Ευλόγιος Κουρίλας[219], γράφει σοκαρισμένος μετά το Συνέδριο του Π.Σ.Ε. στο Έβανστον (1954) μεταξύ άλλων και τα εξής: «Δυστυχῶς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ λόγους πολιτικοὺς μᾶλλον ἀκολουθεῖ τὴν τετριμένην εἰς τὰ συνέδρια ὁδὸν ἀπὸ τοῦ Μελετίου Μεταξάκη καὶ ἑξῆς, οὕτινος τὸ κῦρος πάντοτε ἐπικαλεῖται… Ἡ Ἐγκύκλιος ὅμως τῆς 31-1-1952[220], ἣν ἔδει νὰ ἔχωσιν ὑπόψιν αἱ ἀντιπροσωπεῖαι, ὡς θὰ ἵδωμεν, ἔμεινεν νεκρὸν γράμμα καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀπλῶς παρατηρηταὶ οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ λαμβάνουσι τὸν λόγον εἰς τὰς συζητήσεις, καταθέτουσι γνώμας, καὶ δὴ ἠγοῦνται εἰς τὰς πομπάς – πρὸς διαπόμπευσιν, ἐπιτραπήτω νὰ εἴπω, τῆς Ὀρθοδοξίας - ἐν ἐπισήμῳ στολῇ. Παίζεται δυστυχῶς μία συμπαιγνία εἰς βάρος τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, οὐ μόνον τὸ συμπροσεύχεσθαι μετὰ αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων: «Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἢ διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον ἀφοριζέσθω…» (Ἀποστ. καν. με΄), αλλὰ καὶ τὸ συντρώγειν κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων πατέρων. Καὶ ὅμως οὐδεὶς δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς κανόνας. Ἰδοῦ πῶςˑ «Ἥρχισε τὰς ἐργασίες… ἐν Ἔβανστον (ἡ γεν. Συνέλεσις) διὰ κοινῆς θρησκευτικῆς τελετῆς εἰς τὴν Α΄ Μεθοδιστικὴν Ἐκκλησίαν. Θρησκευτικοὶ ἀρχηγοὶ καὶ μέλη τοῦ συνεδρίου συνεκεντρώθησαν μὲ τὰς λαμπρὰς στολὰς καὶ τὰ διάσημά των ἀντιπροσωπεύοντες 170 ἑκατ. Προτεσταντῶν καὶ ὀρθοδόξων πιστῶν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ κόσμου καὶ ψάλλοντες ὁμοῦ: «έν Χριστῷ οὐκ ἔνι Ἀνατολὴ ἢ Δύσις»» (Ἀπόστ. Ἀνδρ. 26-8-1954). Ἱερὰ ἀγανάκτησις συνέχει με διὰ τὸ κατάφορον ψεῦδος καὶ τὴν παρωδίαν τοῦ ἀποστολικοῦ ῥητοῦ. … Νὰ ὀνομάσω προδοσίαν τὸ πρᾶγμα! «καὶ φημὶ κ᾿ ἀπόφημι κοὔκ ἔχω τὶ φῶ!». Καλῶς ἐποίησαν οἱ Ῥῶσοι μὴ συμμετασχόντες, διότι ὡς μοὶ γράφει τις ἐκ τῶν δοκίμων κληρικῶν τῆς ἐν διασπορᾷ Ῥωσ. Ἐκκλησίας «ἐπίσημος συμμετοχὴ σημαίνει ἀναγνώρισιν ὑπάρξεων Ἐκκλησιῶν καὶ ἄρνησιν τοῦ ἐνιαίου τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ παγκόσμιον συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν (ἅπερ συγκαλεῖ τὰ συνέδρια) ἀποτελεῖ ὑπερεκκλησίαν καὶ ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Καθολικὴ Ἐκκλησία συμμετέχουσα καταβιβάζεται εἰς τὸ ἐπίπεδον τελευταίας προτεσταντικῆς κακοδόξου αἱρέσεως (ὅπως οἱ Βαπτισταὶ κλπ.)» καὶ ἐπάγεται ὁ εὐσεβὴς ἐπιστήμων: «Δημιουργεῖται τοιουτοτρόπως κολοσσιαία σύγχυσις πρὸς βλάβην τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς πραγματικῆς ἐνώσεως τῶν χριστιανῶν «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Διὰ τοιούτους σοβαροὺς λόγους καὶ οἱ τοῦ ἐξωτερικοῦ Ρώσοι ἀπέφυγον νὰ λάβουν μέρος… «Ἐν Χριστῷ οὐκ ἔνι Ἀνατολὴ καὶ Δύσις», ἡ τοῦ ρητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος, οὐδὲ Ἕλλην… πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ΄, 28) αὕτη παρωδία ἐλέγχθη, πρὸς Θεοῦ! διὰ τοιαύτην ἕνωσιν; Διατὶ θέλουν νὰ παρασύρουν καὶ νὰ ἐξαπατήσουν τὸν κόσμον, ὅτι συνετελέσθη ἡ ἕνωσις καὶ οὐδεμία πλεόν ὑπάρχει διαφορά; Εἴτα, ὅπως κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν πομπήν -ἱερὰν δὲ ἀπεκάλεσαν-1800 σύνεδροι ἐν χορῷ ἔψαλλον «Ὁ Χριστός, ἡ ἐλπὶς τοῦ κόσμου»ˑ εἶναι πράγματι ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν, τῶν διαφωνούντων in capite et in membris, ὁ Χριστός; Καὶ εἰς τὴν πομπὴν ταύτην «προηγοῦντο οἱ πέντε πρόεδροι τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου», ὧν πρῶτος ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θυατείρων κ. Ἀθηναγόρας, ὁ ἐν μέρει καὶ ἐν τῷ συνόλῳ «μεταμορφωμένος» αὐτὸς Κερκυραῖος! Πῶς δὲν εὐρέθῃ χριστιανός τις νὰ ἐπιτάξῃ αὐτῷ τὸν φοβερὸν ἐξορικισμόν: «ἀποτάσσῃ τῷ Σατανᾷ… καὶ πάσῃ τῇ λατρείᾳ αὐτοῦ καὶ πάσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ;»»[221].

Ο Σ. γράφει βέβαια (σελ. 82) πως «μὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συνῆλθε τὸ 1988 Διορθόδοξος Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε τὴ μὴ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων σὲ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις», αλλά αυτή η απόφαση, για όποιον παρακολουθεί την «Οικουμενική Κίνηση», έμεινε όχι μόνο κενό γράμμα, αλλά μάλλον ερμηνεύτηκε αντιθέτως, ήτοι ως εντολή να εντείνουν τις λατρευτικές εκδηλώσεις! Ειδάλλως πως μπορεί να εξηγηθεί το αίσχος της Κανμπέρας, τρία χρόνια μετά (Ζ΄ Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε., 1991), στην οποία, τη μία στιγμή, οι Αυστραλίας Στυλιανός Χαρκιανάκης και Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης πρωτοστατούσαν στην απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως και της Κυριακής Προσευχής αντίστοιχα, μαζί με όλα τα μέλη του Συνεδρίου, ενώ την άλλη, η Νοτιοκορεάτισα «θεολόγος» Chung Hyun Kyung, με δική της προσευχή, καλούσε δήθεν μεταξύ των πνευμάτων του Ουρία, της Ζαν Ντ᾿ Αρκ, του Μαχάτμα Γκάντι, του νερού, της γης και του αέρος, και άλλων πνευμάτων και αυτό το πνεύμα του «απελευθερωτή, του αδελφού μας Ιησού»[222]. Και το αποκορύφωμα; Η κοινή λιτανεία των συνέδρων, με προεξάρχουσα μια λαμπαδηφόρο «ιέρεια», όπισθεν της οποίας ακολουθούσαν και οι ορθόδοξοι (;) επίσκοποι.

ΙΘ. Συνεχίζοντας ο Σ. αναφέρεται στην κεντρική εκκλησιολογική ιδέα της λεγόμενης «Δήλωσης του Τορόντο», η οποία «Δήλωση» μάλιστα έτυχε αναγνωρίσεως από την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης[223]. Η εκκλησιολογική αυτή ιδέα συνοψίζεται στην εξής φράση: «Αἱ Ἐκκλησίαι – μέλη (σ. ημ. του Π.Σ.Ε.) ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ἢ τὸ ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας». Ο Σ. ισχυρίζεται πως η φράση αυτή παρερμηνεύεται από επικριτές του κειμένου και πως η ίδια η «Δήλωση» σε άλλο σημείο γράφει ξεκάθαρα πως «τὸ Π.Σ.Ε. δὲν εἶναι ὁμοσπονδία Ἐκκλησιῶν» και πως «τὸ εἶναι μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ θεωρῇ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας – μέλη ὡς Ἐκκλησίαν ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως». Για να καταλήξει ο σεβαστός Σ.: «Ἀφοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲ θεωρεῖ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς Ἐκκλησίες «ἐν τῇ πλήρει καὶ ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως», πῶς μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ Ὑπέρ-Ἐκκλησία ἢ ἡ Ὁμοσπονδία τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θὰ ἦταν μέλος;».

Δεν γνωρίζω ποιους επικριτές του κειμένου έχει υπόψιν του ο Σ. και τί είδους κριτική έχουν κάνει, γιατί καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε να πούμε ότι όλες οι κριτικές είναι επιτυχημένες (πολλές μάλιστα με τα έωλα επιχειρήματά τους δίνουν στήριγμα στην αίρεση). Εδώ όμως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Το Π.Σ.Ε. (διά της παραπάνω «Δηλώσεως»), η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης (διά της επίσημης αποδοχής της «Δηλώσεως» αυτής), αλλά και ο ίδιος ο Σ. (όπως φαίνεται από την ερμηνεία που δίνει αμέσως μετά προσπαθώντας να στηριχθεί στους Πατέρες) αποδέχονται πως υπάρχει μία Εκκλησία (την ονομάζουν «Εκκλησία του Χριστού») που περιλαμβάνει τις διάφορες Εκκλησίες (ορθόδοξη και ετερόδοξες), η οποία όμως «Εκκλησία» αυτή (ή «Νέα Εκκλησία», όπως την ονομάζουμε εμείς) ακόμη δεν υφίσταται ορατώς!

Ο Δρ. Θ. κ. Ιωάννης Λότσιος (υπέρμαχος της «Αγίας και Μεγάλης» Συνόδου) αναλύοντας την «Δήλωση» γράφει μεταξύ άλλων και τα εξής (υπογρ. ημ.): «Η αποτίμηση της «Δήλωσης του Τορόντο» θα γίνει στα εξής βασικά σημεία, που αναφέρονται στην εκκλησιολογική προοπτική του ΠΣΕ: Α) Στον τονισμό ανάμεσα στην διαίρεση των χριστιανών, δηλαδή στην οικουμενική προοπτική, αναγνωρίζεται η εν Χριστώ αόρατη ενότητα και η ορατή διαίρεση. …Μια άλλη εξίσου σημαντική αλλά θεμελιώδης λεπτομέρεια της δήλωσης του Τορόντο είναι η αναγνώριση των εκκλησιαστικών στοιχείων και των παραδόσεων. Αυτά τα στοιχεία προσφέρουν μέσα στο οικουμενικό πλαίσιο τον δεσμό κάποιας μορφής ενότητας και μιας απλής κοινωνίας. Έτσι οι επιμέρους εκκλησίες και ομολογίες, αναγνωρίζουν στοιχεία αληθείας στις άλλες εκκλησίες. Πρόκειται για μια αμοιβαία αναγνώριση που έχει σαν στόχο την πλήρη αλήθεια και ενότητα. …με την αμοιβαία αυτή αποδοχή επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει μια ατελής κοινωνία και ενότητα μεταξύ των εκκλησιών, οι οποίες καλούνται να την βελτιώσουν σε ορατό επίπεδο»[224]. 
Αυτός ο σκοπός για την επίτευξη της «ορατής ενότητος» είναι φανερός σε όλα κείμενα του Π.Σ.Ε.[225].

Επομένως ματαίως ο Σ., επικαλείται τα γραφόμενα στο σχετικό κείμενο της Ψευδοσυνόδου (βασισμένα στην παραπάνω «Δήλωση»), πως «τό Π.Σ.Ε. δέν εἶναι καί ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νά καταστῇ ὑπέρ-Ἐκκλησία». Το Π.Σ.Ε. με την διακήρυξή του ότι αγωνίζεται για την «ορατή ενότητα» σαφώς και θα καταστεί ένα είδος «Υπερεκκλησίας» («Πανεκκλησίας» πιο σωστά και όχι «Υπερεκκλησίας» με την έννοια ότι είναι έξω και πάνω από τις εκκλησίες-μέλη του) όταν αυτή επιτευχθεί. Γι’ αυτό και εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε πως το Π.Σ.Ε. αν και δεν αποτελεί αυτή την στιγμή μια «Πανεκκλησία» - διότι δεν έχει διακηρυχθεί επισήμως η περίφημη «ορατή ενότητα» και το «Κοινό Ποτήριο» -, ξεκάθαρα οδεύει προς τα εκεί. Άλλωστε ήδη, κατά το κείμενο του CUV, «στο βαθμό που οι εκκλησίες-μέλη μοιράζονται το ένα βάπτισμα και την ομολογία στον Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, μπορούμε ακόμη να πούμε (χρησιμοποιώντας τα λόγια του Διατάγματος για τον Οικουμενισμό της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου) ότι μία «πραγματική, αν και ατελής κοινωνία» υπάρχει ήδη μεταξύ τους»[226]. 
Γι’ αυτό και το Π.Σ.Ε. ο αείμνηστος Καθηγητής Θεολογίας Ανδρέας Θεοδώρου το ονόμαζε «ἕν εἶδος οἰκουμενικῆς ᾿Εκκλησίας συνερχομένης ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ λατρευούσης ἀπὸ κοινοῦ τὸν Κύριον καὶ Δεσπότην τῶν ἁπάντων»[227]. Η «Νέα Εκκλησία» λοιπόν υφίσταται ήδη, έστω και ατύπως, και αναμένεται στο μέλλον η επισημοποίησή της διά της διακηρύξεως και της «ορατής ενότητός» της,
Κ. Προχωρώντας ο Σ. προβαίνει σε έναν ατυχέστατο παραλληλισμό. Για να δικαιώσει την οικουμενιστική θέση (και οικουμενιστικώς ερμηνευομένη) περί Χριστιανών εκτός των ορίων (extra muros) της Εκκλησίας του Χριστού, χρησιμοποιεί κάποια αποσπάσματα Αγίων Πατέρων, τα οποία όμως έχουν άλλη ανάγνωση από αυτήν που προτείνει ο Σ.. Αρχικώς τα υπό του Αγίου Ιουστίνου γραφόμενα, για τους προ Χριστού Χριστιανούς[228], όπως τον Αβραάμ και τους άλλους Εβραίους Προπάτορες ή τον Σωκράτη, από τους Έλληνες, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στήριγμα στον καθησυχαστικό λόγο που κακώς αρθρώνουν οι Οικουμενιστές προς τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούςΧριστιανούς, οι οποίοι, διά του λόγου αυτού, προτρέπονται από τους πρώτους να παραμείνουν στην αίρεση και την πλάνη.

Αλλά και τα υπό του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου γραφόμενα, δεν ευνοούν στην πραγματικότητα την οικουμενιστική θεώρηση. Ο Άγιος στον Επιτάφιο Λόγο του προς τον πατέρα του και αναφερόμενος σε αυτόν γράφει[229] πως ήταν «ἡμέτερος» (κατά τον τρόπο ζωής) και πριν γίνει «δικός μας», γι᾿ αυτό και ο Θεός τον αντάμειψε δίνοντάς του ως ανταμοιβή την Ορθή Πίστη! Έτσι λοιπόν, «ὅσοι τῷ τρόπῳ τὴν πίστιν φθάνουσι, καὶ δέονται τοῦ ὀνόματος, τὸ ἔργον ἔχοντες», αυτήν την ανταμοιβή λαμβάνουν από τον Θεό, σε αντίθεση με την ψυχοκτόνο επανάπαυση, δηλαδή την «ανταμοιβή» που θέλουν να τους προσφέρουν οι Οικουμενιστές εμποδίζοντάς τους να προσέλθουν στην Εκκλησία και να αποκτήσουν την Ορθή Πίστη.

Περί της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος εκτός Εκκλησίας, κατά την διδασκαλία των Αγίων (όπως του Αγίου Μαξίμου και του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού), καθώς και με ποιο τρόπο δρα η Θεία Χάρις, έγινε λόγος παραπάνω[230]. Γράφει όμως ο Σ.: «Τὸ νὰ θεωρεῖ ὅμως κάποιος, ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν Χριστιανοί, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τοὺς θεωρεῖ ἤδη σεσωσμένους; Ὄχι βέβαια! Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ οὔτε καὶ γιὰ τοὺς ἐντὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους». Επομένως κατά τον Σ. δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε intra και extra muros της Εκκλησίας Χριστιανούς, αφού είτε είναι κανείς εντός Εκκλησίας, είτε είναι εκτός, έχει τις ίδιες πιθανότητες σωτηρίας! Ιδού πως πέφτει η μάσκα της Ορθοδοξίας και αποκαλύπτεται η πεμπτουσία του Οικουμενισμού, ο οποίος ουσιαστικά μάχεται την Εκκλησία του Χριστού, ως αποκλειστικής Κιβωτού της σωτηρίας!



(ΕΠΕΤΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ)



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

[213] «Περί τῶν μικτῶν γάμων Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων καί μή Χριστιανῶν ἤχθηεἰς τήν ἀπόφασιν, ὅπως i. ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων κωλύεται κατάκανονικήν ἀκρίβειαν (κανών 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου). ii. Ἡ δυνατότηςἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας ὡς πρός τά κωλύματα γάμου δέον ὅπωςνά ἀντιμετωπίζεται ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἑκάστης αὐτοκεφάλου ὈρθοδόξουἘκκλησίας, συμφώνως πρός τάς ἀρχάς τῶν ἱερῶν κανόνων, ἐν πνεύματι ποιμαντικῆςδιακρίσεως, ἐπί τῷ σκοπῷ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. iii. ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μετά μή χριστιανῶν κωλύεται ἀπολύτως κατά κανονικήν ἀκρίβειαν» (ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ, https://www.holycouncil.org/-/marriage).
[214] Ο Άγιος Νικόδημος, στην Υποσημείωσή του στον ΜΣΤ΄ Αποστολικό Κανόνα, παρατηρεί: «Ἡ οἰκονομία γὰρ ἔχει μέτρα καὶ ὅρια, καὶ δὲν εἶναι παντοτινὴ καὶ ἀόριστος. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας λέγει: «Ὁ κατ᾿ οἰκονομίαν ποιῶν τι, οὐχ ὡς ἁπλῶς καλὸν τοῦτο ποιεῖ, ἀλλ᾿ ὡς πρὸς καιρὸν χρειῶδες» (ἐρμηνεία εἰς τὸ ε΄. 11 τῆς πρὸς Γαλάτ.)ˑ ἱκανῶς ᾠκονομήσαμεν, λέγει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ἐν τῷ πρὸς Ἀθαν. ἐγκωμίῳ, μήτε τὸ ἀλλότριον προσλαμβάνοντες, καὶ τὸ ἡμέτερον φθείροντες, ὃ κακῶν ὄντως ἐστὶν οἰκονόμων… «Οἰκονομητέον γὰρ ἔνθα μὴ παρανομητέον», λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος… Ὥστε τῆς οἰκονομίας παρελθούσης, ἡ ἀκρίβεια, καὶ οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες πρέπει νὰ ἔχουν τὸν τόπον τους» (Πηδάλιον, ό.π., σελ. 57-58).
[215] Γάμος (χριστιανών) με πράξη μουσουλμάνου ιεροδικαστή (Εμμανουήλ Κριαρά, Επιτομή Λεξικούης Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), http://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/kriaras/index.html).
[216] Καλλινίκου Δελικάνη, Πατριαρχικών εγγράφων, τόμος γ΄, Κωνσταντινούπολη, 1905, σελ. 683-684.
[217] «Φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ἔβλεπε εὐκρινέστερα τὰ πράγματα ἀπὸ ὅλους, ὅσοι ἀπὸ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν θεσμὸ δὲν ἐντοπίζαμε τὰ διαπραττόμενα λάθη. Τώρα ἀκολουθοῦμε τὴν γραμμὴ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, καὶ λυπούμαστε γιὰ τοὺς καλοὺς κάποτε μαθητάς του καὶ τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία ποὺ ἀκολουθοῦν ἀντίθετη πρὸς τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο καὶ τοὺς λοιποὺς Ἁγίους πορεία, συμπορευόμενοι στὸν οἰκουμενιστικὸ κατήφορο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας» (π. Θεόδωρος Ζήσης, Η παλαιά συνεργασία μου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, http://www.katanixis.gr/2017/09/blog-post_48.html).
[218] Μάθημα Ποιμαντικής, ό.π., σελ. 110.
[219] Ο μακαριστός Ευλόγιος Κουρίλας είχε συμμετάσχει στο Συνέδριο του Εδιμβούργου, που είχε οργανώσει η, προδρομική του Π.Σ.Ε., οργάνωση «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order) το 1937 και είχε αντιδράσει στις, από τότε κιόλας, τελούμενες συμπροσευχές.
[220] Αναφέρεται στην Εγκύκλιο του 1952 που εξαπέλυσε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και στην οποία συνιστούσε στους ορθοδόξους αντιπροσώπους στα Συνέδρια του Π.Σ.Ε. να είναι «ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐφεκτικοὶ ἐν ταῖς λατρευτικαῖς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων συνάξεσιν, ὡς ἀντικειμέναις πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας (σ. ημ. ίσως για αυτό μετά να επιδίωξαν αναθεώρηση των Ιερών Κανόνων!) καὶ ἀμβλυνούσαις τὴν ὁμολογιακὴν εὐθιξίαν τῶν Ὀρθοδόξων» (Ιωάννου Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμ. ΙΙ, ό.π., σελ. 962-963). Βεβαίως ο πρώτος που κατεπάτησε αυτήν την Εγκύκλιο ήταν αυτός ο ίδιος ο Αθηναγόρας. Από τότε χρονολογείται η διγλωσσία των Οικουμενιστών, οι οποίοι στα λόγια μόνον είναι Ορθόδοξοι…
[221] Κορυτσάς Ευλογίου Κουρίλα, Η Χίμαιρα του Έβανστον: Η παγιδευθείσα Ορθοδοξία και η χαλκευθείσα ψευδοένωσις των Εκκλησιών στο Αγιορετική Βιβλιοθήκη, έτος ΙΘ΄[1954], σελ. 265-271.
[222] Διαβάστε το κείμενό της, με τίτλο «Welcome the Spirit; hear her cries» για να φρίξετε: (http://web.archive.org/web/20060104021822/http://cta-usa.org/foundationdocs/foundhyunkyung.html).
[223] ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ…, ό.π., §19.
[224] ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ-ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΣΗΝ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ (https://panorthodoxcemes.blogspot.gr/2016/05/blog-post_24.html).
[225] Αρκεί να αναγνώσει κανείς το περίφημο κείμενο CUV [1998] («Προς μία κοινή κατανόηση και ένα κοινό οραματισμό του ΠΣΕ» - Towards a Common Understanding and Vision of the World Council of Churches=CUV: http://www.oikoumene.org/en/resources/documents/assembly/2006-porto-alegre/3-preparatory-and-background-documents/common-understanding-and-vision-of-the-wcc-cuv).
[226] Αυτόθι §3.3 (μετάφραση ημέτερη). Το πρωτότυπο απόσπασμα: «To the extent that the member churches share the one baptism and the confession of Jesus Christ as God and Saviour, it can even be said (using the words of the Decree on Ecumenism of the Second Vatican Council) that a "real, even though imperfect communion" exists between them already now».
[227] Άρθρο με τίτλο «Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις» στην εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, αρ. 155, 1 Φεβρουαρίου 1972.
[228] Ο Άγιος Ιουστίνος, όπως φαίνεται και από την φράση την οποία παρέλειψε ο Σ. (στο σημείο με τις τελίτσες…), χρησιμοποιεί τον όρο «Χριστιανοί» (για όσους έζησαν σύμφωνα με τον Λόγο, όπως γράφει), σε αντίθεση με τον όρο «άχρηστοι» (όπως αποκαλεί τους άνευ του Λόγου βιώσαντες). Ολοκληρωμένο το απόσπασμα έχει ως εξής: «ὥστε καὶ οἱ προγενόμενοι ἄνευ λόγου βιώσαντες, ἄχρηστοι καὶ ἐχθροὶ τῷ Χριστῷ ἦσαν καὶ φονεῖς τῶν μετὰ λόγου βιούντων· οἱ δὲ μετὰ λόγου βιώσαντες καὶ βιοῦντες Χριστιανοὶ καὶ ἄφοβοι καὶ ἀτάραχοι ὑπάρχουσι».
[229] Ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα (προσοχή στην υπογραμμισμένη φράση!): «Ἐκεῖνος καὶ πρὸ τῆς ἡμετέρας αὐλῆς ἦν ἡμέτερος∙ εἰσεποίει γὰρ αὐτὸν ἡμῖν ὁ τρόπος. Ὥσπερ γὰρ πολλοὶ τῶν ἡμετέρων οὐ μεθ᾿ ἡμῶν εἰσιν, οὓς ὁ βίος ἀλλοτριοῖ τοῦ κοινοῦ σώματος∙ οὕτω πολλοὶ τῶν ἔξωθεν πρὸς ἡμῶν, ὅσοι τῷ τρόπῳ τὴν πίστιν φθάνουσι, καὶ δέονται τοῦ ὀνόματος, τὸ ἔργον ἔχοντες. Τούτων καὶ ὁ ἐμὸς ἦν πατὴρ, πτόρθος ἀλλότριος, τῷ βίῳ πρὸς ἡμᾶς ἐπικλίνων. Σωφροσύνῃ μέν γε τοσοῦτον διήνεγκεν, ὥστε ὁ αὐτὸς ἐρασμιώτατός τε ἅμα γενέσθαι καὶ κοσμιώτατος∙ ἃ χαλεπὸν ἀμφότερα συνδραμεῖν. Δικαιοσύνης δὲ τί μεῖζον γνώρισμα καὶ περιφανέστερον, ἢ ὅτι πολιτείας οὐ τὰ δεύτερα ἐσχηκώς, οὐδὲ μιᾷ δραχμῇ πλείω τὴν οὐσίαν πεποίηκε, καίτοιγε τοὺς ἄλλους ὁρῶν τὰς Βριάρεω χεῖρας ἐπιβάλλοντας τοῖς δημοσίοις, καὶ τοῖς κακοῖς πόροις φλεγμαίνοντας; οὕτω γὰρ ἐγὼ καλῶ τὴν ἄδικον εὐπορίαν. Φρονήσεως δὲ, μικρὰ μὲν οὐδὲ ταῦτα γνωρίσματα, δηλώσει δὲ τὰ πλείω προϊὼν ὁ λόγος. Τούτων καὶ μισθὸν, οἶμαι, τὴν πίστιν ἠνέγκατο. Τὸ δὲ ὅπως (οὐδὲ γὰρ ἄξιον σιωπᾶσθαι πρᾶγμα τοσοῦτον), αὐτοὶ παραστήσωμεν» (P.G. 35, 992).
[230] §ζ2, ii.

ΠΗΓΗ

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Τότε οι Βατοπεδινοί αντιστέκονταν, τώρα ;;


Ὅσιος Εὐθύμιος ἡγούμενος Βατοπεδίου
καὶ οἱ δώδεκα μοναχοὶ Βατοπεδινοί

4 Ιανουαρίου 

«Οὐκ ἐνέδωκαν τῇ δειλίᾳ, ἀλλ’ ἀντέστησαν γενναίως»

Ο οσιομάρτυρας Ευθύμιος και οι δώδεκα μοναχοί της Μονής Βατοπεδίου, μαρτύρησαν το 1280 κατά τον διωγμό στο Άγιο Όρος, από τους φιλοπαπικούς, τον βασιλιά Μιχαήλ Παλαιολόγο και Πατριάρχη Ιωάννη Βέκκο.


Την εποχή του Πάπα Ουρβανού Δ΄ (1263) και του διαδόχου του Κλήμεντος Δ΄ (1267) ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Παλαιολόγος άρχισε να διαπραγματεύεται για την ένωση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με τη Δυτική. Ο Πάπας Κλήμης Δ΄ έστειλε στην Κωνσταντινούπολη προς υπογραφή τους όρους της ενώσεως, στους οποίους μεταξύ άλλων ο Πάπας εθεωρείτο ως δικαιούμενος από τον Θεό να κρίνει και να αποφασίζει οριστικά για κάθε δογματικό ζήτημα ή άλλη εκκλησιαστική διαφωνία. Έτσι ο Πάπας αναδεικνυόταν σε υπέρτατη εκκλησιαστική εξουσία, οι δε Σύνοδοι, Τοπικές ή Οικουμενικές, εκμηδενίζονταν. Το ζήτημα όμως, λόγω πατριαρχικών ανωμαλιών δεν προχώρησε και ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να ενεργήσει μόνος.

Οι διαπραγματεύσεις επαναλήφθηκαν το έτος 1273, όταν προχειρίσθηκε Πάπας ο Γρηγόριος ο Ι΄, ο οποίος δήλωσε ότι δέχεται το ζήτημα της ενώσεως να συζητηθεί σε Σύνοδο, η οποία ορίσθηκε να συνέλθει στην πόλη Λυών της Γαλλίας. Ο βασιλεύς δήλωσε στους απεσταλμένους του Πάπα, ότι δέχεται την πρόταση και θα αποστείλει πρέσβεις επιτετραμμένους στη Σύνοδο, αλλά ο Πατριάρχης Ιωσήφ αντιστάθηκε και διαμαρτυρήθηκε έντονα, ότι ποτέ δεν θα ήθελε να υπογράψει ένωση με τον Πάπα που θα αναγνώριζε σε αυτόν έξω από τις ιεράς παραδόσεως και των εκκλησιαστικών θεσμίων τέτοια εξουσία.

Ο βασιλεύς εξοργίσθηκε. Μη τολμών να αγγίσει τον Πατριάρχη προέβη σε φοβερό διωγμό των λοιπών, άλλους βασάνισε και άλλους εξόρισε. Και επειδή όλοι οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως ετάχθησαν κατά της ενώσεως, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ, τυφλωμένος από την αμαρτία και το πείσμα, δήλωσε ότι, επειδή αυτός είχε ανακτήσει την Πόλη από τους Φράγκους, εδικαιούτο να είναι ιδιοκτήτης της και ζήτησε από τον λαό να του καταβάλουν ενοίκιο για τις κατοικίες τους.

Η απαίτηση αυτή και τα βίαια μέτρα έκαναν πολλούς από τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως να φύγουν σε χώρες έξω από την δικαιοδοσία του αυτοκράτορα, άλλους δε να αποσυρθούν στην επαρχία, όπου διοργάνωσαν ένοπλα σώματα κατά της αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας.

Παρ’ όλα αυτά βασιλικοί απεσταλμένοι μετέβησαν στη Σύνοδο της Λυώνος και υπέγραψαν τις παπικές προτάσεις περί ενώσεως, απεδέχθησαν δηλαδή την προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, και αναγνώρισαν την κυριαρχία του Πάπα και το δικαίωμά του να μνημονεύεται από τον Πατριάρχη, όταν αυτός θα λειτουργούσε.

Ο Πατριάρχης Ιωσήφ αντιστάθηκε στο ζήτημα της ενώσεως και υπέβαλε την παραίτησή του. Έτσι, τον Μάιο του 1275, Πατριάρχης έγινε ο έως τότε Χαρτοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας Ιωάννης Βέκκος.

Όμως, ο λαός, ο κλήρος και οι μοναχοί αρνούνταν να δεχθούν αυτή την ένωση, την οποία απέκρουαν και η αδελφή του αυτοκράτορα Ευλογία, ο τότε άρχοντας της Ηπείρου Νικηφόρος, ο αδελφός του αυτοκράτορα Ιωάννης, δούκας των νέων Πατρών και άλλοι συγγενείς του βασιλέως.

Δυστυχώς οι πιέσεις και οι εκβιασμοί για την ένωση συνεχίστηκαν με τα πλέον τυραννικά μέσα και τον διωγμό κατά των υπερασπιστών της ορθοδόξου πίστεως. Στη μεγάλη αυτή μάχη δεν έμεινε αμέτοχο το Άγιον Όρος. Η Μονή Βατοπεδίου διαμαρτυρήθηκε τολμηρά κατά του βασιλέως και του Πατριάρχου. Κατεδίωξαν, λοιπόν, τους μοναχούς κατά τον κινηθέντα κατά του Αγίου Όρους διωγμό το έτος 1280, άλλους βασάνισαν, τον δε Ηγούμενο της Μονής Ευθύμιο έπνιξαν στην θάλασσα, ενώ δώδεκα άλλους μοναχούς τους απαγχόνισαν.

Οσιομάρτυς Ευθύμιος και οι 12 Βατοπαιδινοί

(+1279/80, 4 Ιανουαρίου)



Ο όσιος Ευθύμιος διετέλεσε ηγούμενος κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνος της μονής Βατοπαιδίου σε μιά κρίσιμη περίοδο για την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Αγίου Όρους. Μετά τη σύνοδο της Λυών το 1274, όπου υποστηρίχθηκε η ένωση των Εκκλησιών, οι λατινόφρονες απεσταλμένοι του αυτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου (1259-1282) και του πατριάρχου Ιωάννου ΙΑ΄ Βέκκου (1275-1282), θέλησαν να πείσουν τους Αγιορείτες μοναχούς για τα αιρετικά δόγματα. Τούτο συνέβη περί το 1279/1280. Δυστυχώς ορισμένοι ερευνητές αμφισβητούν τα γεγονότα και τα συγχύζουν με κατοπινά, αποδίδοντάς τα στους Καταλανούς.

Ο όσιος Ευθύμιος «εχόμενος στερρώς των ορθοδόξων παραδόσεων ήλεγξε τους λατινόφρονας». Γι’ αυτό, κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «δεθείς με άλυσιν, κατεποντίσθη υπ’ αυτών εν τη θαλάσση του Καλαμιτζίου». Κατά δε τον Μανουήλ Γεδεών, «Ευθύμιον δε τον ηγούμενον δήσαντες αλύσει πέραν της θαλάσσης εις το παραθαλάσσιον, Καλλαμίτζιον καλούμενον, επάνω υφάλου πέτρας εάσαντες απεπνίγη ο αοίδιμος».

Οι δώδεκα ομόφρονες μαθητές και υποτακτικοί του γενναίου ηγουμένου τους είχαν κι αυτοί μαρτυρικό τέλος: Στη μονή Βατοπαιδίου οι «ασκούμενοι οσιώτατοι μοναχοί ουκ ενέδωκαν τη δειλία, ουδέ υπείξαν αλλ’ αντέστησαν γενναίως διελέγχοντες την αυτών παράνοιαν γραφιχ(κ)αίς αποδείξεσι. Διό και τη ενστάσει αυτών αισχυ(ν)θείς ο δυσεβής βασιλεύς, εκέλευσε πάντας αυτούς απαχθήναι εν γαιολόφω τινί έγγιστα που της Μονής, και ούτω διά της αγχόνης τον μακάριον υπέστησαν θάνατον οι μακάριοι ομολογηταί, απολαβόντες την μακαρίαν και αΐδιον ζωήν αντί της προσκαίρου· τα δε της Μονής πάντα, σκυλλεύσας και αφανίσας, ηρήμωσε, δώδεκα δε των ιερομονάχων λογίους, έξωθεν της μονής απηγχόνησεν… Και ούτως έλαβον πάντες ομού τον του μαρτυρίου στέφανον».


Για την ανθενωτική τους στάση, τους δώδεκα Βατοπαιδινούς πατέρες «έξω της μονής εν τω λόφω εκρέμασαν· έκτοτε και ο λόφος εκλήθη Φουρκοβούνι». Κατά δε τον Μέγα Συναξαριστή, όταν οι λατινόφρονες «ήλθον και εις την Μονήν του Βατοπαιδίου και αφού ουδέ εκεί έγιναν δεκτοί, ήρχισαν να κακοποιούν τους Μοναχούς, όσους συνέλαβον, διότι και πολλοί έφυγον. Συλλαβόντες δε εκεί τον προηγούμενον Άγιον Ευθύμιον και δώδεκα άλλους Μοναχούς, μετά διαφόρους κακώσεις και τυραννίας, τελευταίον απηγχόνισαν προς εκδίκησιν δήθεν της αληθείας την οποίαν έδειξαν εις το να μη ασπασθούν τα ξένα και αλλότρια δόγματα τα διά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν όλως απαράδεκτα».


Λεπτομερέστερη περιγραφή έχουμε σε κώδικα της μονής Βατοπαιδίου, όπου αναφέρεται πως μετά το μαρτύριο των Ιβηριτών πατέρων έχουμε το των Βατοπαιδινών: «Μετά ταύτα ήλθαν και εις το Βατοπαίδι και τα όμοια ηθέλησαν να κάμνουν. Ο δε ηγούμενος και οι συν αυτώ αδελφοί ήλεγξαν αυτών την αίρεσιν του τε βασιλέως και του πατριάρχου. Οι δε αιματοφάγοι εκείνοι λύκοι και όχι αμνοί επήραν τους μοναχούς έξω από το μοναστήρι και τους εκρέμασαν εις ένα βουνόν, το οποίον από τότες ωνομάσθη Φουρκοβούνι.
Τον δε ηγούμενον, Ευθύμιον το όνομά του, με άλλους ιβ΄ ιερομονάχους λογίους, οι οποίοι τους έλεγξαν κατά πρόσωπον ανδρειωμένα, τους μεν ιερομονάχους εκρέμασαν, τον δε ηγούμενον δένοντές τον με άλυσον επήγαν και τον άφησαν εις μίαν πέτραν της θαλάσσης πέραν εις το Καλαμίτζι, όπου απέχει από το μοναστήρι ως τρία μίλια και εκεί επνίγη και ούτως έλαβε τον στέφανον της ομολογίας αυτού. Το δε εξώσκαλον εκείνο από τότες το ονόμασαν του ηγουμένου σκαμνί. Και του μοναστηρίου τα τίποτοις όλα όσα και αν ευρήκαν τα εσήκωσαν και το ερήμωσαν παντελώς. Και μετά ημέρας τινάς παύοντας εκείνη η ταραχή ευγήκαν οι μοναχοί από τον λόγγον, εκείνοι όπου επρόφθασαν προτήτερα και έφυγαν και εγλύτωσαν τον θάνατον. Εύρισκον των κοπέντων πρώην τα κορμία εις την γην ερριμένα ανεπιμέλητα και νεκρά και με πολλά δάκρυα και θρήνους τα έθαπταν λέγοντες και τον ψαλμόν, το, ο Θεός ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν και τα λοιπά. Θάπτοντες τον κάθε ένα εκεί όπου τον εύρισκον. Ταύτα μεν έγιναν τον Οκτώμβριον μήναν εις τους 6953 χρόνους και ούτως έγινε το τέλος».
Σε άλλο κώδικα της μονής αναφέρεται: «Έστωντας και να ευρίσκετο η τοιαύτη μονή ευτυχισμένη και παντοίων αγαθών πλουτισμένη… επί της βασιλείας Μιχαήλ Παλαιολόγου και πατριαρχούντος Ιωάννου του επιλεγομένου Βέκκου, οι οποίοι καταδυναστευόμενοι από τους Βουλγάρους επήγαν εις την Ιταλίαν, ζητούντες βοήθειαν. Εκείνοι δε τους εζήτησαν να ενωθούν με αυτούς εις την πίστιν αυτοί και εσυγκοινώνησαν και επήραν βοήθειαν περισσήν και γυρίζοντες να έλθουν εις την Πόλιν, ήλθον εις το Άγιον Όρος…». Ακολουθεί η παραπάνω περιγραφή, που μάλλον αντεγράφη από τον παρόντα κώδικα.


Νεώτερος συγγραφέας αναφέρει: «Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου· Σταθμός αίματος και μαρτυρίου.


Όταν στην πρότασή τους να συνταχθούν όλοι οι Μοναχοί με την ένωση, αντιμετώπισαν έντονη την αντίδρασή τους, άρχισαν τα βασανιστήρια των πατέρων. Σώμα στρατιωτών δημίων, χωρίς καμιά αναστολή, επιδόθηκε σε ανήκουστα βασανιστήρια κατόπιν διαταγής. Για την ορθόδοξη πίστη το θεώρησαν τιμή τους να υποστούν το όποιο απάνθρωπο μαρτύριο. Και πιο μεγάλη τους τιμή, να χύσουν το αίμα τους για την Ορθοδοξία. Δώδεκα μοναχοί, γενναίοι ομολογητές, ήρωες και πρόμαχοι της Ορθοδοξίας, που αντιτάχθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα στην προδοσία της ανόθευτης διδασκαλίας του Χριστού μας».

Από το βιβλίο του Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

ΠΗΓΗ

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Πατέρες της Ρουμάνικης σκήτης «απαντούν» στον κακόδοξο Πατριάρχη μας .


Πατέρες της Ρουμάνικης σκήτης στο Άγιον όρος ,γράφουν επιγραμματικά για τις αιρέσεις
που θεσμοθέτησε η ψευτο-σύνοδος του Κολυμπαρίου είναι δε είναι μια εύστοχη απάντηση στα όσα ο Οικουμενικός είπε
σε Γεωργιανό Κανάλι .
Από τη μια η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας που στην τελευταία της συνεδρίαση για το τρέχον έτος ξεκαθάρισε πως “η ἐν λόγῳ Σύνοδος (Κρήτης) δεν δύναται να θεωρείται Πανορθόδοξη ούτε και οι αποφάσεις της ως δεσμευτικές για όλο το Ορθόδοξο πλήρωμα”.

Από την άλλη ο ίδιος ο Οικουμενικός σε συνέντευξή του σε τηλεοπτικό σταθμό της Γεωργίας αναφέρεται και στην ψευτο-σύνοδο του Κολυμπαρίου, και επιτίθεται με σφοδρότητα στους απόντες αξιώνοντας -παπικό τον τρόπο- μεταξύ άλλων να δεχτούν τις αποφάσεις της!

Επειδή μάλλον θεώρει ότι απευθύνεται
σε κρετίνους ας θυμηθούμε όσοι γνωρίζουμε
και όσοι δεν γνωρίζουμε ας ξεστραβωθούμε!

Ἀναφέροντας τὰ σημαντικότερα σημεῖα τῶν καταστρεπτικῶν ἀποφάσεων ποὺ ἐλήφθησαν στὴν Κρήτη ἔχουμε νὰ σημειώσουμε τὰ ἑξῆς:

1.) Ἀναγνωρίστηκε ἐπισήμως ἡ βαπτισματικὴ θεολογία (στὸ κείμενο γιὰ τὸν Γάμο), συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία θεωρεῖται ὡς ἔγκυρο τὸ“μυστήριο” ὅλων τῶν χριστιανῶν ποὺ ἔχουν “βαπτισθεῖ” στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀνεξαρτήτως δόγματος. Τοῦτο δηλαδὴ σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ “χριστιανοί” ἔχουν κοινὸ βάπτισμα. Παρεπόμενο εἶναι ὅτι ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀναγνωρίζονται ἡ ἱερωσύνη καὶ τὰ “μυστήρια” τῶν αἱρετικῶν ψευδοεκκλησιῶν.

2.) Στὸ ἴδιο κείμενο, κατὰ παράβασιν τῶν ἱερῶν κανόνων, ἐπιτρέπονται οἱ μικτοὶ γάμοι ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν, ὥστε ἐμμέσως νὰ ἀναγνωρίζεται ὁ ἐκκλησιαστικὸς χαρακτῆρας τῶν αἱρέσεων. Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ τὴν ἀπόλυτη καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεων ἀπαγόρευση τῶν ἱερῶν κανόνων (72ος τῆς πενθέκτης οἰκουμενικῆς Συνόδου) στὴν τέλεση τέτοιου εἴδους γάμων, ποὺ ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δὲν εἶναι κἄν γάμοι καὶ πρέπει νὰ διαλύονται.

3.) Ἀναγνωρίστηκε μία ἀπὸ τὶς βασικὲς κακοδοξίες τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία βασίζεται στὴν θεμελιωδέστερη κακοδοξία του, αὐτὴ ποὺ ἀναγνωρίζει πρωτεῖο στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρη ἀπὸ τὴν Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, εἶναι ὅμως σύμφωνη μὲ τὴν περσοναλιστικὴ νέα παπικὴ κακόδοξη διδασκαλία...

4.) Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς δῆθεν “οἰκονομίας” ὁριστικοποιήθηκε ἡ κατάλυσις τῶν νηστειῶν, ἀκολουθώντας ἔτσι τὴν πεπατημένη ὁδὸ τῆς Δύσεως στὸ ζήτημα αὐτό.

5.) Ἀναγνωρίστηκε τελεσιδίκως ἡ ἐκκλησιαστικότητα ὅλων τῶν αἱρέσεων (παπισμοῦ, μονοφυσιτισμοῦ, προτεσταντισμοῦ), συμφώνως πρὸς τὶς ἐπιταγὲς τοῦ ΠΣΕ ἐπικυρώνοντας πλέον καὶ “πανορθοδόξως” ὅσα ἔχουν ἐκεῖ ὑπογραφεῖ. Τὸ ὅτι ἡ “σύνοδος” συγκροτήθηκε βάσει τῶν ὀρισθέντων στὸ ΠΣΕ περὶ “ἀγάπης” καὶ ἑνότητος” τῶν “ἐκκλησιῶν”, ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ παρουσία ἐπισήμων παπικῶν, προτεσταντικῶν καὶ μονοφυσιτικῶν ἀντιπροσωπειῶν στὴν “σύνοδο”.

6.) Ἀναγνωρίστηκε καὶ ἐπικυρώθηκε συνοδικὰ αὐτὸς τοῦτος ὁ Οἰκουμενισμός, διὰ τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ ἔργου ποὺ ἐπιτελεῖται στὸ ΠΣΕ, τόσο τῶν ἀποφάσεών του, ὅσο καὶ τῶν κοινῶν δογματικῶν διακηρύξεων.

7.) Ἀναγνωρίστηκε καὶ ἐπισημοποιήθηκε τὸ ἔργο τῶν διμερῶν“θεολογικῶν” διαλόγων, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν κυρίως αὐτὸν μὲ τοὺς παπικούς, ἀποδεχόμενοι ἔτσι τὰ κοινὰ θεολογικὰ κείμενα ποὺ παρήχθησαν σὲ αὐτοὺς, καὶ δι’ αὐτῶν τὴν νέα -οἰκουμενιστικὴ- εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία, ποὺ ἀποτελεῖ κοινὸ τόπο μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ διαμορφώνει τὴν νέα ἀντιπατερικὴ “θεολογία” περὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Δυστυχῶς ἡ νέα αὐτὴ θεώρηση περὶ ἐπισκόπουἤδη ἔχει διαποτίσει τὴν δογματικὴ συνείδηση τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦν πλέον κἄν νὰ ἐννοήσουν τὴν πατερικὴ διδασκαλία περὶ τῆς ὀφειλομένης ὀρθοδόξου ἀντιδράσεως κατὰ τῶν αἱρετιζόντων ἐπισκόπων (δηλ. τὴν διακοπὴ μνημοσύνου καὶ τὴν ἀποτείχιση ἀπὸ τὴν αἵρεση).

8.) Ἡ ἴδια ἡ συγκρότηση τῆς “συνόδου” κατέλυσε βάναυσα τὸ διαχρονικὸ ὀρθόδοξο συνοδικὸ πολίτευμα τὸ ὁποῖο βασίζεται ὄχι σὲ μία ἐκλεκτικὴ “ἀντιπροσωπευτικότητα” ἀλλὰ στὴν παρουσία τοῦ συνόλου τῶν ἐπισκόπων (ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν), οἱ ὁποῖοι, ἀντιθέτως πρὸς τὸν ἰσχύοντα κανονισμὸ τῆς ψευδοσυνόδου, (ὀφείλουν νά) ἔχουν τὴν ἐλευθερία τῆς ἄποψης, τοῦ λόγου καὶ τῆς ψήφου.

9.) Τέλος, παρότι καλεῖται “πανορθόδοξη” ἡ ψευδοσύναξις τῆς Κρήτης, ἀπεῖχαν, ὡς γνωστὸν, τέσσερις Ἐκκλησίες, ὁπότε αἴρεται -τυπικά- ὁ πανορθόδοξος χαρακτῆρας της. Νὰ σημειωθεῖ πάντως ἡ ἐμμονὴ τῶν συμμετασχουσῶν Ἐκκλησιῶν στὸν ὑποχρεωτικὸ χαρακτῆρα τῆς“συνόδου”, κάτι ποὺ δὲν τὸ διαπραγματεύονται.


Γέρων Ἐφραὶμ Προδρομίτης

Ἱερομόναχος Δαμασκηνὸς Προδρομίτης

Μοναχὸς Μᾶρκος Προδρομίτης

Μοναχὸς Βαρσανούφιος Προδρομίτης