Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Πότε και γιατί ξεκινά η νηστεία των Αγίων Αποστόλων;

Πότε και γιατί ξεκινά η νηστεία των Αγίων Αποστόλων;

Την Δευτέρα, αμέσως μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, αρχίζει η νηστεία των Αγίων Αποστόλων. Η νηστεία αυτή είναι από τις παλαιότερες που έχει καθιερώσει η Εκκλησία μας.

Πρώτος ο Μέγας Αθανάσιος γύρω στο 357 αναφέρει νηστεία μιάς εβδομάδος μετά την Πεντηκοστή. «Τη γαρ εβδομάδι μετά την αγίαν πεντηκοστήν ο λαός νηστεύσας εξήλθε περί το κοιμητήριον εύξασθαι». Οι Αποστολικές Διαταγές, που περιλαμβάνουν πανάρχαιες εντολές και παραδόσεις της Εκκλησίας μας, αναφέρουν την νηστεία των Αποστόλων μία εβδομάδα μετά την Πεντηκοστή, δηλαδή μετά την εορτή των Αγίων Πάντων, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι την εβδομάδα της Πεντηκοστής καταλύουμε όλα: «Μετά ουν το εορτάσαι υμάς την πεντηκοστήν εορτάσατε μίαν εβδομάδα και μετ’ εκείνην νηστεύσατε μίαν, δίκαιον γαρ και ευφρανθήναι επί τη εκ Θεού δωρεά και νηστεύσαι μετά την άνεσιν».

Επειδή οι απόστολοι είχαν αρχίσει το κήρυγμα μετά την Πεντηκοστή, οι ημέρες που την ακολουθούσαν αφιερώθηκαν σε αυτούς.

Η χρονική διάρκεια αυτής της νηστείας είναι μεταβλητή, επειδή η αρχή της εξαρτάται από την κινητή εορτή του Πάσχα, όμως το τέλος της είναι πάντοτε σταθερό. Αρχίζει την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και λήγει σταθερά την 29η Ιουνίου. Κατά το νέο ημερολόγιο η νηστεία των Αγίων Αποστόλων δεν υπερβαίνει ποτέ τις 30 ημέρες. Υπάρχει ακόμη και περίπτωση, όταν το Πάσχα πέφτει μεταξύ 5 και 8 Μαΐου, να μην έχουμε καθόλου νηστεία.

Κατά την περίοδο της νηστείας των Αγίων Αποστόλων δεν καταλύουμε κρέας, γαλακτοκομικά είδη και αυγά, ενώ επιτρέπεται η κατάλυση ψαριού, εκτός από την Τετάρτη και την Παρασκευή.

Αν όμως η εορτή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου πέσει Τετάρτη ή Παρασκευή, καταλύουμε μόνο ψάρι, αλλά όχι κρέας, γάλα και αυγά.

Ψάρι καταλύεται επίσης και κατά την εορτή του Γενεσίου του Τιμίου Προδρόμου, στις 24 Ιουνίου, οποιαδήποτε ημέρα και αν πέσει.

Σε αντίθεση με την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και του Δεκαπενταύγουστου, η νηστεία των Αγίων Αποστόλων είναι σχετικά άγνωστη στον πολύ κόσμο.

Όμως η νηστεία αυτή θεσπίσθηκε για να προετοι­μάζει τους χριστιανούς για την μεγάλη εορτή των Αποστόλων και αποτελεί μία έκφραση ευγνωμοσύνης προς αυτούς, καθώς τους Αποστόλους χρησιμοποίησε το Άγιον Πνεύμα ως όργανά του για να διαδώσει την διδασκαλία του Χριστού σε όλο τον κόσμο και να συστήσει την Εκκλησία Του.

Τί πρέπει λοιπόν να κάνουμε; Να νηστέψουμε αυτές τις λίγες ημέρες. Να προετοι­μαστούμε, να ἐξομολογηθούμε και να κοινωνήσουμε τουλάχιστον στην ημέρα της εορτής τους στις 29 Ιουνίου.

Νηστεύοντας και συμμετέχοντας στα εκκλησιαστικά μυστήρια, θα τιμήσουμε τους θεμελιωτές της Εκκλησίας μας και θα φέρουμε την ευλογία και τις ευχές τους στο σπίτι μας, στην οικογένειά μας, στην εργασία μας.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Κυριακή των Αγίων Πάντων - Η ζωή των αγίων ήταν σταυρώσιμη πορεία.


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. ι΄ 32-33,37-38, ιθ΄ 27-30
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Εβρ. ια΄ 33- ιβ΄2



Η Εκκλησία μας όρισε την Κυριακή μετά την Πεντηκοστή και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο να εορτάζουμε όλους τους αγίους της. Οι άγιοι είναι καρπός και βεβαίωση της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Όσο υπάρχει η Εκκλησία, δια των μυστηρίων της, όπου το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται στους πιστούς και τους αγιάζει, τόσο θα αναδεικνύονται και άγιοι.

Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Μας φωτίζει ώστε να ακολουθούμε όσα ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας δίδαξε ώστε να καταξιωθεί ο καθένας της αγιότητας, γιατί αυτός πρέπει να είναι ο προσανατολισμός του κάθε Χριστιανού κατά τον λόγο του Κυρίου «άγιοι γίνεσθαι ότι εγώ άγιός ειμι».
Έτσι, το σημερινό ευαγγέλιο που ακούσαμε αναφέρεται στο τι έκανε ο κάθε άγιος για να αναδειχθεί άγιος και τι πρέπει να κάνουμε εμείς για να καταξιωθούμε της χάριτος των αγίων.

-Πρώτα, πρέπει να έχουμε ομολογία πίστεως. Οι δειλοί, οι χλιαροί στην πίστη και αυτοί που ντρέπονται να ομολογήσουν την πίστη τους δεν έχουν θέση στη βασιλεία των ουρανών. Ο Χριστός θέτει μιαν προϋπόθεση: Όποιος ομολογεί ότι ανήκει σε Αυτόν, ιδιαίτερα όταν κινδυνεύουν τα υλικά συμφέροντά του ή ακόμα και η ίδια η ζωή του, τότε και ο Χριστός θα τον αναγνωρίσει μπροστά στον Θεό Πατέρα. Όποιος από φόβο μην πάθει κάτι ντραπεί να ομολογήσει την πίστη του, αυτός θα θεωρηθεί ξένος για τον Θεό. Είναι εύκολο να πεις ότι πιστεύεις σε έναν που πιστεύει το ίδιο με εσένα, είναι όμως δύσκολο να ομολογήσεις την πίστη σου εκεί που αν το κάνεις μπορεί να σε περιγελάσουν, ή εκεί που μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου, ακόμα δε πολύ πιο δύσκολο όταν κινδυνεύει η ίδια η ζωή σου. Οι άγιοι, όμως, αυτό έκαναν στη ζωή τους. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει άγιος που να έζησε άνετη ζωή, όλοι, συνάντησαν δυσκολίες, διωγμούς, ακόμα και μαρτύριο. Μπορεί στην αρχή να φάνηκαν οι διώκτες του Χριστού ότι νικούν, στο τέλος όμως αυτός που κερδίζει είναι αυτός που αγωνίστηκε στη ζωή του να έχει το όνομα του Χριστού ως καθημερινή ομολογία. Αυτό εφάρμοσε ο κάθε άγιος γι’ αυτό και σήμερα τιμάται από όλους εμάς αλλά πολύ περισσότερο επάξια από τον Θεό.

-Δεύτερο μήνυμα των λόγων του Χριστού είναι ότι η αγάπη του Θεού θα πρέπει να ξεπερνά κάθε άλλη αγάπη που έχουμε, ακόμα και αυτών των γονέων και των παιδιών μας: «Ο φιλών πατέρα, μητέρα, υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Πολύ σκληρός ο λόγος του Χριστού θα πει κανείς. Ο Χριστός εδώ δεν λέγει να μην αγαπούμε και να μην θυσιαζόμαστε για την οικογένειά μας. Αντίθετα μάλιστα, αυτή η εντολή είναι δεδομένη, θα πρέπει να φροντίζουμε για τα μέλη της οικογένειάς μας ως ιερό καθήκον. Η αγάπη του Χριστού, όμως, θα ~ 57 ~ πρέπει να ξεπερνά ακόμα και την μεγαλύτερη αγάπη που έχει ο καθένας, αυτήν της οικογένειάς του. Μας λέγει, δηλαδή, να θέσουμε προτεραιότητες και ως πρώτη προτεραιότητα να είναι ο Θεός. Υπήρξαν άγιοι που οι γονείς τους, τους ωθούσαν σε ζωή αντίθετη με το θέλημα του Θεού, αυτοί, όμως, ως Χριστιανοί ήθελαν να παραμείνουν πιστοί στον Θεό. Έτσι βρέθηκαν στο δίλημμα της αγάπης προς τους γονείς ή της αγάπης προς τον Θεό και διάλεξαν την αγάπη προς τον Θεό και έτσι μαρτύρησαν γι’ αυτή τους την πίστη. Η επιλογή τους αυτή τους δικαίωσε και τους αντάμειψε με την αγιότητα. Υπήρξαν βέβαια και άγιοι που κατάφεραν με την προσευχή τους και με τον τρόπο τους να οδηγήσουν και την οικογένεια και τους γύρω τους να πιστέψουν στον Χριστό. Αυτό είναι το τέλειο, το ιδανικό, που όποιος το κατάφερε θα έχει να ανταμειφθεί πολύ περισσότερο από τον Χριστό.

-Ένα τρίτο μήνυμα σήμερα είναι οι λόγοι του Χριστού «ός ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος». Όλα τα προηγούμενα που μας είπε ο Χριστός θα φανούν στον καθένα μας πολύ δύσκολα. Πώς να μπορούμε στη ζωή μας να ομολογούμε την πίστη μας στον Χριστό ή να αγαπούμε Αυτόν περισσότερο από κάθε τι άλλο; Έρχεται τώρα να μας πει ότι ο δρόμος του κάθε χριστιανού είναι δύσκολος. Να μην περιμένει ανέσεις και ευκολίες. Αν η επίγειος ζωή του Χριστού ήταν μια σταυρώσιμη πορεία, τέτοια θα πρέπει να είναι και η δική μας. Σταυρός, όμως, που οδηγεί στην ανάσταση και στην αληθινή ζωή πέραν του τάφου. Δεν είναι άξιος ο Χριστιανός που προσπαθεί να αποφύγει τον σταυρό, τις δυσκολίες, για να περνά καλά σε αυτή τη ζωή. Άξιος είναι αυτός ο Χριστιανός που στους πειρασμούς, στις δυσκολίες, στον τυχόν διωγμό στέκει αλύγιστος και κρατάει το όνομα του Χριστού ως προτεραιότητα στη ζωή του. Αν οι άγιοι που εορτάζουμε σήμερα έψαχναν τις ευκολίες και τις ανέσεις δεν θα είχαμε αγίους. Ήξεραν, όμως, ότι σε αυτόν τον σταυρό που κουβαλούσαν ερχόταν ο Χριστός και τους ενδυνάμωνε, τους στήριζε να τον σηκώνουν ακούραστα και αγόγγυστα. Έτσι και στη ζωή μας, μπορεί να μας φαίνονται οι λόγοι του Χριστού δύσκολοι αλλά όταν πάρουμε την απόφαση να ακολουθήσουμε αυτό τον δρόμο ο Χριστός θα είναι συνοδοιπόρος.

Αυτά εφάρμοσαν στη ζωή τους όλοι οι άγιοί μας που τιμούμε σήμερα και αξιώθηκαν της αγιότητας. Ο Χριστός ήταν πάντοτε προτεραιότητα στη ζωή τους, ομολογούσαν καθημερινώς την πίστη σε Αυτόν, ιδιαίτερα στα δύσκολα. Η ζωή των αγίων ήταν σταυρώσιμη πορεία που όμως οδηγεί στην ανάσταση και την είσοδό τους στην όντως ζωή κοντά στον Χριστό. Αυτά πρέπει να κάνει ο κάθε Χριστιανός, έχοντας όλους τους αγίους που εορτάζουμε σήμερα ως πρότυπα στη ζωή του αλλά και επικαλούμενος κάθε φορά τις πρεσβείες τους, να είναι μαζί με τον Χριστό συνοδοιπόροι στον αγώνα μας.


ΠΗΓΗ

Ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός και Θαυματουργός (Βίος)


Άγιος Λουκάς
Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας
Καθηγητής χειρουργικής
1877 - 1961


Ο σταυρός ο διωγμός η θλίψη ο πειρασμός είναι ο κλήρος της Εκκλησίας και του αληθινού Χριστιανού. Δεν υπάρχει ορθόδοξη Εκκλησία που να μην έζησε τον δικό της διωγμό. Αλλά ούτε και υπήρξε άγιος που να μην πέρασε από το δικό του καμίνι των θλίψεων, των διωγμών, των πειρασμών.

Μια συγκλονιστική σταυρική μαρτυρία είναι και αυτής της μορφής του οσίου Λουκά αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας του ιατρού καθηγητού τοπογραφικής ανατομίας και χειρουργικής. Άνθρωπος με σπάνια ταλέντα και πνευματικά χαρίσματα, με εκπληκτική επιστημονική κατάρτιση, διακόνησε τον άνθρωπο ως ποιμένας και γιατρός, με αξιοθαύμαστη αυταπάρνηση και αγάπη.

Πρώτα χρόνια

Ο Άγιος Αρχιεπίσκοπος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόϊνο-Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 στο Κερτς της χερσονήσου της Κριμαίας. Το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ήταν ιδιόμορφο καθώς ο πατέρας του ήταν ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του, αν και ορθόδοξη, περιοριζόταν σε καλές πράξεις χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πολύ νωρίς μετακομίζουν στο Κίεβο.

Στο Κίεβο ο Βαλεντίν αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική. Παίρνει το πτυχίο του το 1903 και παρακολουθεί μαθήματα οφθαλμολογίας.


Άσκηση ιατρικής - οικογένεια

Η σύζυγος του Αγ.Λουκά, Άννα με ένα από τα παιδιά του

Το 1904, με το ξέσπασμα του Ρώσο-Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε σαν χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίγιεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά.


Πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος εργάζεται σε ένα μικρό νοσοκομείο. Οι επιτυχίες του είναι τόσο πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού. Την ίδια εποχή μελετά σχετικά με την τοπική αναισθησία και συντάσσει επιστημονικά άρθρα. Διαπρέπει στις εγχειρήσεις των οφθαλμών και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.


Πρώτη σύλληψη - θάνατος της γυναίκας του


Το 1917 ο άγιος Λουκάς βρίσκεται στην Τασκένδη. Η ρωσική επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και η Εκκλησία βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τότε ο Βαλεντίν συνελήφθη για πρώτη φορά. Αιτία ήταν η συκοφαντία ενός νοσοκόμου. Με τη βοήθεια του Θεού αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ο γιατρός αφέθηκε ελεύθερος.


Η περιπέτεια αυτή όμως, παρά το αίσιο τέλος της, αναστάτωσε την Άννα, η οποία έπασχε ήδη από φυματίωση, και η υγεία της επιδεινώθηκε σε βαθμό που λίγες μέρες αργότερα υπέκυψε. Μετά το θάνατό της, ο γιατρός εμπιστεύθηκε τα παιδιά του στη Σοφία Σεργκέγεβνα, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία τους στάθηκε σαν δεύτερη μητέρα για πολλά χρόνια.


Καθηγητής Πανεπιστημίου - Χειροτονία σε ιερέα



Το 1920 εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης στην έδρα της τοπογραφικής Ανατομίας και Χειρουργικής. Δημοσίευσε σημαντικότατες επιστημονικές μελέτες, και απέσπασε τα ανώτατα κρατικά βραβεία.



Ο Βαλεντίν ήταν πολύ πιστός και αυτό ήταν έκδηλο στον τρόπο που εργαζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι πρώτες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του αθεϊστικού καθεστώτος. Στο μεταξύ, στους διωγμούς προστίθεται και η πληγή της «ζώσης εκκλησίας» που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους διαιρώντας τους κληρικούς και τους πιστούς, και να τους απομακρύνει από την αληθινή πίστη.


Σ’ αυτή την εποχή των δοκιμασιών για την Εκκλησία, ο γιατρός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Όταν κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους σχισματικούς, ο γιατρός υπερασπίστηκε με σθένος την κανονική τάξη. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, εντυπωσιασμένος από την παρρησία του Βαλεντίν, του προτείνει να γίνει ιερέας. Πράγματι, η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1921 και μια βδομάδα αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.


Χειροτονία σε Επίσκοπος



Το καλοκαίρι του 1922 η «ζώσα εκκλησία» κάνει την επίθεσή της και εκτοπίζει τον Ιννοκέντιο. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, όντας στο έλεος των σχισματικών, εκλέγουν στη θέση του Επισκόπου τον π. Βαλεντίν-Γιασενέτσκι. Η κουρά του σε μοναχό έγινε κρυφά στο σπίτι του ιερέα-καθηγητή. Καταλληλότερο όνομα για το νέο Επίσκοπο κρίθηκε εκείνο του αποστόλου, ευαγγελιστή, αγιογράφου και ιατρού Λουκά. Στη συνέχεια ταξίδεψε ως το Πεντζικέντ για να χειροτονηθεί Επίσκοπος.



Φυλακή - συγγραφικό έργο - εξορία


Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο Επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε. Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του: «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» το οποίο, όμως, δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμεινε να γραφεί στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα.


Στο διάστημα της απουσίας του οι εκπρόσωποι της «ζώσης εκκλησίας» κατέλαβαν τις εκκλησίες, μα ο λαός, πιστός στις συμβουλές του ποιμένα του, απείχε από τους ναούς. Λόγω της μεγάλης του επιρροής οι υπεύθυνοι της G.P.U. (Κρατική Πολιτική Διεύθυνση) αποφάσισαν να απομακρύνουν τον Επίσκοπο Λουκά από την Τασκένδη. Την ώρα της αποχώρησής του πλήθος κόσμου στάθηκε στις γραμμές του τραίνου προκειμένου να εμποδίσει την αναχώρηση. Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις και ο Επίσκοπος Λουκάς πήρε τον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της εξορίας.


Φυλακίζεται κάτω από άθλιες συνθήκες στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώνει τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Παρ’ όλες τις κακουχίες, η συμπεριφορά του Επισκόπου απέναντι σε όλους τους κρατουμένους προκαλούσε το σεβασμό ακόμη και των πιο αρνητικών.


Πρώτη εγχείρηση μεταμόσχευσης



Ο Άγιος Λουκάς στο χειρουργείο (αριστερά στην φωτο)

Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο Επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία. Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ. Στο νοσοκομείο του Γενισέισκ επιχείρησε μια πρωτοποριακή και δυσκολότατη επέμβαση. Του έφεραν ένα νέο άνδρα με βαριά νεφρική ανεπάρκεια. Η κατάστασή του ήταν απελπιστική.


Ο επίσκοπος γιατρός, μην έχοντας άλλη λύση, αποφάσισε να κάνει μια «ηρωική» επέμβαση κι επεχείρησε μεταμόσχευση νεφρού από μοσχάρι στο νεαρό ασθενή, παρά τα πενιχρά μέσα που διέθετε. Ο γιατρός που διηγήθηκε το γεγονός αυτό, χαρακτηρίζει επιτυχημένη την επέμβαση, δίχως άλλες λεπτομέρειες για το πόσο έζησε ο ασθενης, τα μετεγχειρητικά προβλήματα κ.λπ.


Παρόλο που ήταν η πρώτη εγχείρηση μεταμόσχευσης, δεν έγινε ευρύτερα γνωστή, προφανώς για πολιτικούς λόγους. Δεν θα έπρεπε να προβληθεί ένας «εχθρός του λαού»! Γι’ αυτό επίσημα ως πρώτη τέτοια εγχείρηση θεωρείται του καθηγητή Ι. Ι. Βορόνη το 1934 (μια δεκαετία μετά), όταν έκανε μεταμόσχευση νεφρού χοίρου σε μια γυναίκα με ουραιμία.


Στη συνέχεια η G.P.U. τον στέλνει ακόμη 2000χλμ μακρύτερα, στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες.


Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλε με πολλή αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους άθεους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον Επίσκοπο-γιατρό: αυτή τη φορά τον έστελναν πέρα από τον αρκτικό κύκλο στο Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει. Η υγεία του Επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν κάτι πολύ επικίνδυνο για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του.


Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω της αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θάνατο ενός αγρότη, οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του Επισκόπου. Οι αρνητές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν. Έτσι ο Επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για οκτώ μήνες, μέχρι, δηλαδή, το τέλος της εξορίας του.


Παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και επικοινωνούσε μαζί τους όσο πιο συχνά μπορούσε.


Παραίτηση από Επίσκοπος - εξορία στη Σιβηρία


Στο Κρασνογιάρσκ παρουσιάζεται στη G.P.U. για ανάκριση. Εκεί ο βοηθός του διοικητή ανακοίνωσε στον Επίσκοπο πως μπορούσε να πάει όπου ήθελε: ήταν ελεύθερος! Όπως ήταν φυσικό ο Επίσκοπος ξεκίνησε για την Τασκένδη. Δυστυχώς, εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και των συνεργατών του, γεγονός που τον οδηγεί στην παραίτηση από την έδρα του Επισκόπου. Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον βγάλουν από την μέση.


Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο Επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από τον ιερό του αξίωμα. Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο Άγιος εξορίστηκε για μία ακόμη φορά στη Σιβηρία. Οι δραστηριότητές του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα, ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ.


Δοκιμασίες - πρόβλημα όρασης - δύο χρόνια ηρεμίας


Μετά την ανάρρωσή του, περνά μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του Κόμματος πιέζουν τον Επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιεροσύνη. Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας χάνει την όρασή του από το αριστερό μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα.


Την ίδια περίοδο, εκδίδονται τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», χωρίς όμως να αναγράφεται το αξίωμά του. Εν καιρώ, επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του.


Σύλληψη για 4η φορά - αγαθοεργίες - εξορία


Ο Επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Από τον φάκελο που του διατηρούσαν στο Κόμμα μπορούμε να γνωρίζουμε τις δραστηριότητες του. Ενώ από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, έδινε και τον μισθό του σε αγαθοεργίες: βοηθούσε όσους φτωχούς, άπορους και εξόριστους τύχαινε να γνωρίζει. Οι φιλανθρωπικές ενέργειές του ενόχλησαν και πάλι το καθεστώς που τον συνέλαβε εκ νέου και τον οδήγησε στην εξορία.


Προσφορά στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο - προαγωγή σε Αρχιεπίσκοπος - τιμητικά βραβεία


Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο άγιος, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Το Κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής. Παρ’ όλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα.



Την Άνοιξη του 1942 αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία. Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίας και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στους ιερούς ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου. Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο Επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε Αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.


Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο Αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία. Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ.


Το 1945 ο Αρχιεπίσκοπος Λουκάς παρασημοφορήθηκε «για την ηρωική εργασία του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» . Ένα χρόνο αργότερα, το 1946, λόγω της μεγάλης του προσφοράς στην ιατρική επιστήμη -; μετά από 11 χρόνια φυλακίσεων και εξορίας -; τιμάται με το βραβείο Στάλιν. Τον ίδιο καιρό λαμβάνει τιμητική διάκριση από τον Πατριάρχη Αλέξιο και αποκτά δικαίωμα να φέρει τον αδαμάντινο σταυρό στην αρχιερατική μήτρα.


Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας - κήρυγμα - εξορία


Στα 70 του χρόνια γίνεται Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους απόρους της περιοχής.


Στρέφει το ενδιαφέρον του στα εκκλησιαστικά καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν νέες εκκλησίες. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να πατάξει την αμέλεια και την αδιαφορία των ιερέων τονίζοντας πως πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς.


Με τη βελτίωση στις σχέσεις Εκκλησίας -; Κράτους ο Αρχιεπίσκοπος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγαπημένη του ασχολία: το κήρυγμα. «Θεωρώ βασικό αρχιερατικό μου καθήκον να κηρύττω παντού και πάντα τον Χριστό» , σημειώνει ο ίδιος.


Από τα κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τα οποία αποτέλεσαν 12 τόμους (περίπου 4500 σελ.), και έχουν χαρακτηριστεί «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία» .


Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1955 τυφλώνεται οριστικά.


Το 1953 τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Χρουστσόφ, ο οποίος ξεκινά νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959. Ο Αρχιεπίσκοπος μεριμνά για το ποίμνιό του και προσπαθεί να τους δώσει κουράγιο.


Εκείνη την εποχή γράφει στον μεγαλύτερο γιο του Μιχαήλ: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη, δεν υπάρχουν ιερείς και ο αριθμός τους όλο και ελαττώνεται... Κατά τόπους η αντίδραση φτάνει μέχρι εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας μου. Δεν μπορώ να τα καταφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου, συνεχίζω το δύσκολο έργο μου» .


Η αγάπη του κόσμου προς τον Αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι και άθεοι τον έβλεπαν με σεβασμό.


Κοίμηση - ανακήρυξη σε Άγιος

Ο Αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 80 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 λειτουργεί για τελευταία φορά και τον καιρό που απομένει περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά, την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961, ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος-γιατρός Λουκάς Βόϊνο-Γιασενέτσκι.
Παρά την έντονη αντίδραση των Κομματικών, η κηδεία του Αρχιεπισκόπου μετατράπηκε σε λαϊκή επανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οι δρόμοι πλημμύρισαν από γυναικούλες με άσπρα μαντήλια στα κεφάλια. Προχώρησαν σιγά-σιγά μπροστά από τη σωρό του Δεσπότη. Ακόμη και οι γερόντισσες δεν πήγαιναν πίσω. Τρεις σειρές τεντωμένων χεριών λες και οδηγούσαν το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μέχρι και το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Και μέχρι την πόρτα του κοιμητηρίου ακουγόταν πάνω από τα κεφάλια με τα άσπρα μαντήλια, ο ύμνος: Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον υμάς. Ό,τι και να έλεγαν σε αυτό το πλήθος, όσο κι αν προσπαθούσαν να τους κάνουν να σιωπήσουν, η απάντηση ήταν μία: -Κηδεύουμε τον Αρχιεπίσκοπό μας».


Το Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.


Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του που τέθηκαν σε λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος.


Στις 24-25 Μαΐου 1996 ήρθε και η επίσημη ανακήρυξή του από το Πατριαρχείο της Ρωσίας.
Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου, επέτειο της κοίμησής του.



ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς:Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε Χριστιανισμός!


Ἐὰν ὑπάρχει μιὰ ἀλήθεια στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ εὐαγγελικὲς ἀλήθειες,ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦΧριστοῦ. Καὶ ἀκόμη,ἐὰν ὑπάρχει μιὰ πραγματικότητα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ συνοψισθοῦν ὅλες οἱ καινοδιαθηκικὲς πραγματικότητες, ἡ πραγματικότητα αὐτὴθὰ ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐξηγοῦνται ὅλα τὰ θαύματά Του,ὅλες οἱ ἀλήθειές Του,ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδασκε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή,ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μέχρι τὴν ἀνάστασή Του δίδασκε ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάστασή Του ἔδειξε ὅτι ὁ Ἴδιος νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι ἐξασφάλισε στοὺς θανατωμένους ἀνθρώπους τὴ μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου στὴν ἀνάσταση.

Μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεπερασμένος· μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος. Σ’ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμη καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως. Καὶ γιὰ αὐτὸ χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός.

Μεταξὺ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα.Ὅλα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται σ’ αὐτό. Ἀπ’ αὐτὸ πηγάζουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο καμία ἄλλη θρησκεία δὲν ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀνυψώνει τὸν Κύριο ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατὰ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο δείχνει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους κόσμους.

Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθινὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν καὶ ἐὰν μὲν ἀγωνίζεται,πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐὰνὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε μάταιη ἡ πίστη του! Διότι, ἐὰν ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγώνας γιὰ τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐὰν μὲ τὴν πίστη στὸ Χριστὸ δὲν φθάνει κανεὶς στὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἐπὶ τοῦθανάτου νίκη, τότε πρὸς τί ἡ πίστη μας; Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθεῖ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθεῖ, τότε γιατί νὰ πιστεύει κανεὶς στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη στὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτὸς ἐνισχύει σιγὰ-σιγὰ μέσα του τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Κύριος πραγματικὰ ἀναστήθηκε, ἄμβλυνε τὸ κέντρο τοῦ θανάτου, νίκησε τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰμέτωπα τῆς μάχης.

Χωρὶς τὴν ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ οὔτε μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, δίχως ἀθανασία. Σ’ ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ «πάντα ἐν πᾶσιν» σ’ ὅλους τοὺς κόσμους: ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλο τὸ Ἀγαθό μας,ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.



ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Κυριακή της Πεντηκοστής: Η ημέρα της Εκκλησίας.

pentikosti

Ἡ σημερινὴ μεγάλη ἡμέρα ἀποτελεῖ ξεχωριστὴ ἑορτὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας, καθὼς ἑορτάζει τὰ γενέθλιά της, τὴν κάθοδο τῆς θείας χάριτος καὶ τὴν ἄνωθεν χορηγία τῶν πνευματικῶν δώρων.

Ἡ Πεντηκοστὴ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία δόθηκε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ στὸ ὄρος Σινᾶ πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ἦταν μεγάλη ἑορτὴ γιὰ τὸν παλαιὸ Ἰσραήλ. Γιὰ τὴνἘκκλησία τοῦ Χριστοῦ Πεντηκοστὴ σημαίνει ἡμέρα μιᾶς νέας νομοθεσίας, ἀπαρχὴ τοῦ νόμου τῆς ἀγάπης, μία καινούρια Διαθήκη, ποὺ ὑπεγράφη αὐτοχειρὶ διὰ καλάμου χλεύης μὲ τὸ Αἷμα τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἐπάνω στὸΣταυρό καὶ ἐπικυρώθηκε μὲ τὴν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάσταση, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸ νοητὸ Φαραώ, τὸν διάβολο, καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴ νοητὴ Αἴγυπτο, τὸν ἀδίστακτο καὶ παμφάγο ᾄδη.

Δυναμικὴ ἡ παρουσία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, σὰν δυνατὴ βοή, σὰν ἄνεμος, γεμίζει τὸν χῶρο, στὸν ὁποῖο ἦταν συνηθροισμένοι οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Πύρινες γλῶσσες κάθονται ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους κι ἐκεῖνοι ἀρχίζουν νὰ διαλαλοῦν σὲ ξένες γλῶσσες τὴν Εὐαγγελικὴ ἀλήθεια. Ἰουδαῖοι ἀπὸ ὅλα τὰμέρη τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου, ποὺ βρίσκονταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀκοῦν στὴν ἰδιαίτερη τοῦ καθενὸς διάλεκτο τοὺςἈποστόλους νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ διδάσκουν, μένοντας ἐκστατικοί καὶ ἐν ἀπορίᾳγιὰ τὸ παράδοξο, ἐνῷ ἄλλοι, μᾶλλον πορωμένοι καὶ τυφλοί, τοὺς κατηγοροῦν γιὰ μέθη. Κι ὅμως αὐτοὶ οἱ μεθυσμένοι ἀπὸ χάρη καὶ δύναμη θεϊκὴ βαπτίζουν ἐκείνη τὴν ἡμέρα τρεῖς χιλιάδες ἀνθρώπους.

Πῶς νὰ κλείσουν τὸ στόμα, ἀφοῦ περισσότερο ἀπὸ ἄλλοτε ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ διαλαλήσουν τὰ θαυμαστὰ τοῦ Θεοῦ; πῶς νὰ κλείσῃ τὸ στόμα ὁ Πέτρος, ὁ πρώην ἀρνητής, ἀφοῦ σήμερα εἶναι πλέον ὀ θαῤῥαλέος καὶ τολμηρὸς ὑπηρέτης, ἡ πέτρα τῆς ὁμολογίας τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ; πῶς νὰ σιωπήσουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν καὶ ἄκουσαν καὶ ψηλάφισαν τὸν Θεό Λόγο, αὐτοὶ ποὺ Τὸν ἔβλεπαν γιὰ σαράντα ἡμέρες ἀναστημένο; Εὐαγγελίζονται οἱ πρωτεργάτες τῆς Καινῆς Διαθήκης τὴν οἰκουμένη ποὺ συγκεντρώνει τὰ πέρατά της στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς παλαιᾶς Πεντηκοστῆς καὶ καινουργεῖται στὰ νάματα τῆς χάριτος κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς νέας Πεντηκοστῆς, τῆς καινούριας ζωῆς.

Ὁ παλαιὸς Ἰσραήλ, ἡ παλαιὰ δηλαδὴ θρησκευτικὴ κοινότητα ὄσων ἀγαποῦσαν τὸν ἀληθινὸ Θεό τῆς ἀποκαλύψεως, γίνεται καινούριος, νέος Ἰσραήλ, γίνεται Σῶμα Χριστοῦ, Ἐκκλησία, λαὸς εὐλογημένος. Οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τῆς Τιβεριάδος γίνονται ἁλιεῖς ἀνθρώπων, ἀναλαμβάνοντας ἕνα ἔργο ποὺ εἶχε σκοπὸ νὰ λυτρώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς λαοὺς τῆς οἰκουμένης στὴν ἀποφασιστικῆς σημασίας στροφὴπρὸς τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὁ Ἀγαθὸς Παράκλητος ἀναλαμβάνει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ὅλα τὰ ἔθνη, νὰ συνεχίσῃ τὸ θαυμαστὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κάθε μυστήριο τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι μία Πεντηκοστή, γιατὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει μέχρι τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας, γιὰ νὰ μᾶς φωτίσῃ, νὰ μᾶς ἁγιάσῃ, νὰ μᾶς μεταμορφώσῃ καὶ νὰ μᾶς σώσῃ.

Σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν Ἀποστόλων· σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν δωρεῶν τοῦ Παρακλήτου· σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δική μας ἡμέρα. Σὲ λίγο θὰ γονατίσουμε· ἂς ζητήσουμε ἕνα δῶρο, ἕνα χάρισμα ἢ περισσότερα ἀπὸ τὸν Παράκλητο. Δὲν εἶναι φειδωλός. Θὰ μᾶς δώσῃ τὰ πρὸς σωτηρίαν. Οἱ πύρινες γλῶσσες θὰ κατέλθουν καὶ σ’ ἐμᾶς· νὰ μιλήσουμε, νὰ διδάξουμε τὴ γλῶσσα τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης· νὰ ἀρνηθοῦμε τὴ βαβελικὴ σύγχυση τῆς παθῶν ποὺ μᾶς χωρίζει καὶ ἀποξενώνει ἀπὸ Θεὸ καὶ συνάνθρωπο καὶ μᾶς διασκορπίζει στὰ πέρατα τῆς ἁμαρτίας, νὰ γκρεμίσουμε τὸν πύργο τῆς Βαβὲλ τοῦ ἐγωιστικοῦ μας εἰδώλου, νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν εἰδωλολατρική μας αὐταρέσκεια καὶ νὰ προσκυνήσουμε τὸν Θεὸ τῆς τῶν πάντων ἑνότητος. 

Μᾶς καλεῖ σὲ ἑνότητα κατερχόμενος, γιὰ νὰ μᾶς ὑψώσῃ στὴν αἰώνια ἑνότητα μαζί Του. Νὰ μὴν Τὸν λυπήσουμε, ἀδελφοί μου, γιατὶ μεσολαβεῖ ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα μὲ ἀλαλήτους στεναγμούς. 

«Βασιλεῖ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶσκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν».


ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄Οικουμενικής Συνόδου.

AgiwnPantwn

Κατά τήν ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν μνήμη τῶν ἁγίων 318 θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος συνεκλήθη, ὡς γνωστόν, ἀπό τόν πρῶτο χριστιανό αὐτοκράτορα, τόν Κωνσταντῖνο, στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τόν Μάϊο τοῦ ἔτους 325, κατεδίκασε τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου καί ἀνεκήρυξε τόν Χριστό Θεό, ὁμοούσιο πρός τόν Πατέρα. Στίς 29 Μαΐου βρίσκομε σέ πολλά χειρόγραφα νά σημειώνεται ἡ μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου αὐτῆς.

Ὁ ἑορτασμός τῆς μνήμης των κατά τήν παροῦσα Κυριακή ὀφείλεται, ὅπως εἶναι φανερό, στό γνωστό καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις ἔθος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, νά μεταθέτῃ σέ Κυριακές τίς μνῆμες τῶν μεγάλων ἁγίων. Ἡ ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή δέν εἶχε ἰδιαίτερο ἑορτολογικό θέμα καί προτιμήθηκε ὡς ἡ καταλληλοτέρα καί ἡ πλησιεστέρα πρός τήν μνήμη τῶν Πατέρων γιά νά μεταφερθῇ σ᾽ αὐτήν ὁ ἑορτασμός των.

Τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων θά ἀκούσωμε μαζί μέ τήν συνήθη ἀναστάσιμο ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς νά συμπλέκωνται τροπάρια μεθέορτα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού ἑωρτάσαμε, ἀλλά καί προεόρτια τῆς ἑορτῆς πού θά πανηγυρίσωμε μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς. Ἔτσι Ἀνάστασις, Ἀνάληψις, Πεντηκοστή καί Πατέρες ἀπό κοινοῦ θά ὑμνηθοῦν αὐτήν τήν ἐνδιάμεσα τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν Κυριακή. Παρ᾽ ὅλα τά ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσυμβίβαστα αὐτά ἑορτολογικά θέματα, δέν λείπει ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς μία σχετική ἁρμονία, πού τήν συνθέτουν ἀκριβῶς οἱ διαφορές καί οἱ ἀντιθέσεις τῶν ἐπί μέρους θεμάτων. Ἄν μάλιστα τήν τοποθετήσωμε στό ὅλο πλαίσιο τοῦ Πεντηκοσταρίου θά διακρίνωμε μέ πόση νηφαλία κρίσι καθωρίσθη ἡ διαδοχή αὐτή τῶν ἑορτῶν ἀπό τούς συντάκτας τοῦ ἑορτολογίου μας. Χάρις, πράγματι, στά θέματα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ δημιουργία ἑνός μεταβατικοῦ σταθμοῦ μεταξύ τῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἑωρτάσαμε καί ἐκείνης πού ἐπίκειται.

Μέ τήν μνήμη ἐξ ἄλλου τῶν Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου τονίζεται ἡ πιστότης τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀληθινή καί ὀρθή διδασκαλία, ὅπως τήν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου καί ὅπως τήν εἶδε ἀνάγλυφη στό ὅλο σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει καί τό συναξάριο τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων. «Τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζομεν δι᾽ αἰτίαν τοιαύτην. Ἐπειδή γάρ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τήν καθ᾽ ἡμᾶς φορέσας σάρκα, τήν οἰκονομίαν ἅπασαν ἀρρήτως ἐνήργησε καί πρός τόν πατρῷον ἀποκατέστη θρόνον, θέλοντες δεῖξαι οἱ ἅγιοι ὅτι ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐγένετο ἄνθρωπος καί τέλειος ἄνθρωπος Θεός ἀνελήφθη καί ἐκάθισε ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς, καί ὅτι ἡ σύνοδος αὕτη τῶν ἁγίων Πατέρων οὕτως αὐτόν ἀνεκήρυξε καί ἀνωμολόγησεν ὁμοούσιον καί ὁμότιμον τῷ Πατρί. τούτῳ τῷ λόγῳ μετά τήν ἔνδοξον Ἀνάληψιν τήν παροῦσαν ἐθέσπισαν ἑορτήν, ὡσανεί τόν σύλλογον τῶν τοσούτων Πατέρων προβιβάζοντες τοῦτον δή ἐν σαρκί ἀναληφθέντα Θεόν ἀληθινόν καί ἐν σαρκί τέλειον ἄνθρωπον ἀνακηρυττόντων».

Στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Ι’- ΙΑ’ αἰῶνα ἑώρταζαν τήν Κυριακή αὐτή ἐκτός ἀπό τούς Πατέρας τῆς Α’ καί τούς ἄλλους Πατέρας τῶν ἕξ οἰκουμενικῶν Συνόδων, προφανῶς γιά τόν ἴδιο λόγο. Γιά νά παρασταθῇ δηλαδή ἡ ἑνότης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ἡ συνέπειά της πρός τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Λείψανο τοῦ κοινοῦ αὐτοῦ ἑορτασμοῦ βρίσκομε στό δοξαστικό τῆς λιτῆς τῆς ἀκολουθίας. Σ᾽ αὐτό ἐκτός ἀπό τόν Ἄρειο ἀπαριθμοῦνται καί ὁ Μακεδόνιος, ὁ Νεστόριος, ὁ Εὐτυχής, ὁ Σαβέλλιος καί ὁ Σεβῆρος, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων κατεδικάσθη ἀπό τάς ἄλλας Οἰκουμενικάς Συνόδους. Τελικά ὅμως ἡ ἑορτή διετήρησε μόνον τό ἀρχικό της θέμα, τήν μνήμη τῶν 318 Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἀπό τό ὅλο λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας θά σταθοῦμε στά δύο ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ καί στά δύο τῆς θείας λειτουργίας. Τά δύο πρῶτα εἶναι παρμένα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἔχουν δέ σημασία, γιατί στά ἐπεισόδια στά ὁποῖα ἀναφέρονται ἐκεῖ διεῖδε ἡ Ἐκκλησία τόν τύπο τῶν Πατέρων καί τόν ρόλο των στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Στό πρῶτο, ἀπό τήν Γένεσι, κεφάλαιο 14, 14-20, περιγράφεται ἡ θαυμαστή νίκη τοῦ Ἀβραάμ, πού ἐπί κεφαλῆς τῶν 318 «οἰκογενῶν» του κατετρώπωσε τούς ἑπτά περιοίκους βασιλεῖς, ἀπηλευθέρωσε τούς αἰχμαλώτους καί ἐδέχθη γιά τήν νίκη του τήν εὐλογία τοῦ βασιλέως τῆς Σαλήμ, τοῦ Μελχισεδέκ. Καί οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 318 καί ἐκεῖνοι ὅπως οἱ δοῦλοι τοῦ Ἀβραάμ, θεῖο στρατόπεδο – θεία παρεμβολή καί αὐτοί, κατατροπώνουν μέ τήν ἀδάμαστο μαχητικότητά τους τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ. Συντρίβουν τήν αἵρεσι καί ἀπελευθερώνουν τούς ἁρπαγέντας ἀπό αὐτήν πιστούς.

Στό δεύτερο ἀνάγνωσμα, Δευτερονομίου 1, 8-17, ὁ Μωυσῆς ἀφηγεῖται πῶς ἐξέλεξε ἀπό τό λαό «ἄνδρας σοφούς καί ἐπιστήμονας καί συνετούς» καί ἀνέθεσε σ᾽ αὐτούς τήν καθοδήγησι, τήν διακυβέρνησι τοῦ λαοῦ. Καί αὐτοί εἶναι τύπος τῶν Πατέρων, στούς ὁποίους ὁ Κύριος ἐνεπιστεύθη τήν διαποίμανσι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπάνω σ᾽ ἐκείνους ἐμερίσθη τό πνεῦμα τοῦ Μωυσέως. Σ᾽ αὐτούς μερίζει τό Πνεῦμα τό ἅγιον τά χαρίσματα τῆς σοφίας καί τῆς ὀρθῆς κρίσεως στά ἑκάστοτε ἀναφυόμενα στήν Ἐκκλησία διαφιλονικούμενα θέματα. Καί ἐδῶ ἡ κρίσις εἶναι τοῦ Θεοῦ.

Τά δύο πάλι ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας μᾶς μεταφέρουν ἀπό τήν σκιά καί τήν εἰκόνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἀλήθεια τῆς Καινῆς. Τό πρῶτο εἶναι ἀπό τίς Πράξεις καί τό δεύτερο ἀπό τό Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, κατά τό σύστημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλίων αὐτῶν κατά τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ὁ Παῦλος καλεῖ τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου στήν Μίλητο, ἀπό ὅπου περνοῦσε ἐπιστρέφοντας στά Ἱεροσόλυμα.

Οἱ λόγοι του ἦσαν προφητικοί καί ἀνεφέροντο στό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐθύνη τῶν ποιμένων γιά τήν περιφρούρησι τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ λόγοι ἀπετέλεσαν καί τό ἔμβλημα τῶν Πατέρων καί ὑπέκαυσαν τήν ἀνύστακτο φροντίδα των γιά τήν ὀρθή πίστι καί τήν ἀκεραιότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν. Διό γρηγορεῖτε… Καί τά νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καί τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ» (Πράξ. 20, 16-18, 26-36).

Καί τέλος ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου, Ἰωάννου 17, 1-13, ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζει τόν Κύριο δεόμενο γιά τούς μαθητάς, γιά τήν Ἐκκλησία Του. Εἶναι ἐκεῖνοι πού Τοῦ ἐδόθησαν ἀπό τόν Πατέρα, πού ἐνῷ ἐκεῖνος θά φύγῃ ἐκεῖνοι θά μείνουν στόν κόσμο. Πού ἔχουν ἀνάγκη τῆς προστασίας τοῦ Πατρός γιά νά διατηρηθοῦν πιστοί στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πού πρέπει νά εἶναι «ἕν» ὅπως εἶναι ὁ Υἱός μέ τόν Πατέρα, γιά νά εἶναι ἡ μαρτυρία των ἀληθινή μέσα στόν κόσμο. Ὁ Χριστός τούς φύλαξε. Ἕνας μόνο χάθηκε, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας. Καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας βρέθηκαν υἱοί ἀπωλείας. Ἀλλά οἱ Πατέρες τήρησαν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί κράτησαν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτόν λοιπόν τόν θεοτίμητο χορό τῶν ἁγίων Πατέρων πού μαζεύτηκε ἀπό τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί ἐδογμάτισε τήν ὀρθή σχέσι τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα, τό «ὁμοούσιον»,καί διετύπωσε καί παρέδωκε τήν ὀρθή πίστι στήν Ἐκκλησία, μακαρίζομε. Ἀπό τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς νά δοῦμε τό χαρακτηριστικώτερο, τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ’ ἤχου, περίφημο γιά τήν σύνθεσί του καί γιά τήν μελῳδία του:

«Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καί φύσιν καί τό μυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ. οὕς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ὤ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου. ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος. τῆς μυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι. τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου∙ τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου. Νικαίας τό καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε

ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».


ΣΥΝΑΞΗ ΟΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Γ΄ Εύρεσις της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου (25 Μαΐου)


Σήμερα, Σάββατο προ της Κυριακής της Σαμαρείτιδος, 25 Μαΐου, η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την Γ΄ Εύρεση της Κεφαλής (της κάρας) του Τιμίου Προδρόμου, καθώς και τη μνήμη του Μάρτυρος Κελεστίνου και του Οσίου Ολβιανού. Επίσης σήμερα αποδίδεται (ολοκληρώνεται) η εορτή του Παραλύτου.

Η Τιμία Κάρα του Βαπτιστή Ιωάννου, όπως είναι γνωστό, βρέθηκε για πρώτη φορά στη Μαχαιρούντα της Παλαιστίνης όπου βρισκόταν το παλάτι του Ηρώδη. Για δεύτερη φορά και με θαυμαστό τρόπο, βρέθηκε στην Έμεσα, φυλαγμένη μέσα σε στάμνα, το έτος 431.

Η Γ´ Εύρεση έγινε στα Κόμανα της Καππαδοκίας, όταν ένας ευλαβής ιερέας, καθοδηγούμενος από το Θεό, την βρήκε φυλαγμένη σε ασημένια θήκη και θαμμένη στη γη. Το γεγονός αυτό συνέβη πριν από τα τέλη του 9ου αιώνα και το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε δεκτό με θερμές εκδηλώσεις ευλάβειας και τοποθετήθηκε στην περίφημη μονή Στουδίου.

Όπως τονίζει και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης σε σχετικό εγκώμιό του, η εύρεση της αγίας Κάρας ή άλλων ιερών λειψάνων είναι μήνυμα από τον ουρανό και πρόσκληση προς τους πιστούς για μια ζωή πίστης και αγιότητας, με συμπαραστάτες τους αγίους που ο Ίδιος ο Κύριος έχει θαυμαστώσει για την παρηγορία και ενίσχυση των ανθρώπων.

Ιδιαίτερα σήμερα, με τις τόσες δοκιμασίες, δυσκολίες και πικρίες της καθημερινότητας, αντλούμε δύναμη και θάρρος από τη χάρη και την παρρησία των Αγίων μας και κατεξοχήν από το ήθος και την ευθύτητα του Ιωάννου του Βαπτιστού.
Του Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου.


ΠΗΓΗ

Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς:«Στα έσχατα χρόνια το κακό και η αίρεση θα έχει τόσο εξαπλωθεί που οι πιστοί δε θα βρίσκουν ιερέα και ποιμένα να τους προστατέψει από την πλάνη και να τους συμβουλέψει στη σωτηρία....


Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς:

«Στα έσχατα χρόνια το κακό και η αίρεση θα έχει τόσο εξαπλωθεί που οι πιστοί δε θα βρίσκουν ιερέα και ποιμένα να τους προστατέψει από την πλάνη και να τους συμβουλέψει στη σωτηρία. Τότε, οι πιστοί δε θα μπορούν να δεχτούν ασφαλείς οδηγίες από ανθρώπους, άλλα οδηγός τους θα είναι τα κείμενα των Αγίων Πατέρων. Ιδίως σε αυτή την εποχή, ο κάθε πιστός θα είναι υπεύθυνος για όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Αδελφοί, καιρός να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας απέναντι στο Θεό και την ιστορία. Μην ανέχεστε άλλες λοξοδρομίες και πλάνες από τους ιερείς και αρχιερείς σας! Μην κάνετε τα ''στραβά μάτια'', είστε συνυπεύθυνοι! Οι Άγιοι σας προειδοποιούν...»

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, εσωτερικός χώρος

δείτε επίσης:

 

ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Ο Νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωφ (23/5/1996)

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

Ο Νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωφ (23/5/1996)

ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ: Ο Νεομάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 στο χωριό Κουρίλοβο του Παντόλσκ κοντά στη Μόσχα. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ Βασίλιεβνα. Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δε φορούσε Σταυρό και στη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο Ευγένιος δεν έβγαλε ποτέ από πάνω του. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελούσαν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε και συνέχισε να τον φορά. Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός.

ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ: Στις 25/6/1995 παρουσιάστηκε στο Στρατό και στις 13/1/1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ιγκουερίνας. Ένα μήνα μετά, στις 13/2/1996, αιχμαλωτίστηκε. Η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από έναν δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει σχετική οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από το δρόμο περνούσαν συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα (3.00) εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο.
Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν δέκα πάνοπλοι Τσετσένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, κείμενο και υπαίθριες δραστηριότητες

Στις 4π.μ. όταν ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι πρόκειται για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην πόλη Χαγκάλα της Τσετσενίας, για να βρει το παιδί της. Εκεί ήρθε σε επαφή με αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθειγια την τύχη του Ευγένιου. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000 (!). Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα κέρδιζαν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού ψάχνοντάς τον, διέσχισε χωριά, ναρκοθετημένους δρόμους, μέτωπα συγκρούσεων, και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».

ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ-ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν, ώστε να καταφέρουν, ει δυνατόν, να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του και να γίνει μουσουλμάνος και δήμιος άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει, έστω, το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν. Αργότερα, οι ίδιοι κάποιοι πολέμαρχοι των ισλαμιστών ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δε θα τον αδικούσαμε». Στις 23 Μαΐου του 1996, την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν και τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του.


Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι (Δες σχετ. βίντεο στο youtube).

Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα, άτομα στέκονται, δέντρο, φυτό και υπαίθριες δραστηριότητες

ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ: 
Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Οι Τσετσένοι ζήτησαν 4000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια. Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε, για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λίτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κ.ά.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, στέκεται, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Στις 20/11/1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Σε λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του. Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:

ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ:Ένα κορίτσι Ορθόδοξου ορφανοτροφείου διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι λέγεται Ευγένιος και την οδήγησε από το χέρι στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν τέτοιο μανδύα». Πολλοί έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα να βοηθάει αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες. Σε νοσοκομείο τραυματιών πολέμου, νοσηλευόμενοι πιστοποιούν ότι ένας άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στο Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα αναγνωρίζοντας αυτόν που τους βοήθησε. Το στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και πολλοί φυλακισμένοι. Βοηθάει τους ψυχικά συντετριμμένους λόγω της φυλακίσεως τους. Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΙΩΝ: Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο συγκεκριμένος αρχηγός των Τσετσένων και η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από ομοφύλους του σε εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Μεγαλυνάριο: “Τον ανδρείον μάρτυρα του Χριστού και βασανισθέντα υπό νέων ισλαμιστών, Άγιον στρατιώτην Ευγένιον τον Ρώσσον στερρώς αγωνισθέντα ύμνοις τιμήσωμεν.”


ΒΙΝΤΕΟ



ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος.


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης που ήταν συγγενής της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Πολύ νωρίς έγινε μαθητής του Ιωάννου Προδρόμου ενώ παράλληλα εργαζόταν και στην τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο.


Κάποια μέρα λοιπόν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάδιζε αργά στις όχθες του Ιορδάνου διδάσκοντας τον λαό την μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη. Μαζί του ήσαν και δύο από τους μαθητές του, ο αδελφός του Πέτρου, και ο Ιωάννης. Καθώς ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τον Ιησούν Χριστόν παράξενα ακούγονται τα λόγια του: «Ίδε ο αμνός του Θεού».

Η καρδιά των δύο μαθητών σκιρτά στο άκουσμα των λόγων αυτών. Μήπως είναι ο Μεσσίας που περιμένουν;...

Μόλις τον βλέπουν ν' απομακρύνεται τον ακολουθούν με κάποια προσμονή και ελπίδα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας τον πόθο τους να τον πλησιάσουν στρέφεται και τους ρωτά:

-Τι ζητείται;
-Ραββί, που μένεις; του απαντούν.

-Έρχεσθε και ίδετε. Ελάτε να διαπιστώσετε μόνοι σας. Ήλθαν λοιπόν και έμειναν κοντά του όλο εκείνο το ευτυχισμένο απόγευμα...

Ύστερα από λίγες μέρες καθώς τακτοποιούσαν και ετοίμαζαν τα δίχτυα ο Ιωάννης με τον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο, βλέπει και πάλι τον Ιησούν να τον πλησιάζη. Η καρδιά του και πάλι σκυρτά στο αντίκρυσμα του θεϊκού εκείνου προσώπου και περιμένει ν' ακούση κάτι πολύ σημαντικό από το στόμα του Διδασκάλου.

Πράγματι, ο λόγος του τους καλεί να τον ακολουθήσουν και οι δύο αδελφοί στον ιερό και ύψιστον έργον του. Και αυτοί, χωρίς να υπολογίσουν τα καΐκια και τα δίχτυα, περιουσία και τον πατέρα που θα άφηναν μόνο του στην εργασία, τα εγκαταλείπουν όλα και τον ακολουθούν.


Από τη μέρα εκείνη ο σύνδεσμος του Ιωάννου με τον Ιησούν γίνεται βαθύς, άρρηκτος, ισόβιος. Εκείνος ο αγαπημένος διδάσκαλος και αυτός ο αγαπημένος, ο κατ' εξοχήν αγαπημένος μαθητής του. Τον ακολουθεί καθ' όλη τη διάρκεια της δημοσίας ζωής του επί τρία χρόνια. Όταν ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να μεταμορθωθή, ανέβηκε μαζί και αυτός ο αγαπημένος μαθητής μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και είδε εκεί την Μεταμόρφωσι του Θεού Λόγου και την φωνή του Θεού Πατρός που έλεγε: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα αυτού ακούετε».

Επίσης κατά τον Μυστικόν Δείπνον εκάθισε κοντά στον αγαπημένο του Διδάσκαλο και όταν έμαθαν οι μαθηταί ότι κάποιος απ' αυτούς θα τον προδώση, αυτός έπεσε πάνω στο στήθος του Ιησού και τον ερώτησε:

- Κύριε, ποιος είναι αυτός που θα σε προδώση;

Όταν πάλι έπιασαν τον Χριστόν οι Ιουδαίοι αυτός τον ακολούθησε και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως σαν γνωστός του και κοντά σ' αυτόν μπήκε και ο Πέτρος.

Όταν τέλος εσταυρώθη ο Κύριος αυτός ήτο παρών κοντά στον Σταυρό εκείνες τις στιγμές, ενώ όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, ο Διδάσκαλος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την μητέρα του απευθυνόμενος στοργικά της λέει: «Γύναι, ιδού ο υιός σου», γυρίζοντας κατόπιν προς τον Ιωάννην του λέγει: «Ιδού η μήτηρ σου». Τι άλλο μπορεί να υπάρξη πιο μεγάλη ευτυχία από τον λόγον αυτόν;

Από την ώρα εκείνη λοιπόν, επήρε, όπως ήταν άξιο και πρέπον, στο σπίτι του την Μητέρα και Παρθένον, αυτός που ήταν κατά το σώμα και την ψυχήν Παρθένος. Και όταν ανεστήθη ο Κύριος, αυτός αφού πρόλαβε τον Κορυφαίον Πέτρον και αφού έσκυψε πρώτος στον τάφο, είδε τα εντάφια και τον Χριστόν που ποθούσε. Δέχεται απ' Αυτόν το ζωογόνον φύσημα και προβάλλεται της Οικουμένης όλης Απόστολος. Αυτός είδε τον Κύριον όταν ανελήφθη.

Αυτός έπειτα εδέχθη την επιφοίτησιν του Παρακλήτου εν είδει πυρίνων γλωσσών μαζί με τους άλλους συμμαθητάς κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Αυτός τέλος και μέχρι την Κοίμησιν της Θεοτόκου έμεινε στα Ιεροσόλυμα, υπηρετώντας αυτήν σ' όλες τις ανάγκες.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ύστερα από την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτον, έπεσε ο κλήρος ο Ιωάννης να έλθη στην Μικρά Ασία, που ήταν γεμάτη από είδωλα και ολόκληρη ήταν αφημένη στην ειδωλολατρική πλάνη.

Για το πράγμα αυτό λυπήθηκε ο Απόστολος και επειδή σαν άνθρωπος τον έπιασε αγωνία και δεν ήλπισε καθόλου στην ανίκητη δύναμη του Θεού, έπεσε κατά παραχώρησιν Θεού σε πειρασμό, ώστε να συγχωρεθη με τον πειρασμό το ανθρώπινο σφάλμα του. Διότι οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες στην αρετή πρέπει να φυλάγουν την ακρίβεια και στα μικρότερα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορον την τρικυμία και το ναυάγιο που επρόκειτο να υποστούν και ότι μόνον ο Ιωάννης επρόκειτο να πειρασθή στην θάλασσα για σαράντα ημέρες.

Αφού λοιπόν έγινε η τρικυμία, όπως το προείπε ο Απόστολος, τα κύματα της θαλάσσης έβγαλαν τον Πρόχορον στην Σελεύκειαν. Εκεί κατασυκοφαντήθηκε ότι είναι μάγος και ότι πήρε χρήματα από το πλοίο που ναυάγησε και τα ξοδεύει. Από την Σελεύκεια επήγε σ' έναν τόπο της Ασίας που λέγεται Μαρμαρεώτης σε διάστημα σαράντα ημερών.

Όταν πήγε ευρήκε τον δάσκαλο του Ιωάννη που τον είχε βγάλει εκεί η θάλασσα. Δόξασαν λοιπόν και οι δύο τον Θεόν που τους εγλύτωσε και τον ευχαρίστησαν.

ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟ.
ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ.


Έπειτα πήγαν και οι δύο στην Έφεσο, όπου συνάντησαν μια γυναίκα με το όνομα Ρωμάνα, που ήταν ξακουστή για την κακία της ως την Ρώμη. Αυτή λοιπόν αφού πήρε τον μέγαν Ιωάννην και τον μαθητήν του Πρόχορον τούς ανάγκασε να δουλεύουν σ' ένα δικό της λουτρό. Επειδή δε ο Ιωάννης, καθώς ήταν άπειρος από τέτοια δουλειά συνέβαινε να κάνει μερικά σφάλματα σε μερικές εργασίες, τούς μεταχειριζόταν εκείνη η κακή γυναίκα με τόση μεγάλη ωμότητα και απανθρωπιά, σαν να τους είχε εξαγορασμένους δούλους. Τον Ιωάννη τον είχε υπηρέτη για να χύνη νερό σ' όσους έκαναν λουτρό.

Μέσα σ' εκείνο το λουτρό κατοικούσε και ένας άγριος Δαίμονας που συνήθιζε τρεις φορές κάθε χρόνο να πνίγη ένα νέον ή μια νέα. Επήρε δε την άδεια και άρχισε να κάνη τέτοιον φόνον ο διάβολος, διότι όταν θεμελιωνόταν εκείνο το λουτρό έπεισε ο σιχαμερός εκείνους που έκτιζαν να χώσουν μέσα στα θεμέλια ένα νέον και μια νέα, με σκοπό τάχα να αντιλαλή και να βγάζη μεγάλον ήχον το λουτρό. Απ' αυτό λοιπόν αφού πήρε αφορμή ο ανθρωποκτόνος διάβολος, έπνιγε εκεί συχνά τους ανθρώπους.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΟΜΝΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΟΥ.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΑΥΤΩΝ


Ύστερα από τρεις μήνες λοιπόν, αφ' ότου πήγαν στο λουτρό ο Ιωάννης και ο Πρόχορος, καθώς έμπαινε στο λουτρό για να λουσθή κάποιος Δόμνος, παιδί του Διοσκορίδου του συζύγου της Ρωμάνας, πνίγηκε από τον Δαίμονα. Θρηνούσε λοιπόν η Ρωμάνα απαρηγόρητα για τον θάνατο του Δόμνου.

Ο πατέρας του Διοσκουρίδης όταν έμαθε την ξαφνική είδησι τού θανάτου του επέθανε από την υπερβολική λύπη. Παρακαλούσε λοιπόν η Ρωμάνα την ψευτοθεά Άρτεμιν για να αναστήση τον Δόμνον και έκοβε τις σάρκες της. Όμως μάταια τα έκανε όλα αυτά.

Ο Ιωάννης λοιπόν ρώτησε τον Πρόχορο για ποια αιτία θρηνεί η Ρωμάνα. Εκείνη όταν τους είδε να συνομιλούν έπιασε και άρχισε να τον συκοφαντή ότι είναι μάγος και τέλος να τον φοβερίζη ότι πρόκειται να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε μέσον για να αναστήση τον Δόμνον.

Αφού λοιπόν αναγκάσθηκε έτσι ο Απόστολος έκανε προσευχήν. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως ανεστήθη ο Δόμνος. Αυτό το θαύμα όταν είδε η Ρωμάνα έμεινε εκστατική και άρχισε να αποκαλή τον Ιωάννην Θεόν και υιόν Θεού.

Ύστερα αφού εξωμολογήθηκε ειλικρινά τις αμαρτίες της και αφού ζήτησε συγχώρησι για τις κακοπάθειες που προξένησε στον Απόστολο και τον μαθητή του, επέστρεψε στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Ύστερα δε από τον Δόμνον ο Ιωάννης ανέστησε και τον πατέρα του τον Διοσκουρίδη και τον εβάπτισε. Επίσης εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του και όλους τους άλλους που έτρεξαν εκεί. Έδιωξε δε και τον πονηρό Δαίμονα που κατοικούσε μέσα στο λουτρό.

ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ

Επειδή οι Εφέσιοι ετελούσαν μεγάλη γιορτή στην ψευτοθεά Άρτεμιν, γι' αυτό ο Απόστολος επήγε κατά τον καιρό της γιορτής και ανέβηκε επάνω σ' εκείνο το μέρος, όπου στεκόταν το είδωλον της Αρτέμιδος. Οι όχλοι όμως βλέποντας τον θύμωσαν πολύ και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Όμως οι πέτρες δεν χτύπησαν καθόλου τον Άγιον, αλλά το είδωλον μέχρι που το συνέτριψαν.

Εκείνοι όμως οι ανόητοι δεν θέλησαν να έλθουν σε συναίσθησιν, αλλά βλέποντας τον Απόστολον να τους μιλάη για πίστι, πάλι τον λιθοβολούσαν. Οι πέτρες όμως παράδοξα επέστρεφαν και κτυπούσαν τους ίδιους και τους επλήγωναν. Τότε ο θείος Απόστολος έκανε προσευχή στον Θεό και αμέσως έγινε σεισμός και μεγάλος βρασμός της γής και χάθηκαν απ' αυτόν διακόσιοι άνθρωποι. Βλέποντας αυτό οι υπόλοιποι άνθρωποι μόλις και μετά βίας απαλλάχθηκαν από την μέθη και τον σκοτισμό της πλάνης και παρακαλούσαν θερμά τον Απόστολο να ελεηθούν και οι ίδιοι και να αναστηθούν όσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, αφού προσευχήθηκε ο Απόστολος, αμέσως όλοι αναστήθηκαν. Και επειδή έγινε πάλι βρασμός της γής, γι' αυτό έπεσαν όλοι στα πόδια του Αποστόλου και, αφού πίστεψαν στον Χριστό, βαπτίσθηκαν.

Έπειτα πήγε ο θείος Απόστολος σ' ένα τόπον που ωνομαζόταν Τύχη και εκεί θεράπευσε ένα παράλυτο που ήταν κατάκοιτος δώδεκα ολόκληρα χρόνια.

Επειδή λοιπόν έκανε ο Απόστολος και άλλα πολλά θαύματα και η φήμη τους έτρεχε παντού, βλέποντας αυτά εκείνος ο Δαίμονας, που έμενε και κατοικούσε στον ναόν της Αρτέμιδος, και γνωρίζοντας ότι και ο ίδιος θα διωχθή απ' εκεί απ' τον Ιωάννη μεταμορφώθηκε σε στρατιώτη, κρατώντας στα χέρια χαρτιά και κλαίγοντας ότι δήθεν έφυγαν απ' τα χέρια του δυο μάγοι άριστοι και εξαιρετικοί που του δόθηκαν από την εξουσία να τους φυλάγη. Εξ' αιτίας αυτού τον έβαλαν σε μεγάλον κίνδυνο με τη φυγή τους. Έδειχνε δε στους ανθρώπους εκεί και ένα δέμα φλωριά και υποσχόταν να το δώση σ' αυτούς εάν βρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.

Ακούγοντας λοιπόν αυτά πολλοί κινήθηκαν εναντίον του σπιτιού του Διοσκουρίδου φοβερίζοντας ότι θα το κατακαύσουν μαζί μ' αυτόν, αν δεν παραδώση στα χέρια τους, τους μάγους. Ο ευλαβής όμως και ευγνώμων Διοσκουρίδης προτιμούσε καλύτερα να καή παρά να παραδώση τους Αποστόλους, που του φανήκαν ευεργέτες του. Ο δε μέγας Ιωάννης προγνωρίζοντας με την προορατικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος, ότι αν παραδοθή σ' αυτούς πρόκειται πάλι να κάνη θαύματα και απ' αυτό να επιστρέψη πολλούς στην ζωή της ευσεβείας παρέδωκε τον εαυτό του ο ίδιος μαζί με τον Πρόχορον στους απίστους.

Αφού λοιπόν σύρθηκαν από τους απίστους οι Απόστολοι του Κυρίου, όταν πήγαν στον ναό της Αρτέμιδος, προσευχήθηκαν στον Θεό να γκρεμισθή ο ναός, αλλά κανένας άνθρωπος να μη πάθη κακό. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως έγινε αυτό. Τότε ο μέγας Απόστολος διατάζει τον Δαίμονα που κατοικούσε εκεί με αυτά τα λόγια:

- Σε σένα ομιλώ τον ακάθαρτο Δαίμονα.

- Τι θέλεις; Αποκρίθηκε η φωνή.

- Θέλω να ομολογήσης φανερά πόσα χρόνια κατοικείς εδώ και αν είσαι συ που ξεσήκωσες τόσον λαόν εναντίον μας, ξανάπε ο Απόστολος.

Πιεζόμενος ο Δαίμονας από την θέλησιν του Αγίου αποκρίθηκε.

- Διακόσια σαράντα εννιά χρόνια κατοικώ σ' αυτόν τον ναό. Πράγματι, εγώ είμαι αυτός που εκίνησα όλους αυτούς εναντίον σας.

- Σου παραγγέλω εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου να μη κατοικήσης πια σ' αυτόν τον τόπον, είπε πάλι ο Απόστολος.

Αμέσως λοιπόν έφυγε ο Δαίμονας από την πόλι της Εφέσου. Οι Έλληνες δε βλέποντας αυτά εφοβήθηκαν και οι περισσότεροι απ' αυτούς τρόμαξαν. Απ' το γεγονός αυτό πίστεψαν πολλοί στον Κύριο Ιησού και βαπτίσθηκαν στο Όνομά Του.

ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ.

Επειδή λοιπόν έκανε και άλλα πολλά θαύματα ο Ιωάννης, και γύρισε πολύ πλήθος Ελλήνων στην πίστι του Χριστού και έπειτα επειδή η φήμη τους έφθασε στ' αυτιά του τότε βασιλέως Δομιτιανού που εβασίλευε κατά το 82, ο Δομιτιανός έστειλε και έφερε μπροστά του τον μέγαν Ιωάννην μαζί με τον Πρόχορον.

Αφού λοιπόν τους έκανε ερωτήσεις και είδε την σταθερότητα που έδειξαν για την πίστι τους τούς υπέβαλε σε βασανιστήρια. Τους έβαλε να πιούν δηλητήριο και αφού δεν έπαθαν τίποτε τους έριξε σ' ένα πιθάρι μεγάλο με βραστό λάδι. Αφού και απ' εκεί βγήκαν χωρίς να πάθουν το παραμικρό με διαταγή του Δομιτιανού εξορίζονται στην νήσο Πάτμο. Ο Κύριος όμως είχε προλάβει και εφανέρωσε με όραμα στον Ιωάννη για την υπόθεσι αυτή. Δηλαδή ότι πρόκειται να πάθη πολλούς πειρασμούς και ότι θα εξορισθή σ' ένα νησί που έχει μάλιστα πολύ μεγάλη ανάγκη της δικής του παρουσίας.

Πλέοντας λοιπόν στην θάλασσα ο Απόστολος μαζί με τους σωματοφύλακες του βασιλέως ανέστησε ένα στρατιώτη που πέθανε στον δρόμο. Αλλά και την τρικυμία που έγινε ύστερα απ' αυτά στην θάλασσα την μετέβαλε σε γαλήνη. Κατά παράκλησιν του στρατιώτη θεράπευσε και ένα από τους σωματοφύλακες που έπασχε από δυσεντερία και κινδύνευε να πεθάνη ύστερα από λίγο. Βλέποντας λοιπόν αυτά οι σωματοφύλακες επίστεψαν όλοι στον Χριστό και βαπτίσθηκαν.

Αφού λοιπόν έφθασε ο Ιωάννης στην Πάτμο, ελευθέρωσε τον Απολλωνίδη, το παιδί του Μύρωνος από το μαντικό πνεύμα που κατοικούσε σ' αυτόν και το εξώρισε μακρυά απ' το νησί. Απ' το θαύμα αυτό επίστευσαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν όλοι οι άνθρωποι που ευρίσκοντο στο σπίτι του Μύρωνος. Το ίδιο και ο Απολλωνίδης που ελευθερώθηκε και η θυγατέρα του Χρυσίππη με τους ανθρώπους της. Ύστερα δε βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Ανθύπατος, δηλαδή ο άρχοντας της χώρας της Πάτμου.

ΚΥΝΩΨ Ο ΜΑΓΟΣ

Ευρίσκετο στην Πάτμο κάποιος μάγος που ωνομαζόταν Κύνωψ, που κατοικούσε σ' έρημο τόπο από αρκετά χρόνια μαζί με τα ακάθαρτα Δαιμόνια. Αυτόν τον μάγον όλοι όσοι κατοικούσαν στο νησί τον θεωρούσαν σαν θεό, για τις φαντασίες και ενέργειες των Δαιμόνων που εγίνοντο απ' αυτόν. Οι δε ιερείς του ψεύτικου θεού Απόλλωνος καθώς είδαν τον Ιωάννη που εδίδασκε με πολλή παρρησία την πίστη στον Χριστό, έτρεξαν στον Κύνωπα και τον παρακάλεσαν γονατιστοί να κινηθή κατά του Ιωάννου, επειδή αυτός ερήμωσε σχεδόν τον ναόν του Απόλλωνος και απεμάκρυνε όλους από τον σεβασμό και την λατρεία των θεών.

Ο Κύνωψ λοιπόν όταν άκουσε αυτά υπερηφανεύθη και έκρινε ανάξιο της υπολήψεως του το να πάη μόνος στη χώρα. Αφ' ενός μεν διότι για διάστημα πολλών χρόνων βρισκόταν στην έρημο κλεισμένος. Αφ' ετέρου δε επειδή αυτοί που βρίσκονταν στην χώρα της Πάτμου αυτοί πήγαιναν σ' αυτόν και όχι αυτός προς εκείνους. Γι' αυτό υποσχέθηκε στους ιερείς ότι αυτός θα στείλη έναν πονηρόν Άγγελον στο σπίτι του Μύρωνος που πίστεψε, για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου που έμενε εκεί και να την παραδώση σε καταδίκη αιώνια.

Έστειλε λοιπόν ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών Δαιμόνων προς τον Ιωάννη, όπως υποσχέθηκε. Ο Δαίμονας δε αφού πήγε στο σπίτι του Μύρωνος, στάθηκε στο μέρος εκείνο όπου ήτο ο Ιωάννης.

Μόλις όμως τον γνώρισε ο θείος Απόστολος του λέγει:"

- Σου παραγγέλω στο όνομα του Ιησού Χριστού να μη βγης από τον τόπο που στέκεσαι έως ότου μου φανερώσης για ποια αιτία ήλθες σε μένα.

Και αμέσως με τον λόγο του Αποστόλου στάθηκε το Δαιμόνιον δεμένο και απήντησε ως εξής πιεζόμενο από την θεία δύναμι:

- Οι ιερείς το Απόλλωνος ήλθαν στον Κύνωπα και είπαν πολλά
εναντίον σου και τον παρακάλεσαν να έλθη εδώ στην χώρα και
να σε θανατώση. Ο Κύνωψ όμως δεν καταδέχθηκε λέγοντας.
Είναι πολλά χρόνια που δεν βγήκα από τον τόπο αυτό και τώρα
για ένα άνθρωπο μικρόν και ασήμαντο να αφήσω την αγαπητή
μου ερημιά και ζωή; Γυρίστε όμως πίσω και αύριο θα στείλω
Άγγελον πονηρόν για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου και να
την φέρη σ' εμένα για να την παραδώσω σε κρίσιν.

Και ο Ιωάννης του είπε:

- Εστάλης ποτέ από τον Κύνωπα για να πάρης ψυχή ανθρώπου και την πήγες σ' αυτόν;

- Με έστειλε και θανάτωσα μεν άνθρωπον, αλλά ψυχήν ανθρώπου ποτέ δεν παρέδωσα σε κόλασιν, αποκρίθηκε ο Δαίμονας.

- Για ποιόν λόγο υπακούετε στον Κύνωπα; Ρώτησε ο Ιωάννης.

- Όλη η δύναμη του Σατανά κατοικεί μέσα σ' αυτόν. Και έχει συμφωνίαν αυτός μεν να είναι πάντα μαζί μας εμείς δε πάντα μαζί του. Και ο Κύνωψ ακούει εμάς τους Δαίμονες, εμείς δε οι Δαίμονες ακούμε τον Κύνωπα.

- Άκουσε, πνεύμα πονηρό. Σε διατάζει ο Ιωάννης, ο Απόστολος του Υιού του Θεού, άλλη φορά να μην ενοχλήσης άνθρωπον, ούτε να γυρίσης στον τόπο σου. Αλλά να φύγης έξω απ' αυτό το νησί και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί.

Και αμέσως το πνεύμα έφυγε μακρυά απ' το νησί.

Βλέποντας λοιπόν ο Κύνωψ ότι δεν επέστρεψε σ' αυτόν το πρώτο Δαιμόνιον έστειλε και δεύτερο. Αλλά επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, έστειλε ακόμη και άλλα δύο Δαιμόνια από τα αρχοντικά, για να μπη το ένα στο σπίτι όπου έμενε ο Ιωάννης και το άλλο να σταθή έξω και να ιδή αυτά που γίνονται και να γυρίση να τα φανερώση στον Κύνωπα. Επειδή λοιπόν πήγε το ένα Δαιμόνιο και διώχθηκε έξω απ' το νησί όπως διώχθηκαν και τα δύο πρώτα, εκείνο το Δαιμόνιο που στεκόταν έξω γύρισε και φανέρωσε στον Κύνωπα αυτά που έγιναν. Ωργίσθηκε λοιπόν ο Κύνωψ και πήρε μαζί του όλα τα πλήθη των Δαιμόνων και πήγε στην Χώρα. Ηχολόγησε όλη η Χώρα και ταράχθηκε μόλις είδε τον Κύνωπα και όλοι τον προσκυνούσαν. Πρόφθασε δε τον Ιωάννη ο Κύνωψ, την ώρα που δίδασκε τον λαόν, και κυριεύθηκε από θυμόν πολύν και είπε στον λαό.

- Άνθρωποι ανόητοι και τυφλοί, ακούστε. Αν είναι δίκαιος ο Ιωάννης και όσα λέγει αν είναι αλήθεια θα θεραπεύση και σας και μένα. Αν μπορέση να κάνη εκείνο που θα πω σ' αυτόν τότε και εγώ πιστεύω σ' όλα όσα λέγει.

Αφού κράτησε λοιπόν ο Κύνωψ ένα νέον που ήτο εκεί του λέγει:

- Νέε, ζη ο πατέρας σου;
- Ναυάγησε και πνίγηκε στον βυθό της θαλάσσης, απεκρίθηκε ο νέος.

Τότε λέγει ο Κύνωψ στον Ιωάννη:

- Να, δείξε πράγματι αν είναι αληθινά τα λόγια σου, και αφού ανεβάσης από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου αυτού φέρε τον μπροστά σ' όλους μας ζωντανό και υγιή.
- Δεν με έστειλε ο Χριστός για να ανασταίνω νεκρούς, αλλά για να διδάσκω πλανεμένους ανθρώπους.

Είπε λοιπόν ο Κύνωψ προς όλον τον λαόν.

- Τώρα λοιπόν να καταλάβετε και να πεισθήτε ότι αυτός είναι πλάνος και σας ξεγελά με μαγικές τέχνες. Κρατήστε τον λοιπόν μέχρι που να φέρω εγώ από την θάλασσα τον πατέρα του νέου και να τον παρουσιάσω ζωντανό.

Αφού κρατήθηκε ο Ιωάννης, άπλωσε τα χέρια του ο Κύνωψ και τα κτύπησε. Έγινε λοιπόν στην παραλία μεγάλος κρότος, ώστε όλοι φοβήθηκαν. Τότε ο Κύνωψ εξαφανίσθηκε από τα μάτια όλων των ανθρώπων. Αμέσως δε φώναξαν δυνατά και είπαν: «Μεγάλος είσαι Κύνωψ και εκτός από σένα δεν υπάρχει άλλος». Ξαφνικά λοιπόν βγήκε από την θάλασσα ο Κύνωψ έχοντας μαζί του ένα Δαίμονα που φαινόταν να μοιάζη στο πρόσωπο του πνιγμένου πατέρα του νέου, και όλοι εθαύμασαν.

Έπειτα λέγει προς τον νέον:

- Αυτός είναι ο πατέρας σου;

- Ναι, κύριε, απήντησε ο νέος.

Και έτσι όλοι προσκύνησαν τον Κύνωπα και ήθελαν να θανατώσουν τον Ιωάννη. Ο Κύνωψ όμως δεν άφησε να τον θανατώσουν λέγοντας: «Όταν δήτε μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε να τιμωρηθή όπως του αξίζει».

Αφού κάλεσε λοιπόν πάλι άλλον άνθρωπον του είπε:

- Είχες υιόν;
- Ναι, κύριε, είχα και κάποιος τον εφθόνησε και τον θανάτωσε, απεκρίθη εκείνος.
- Θα αναστηθή ο υιός σου, του είπε ο Κύνωψ.

Και αμέσως κάλεσε με το άνομα και τον φονιά και τον φονευθέντα. Πράγματι και οι δυο μαζί παρουσιάσθηκαν μπροστά. Είπε λοιπόν ο Κύριος στον άνθρωπο:

- Αυτός είναι ο υιός σου; Και αυτός είναι εκείνος που τον εφόνευσε;

- Ναι, Κύριε, απεκρίθη ο άνθρωπος.

Τότε καυχώμενος ο Κύνωψ είπε στον Ιωάννη.

- Τι θαυμάζεις, Ιωάννη;

- Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου γι' αυτά.

- Όταν δης μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε θα θαυμάσης, είπε ο Κύνωψ.

- Τα θαύματά σου γρήγορα θα διαλυθούν, απήντησε ο Ιωάννης.

Όταν άκουσε αυτόν τον λόγο ο όχλος αμέσως ώρμησε και άρχισε να κτυπά άγρια τον Ιωάννη και ολίγον έλειψε να τον αφήση νεκρόν. Επειδή δε ενόμισε ο Κύνωψ ότι πέθανε ο Ιωάννης είπε προς τον λαόν. Αφήστε τον άταφον για να τον φάγουν τα όρνια. Μόλις πληροφορήθηκαν λοιπόν όλοι ότι πέθανε ο Ιωάννης, έφυγαν απ' εκεί με χαρά και επαίνους για τον Κύνωπα.

ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΝΩΠΟΣ.

Ύστερα απ' αυτά, όταν άκουσε ο Κύνωψ ότι ο Ιωάννης ζη και διδάσκει τον λαό σ' ένα τόπο που ονομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τον Δαίμονα εκείνον που χρησιμοποίησε για τις νεκρομαντείες. Αφού πήγε λοιπόν στον Ιωάννη του είπε:

- Εγώ επειδή ήθελα να σου προξενήσω περισσότερη ντροπή και καταδίκη γι' αυτό ως τώρα σε άφησα να ζης. Αλλά έλα τώρα να πάμε στον γιαλό κι εκεί θα δης την δύναμί μου και θα ντροπιασθής.

Τον ακολουθούσαν δε και οι τρεις Δαίμονες εκείνοι που νομίσθηκαν ότι αναστήθηκαν εκ νεκρών.

Αφού λοιπόν κτύπησε τα χέρια του κι έκανε κρότον, έγινε άφαντος από τα μάτια των ανθρώπων αφού βυθίστηκε ξαφνικά στον βυθόν της θαλάσσης. Οι όχλοι πάλι φώναζαν: «Είσαι μεγάλος, Κύνωψ, και δεν υπάρχει άλλος όπως συ». Ο Ιωάννης λοιπόν διέταξε τους Δαίμονες, που εστέκοντο μαζί με τον Κύνωπα σε σχήμα ανθρώπων, να μην κινηθούν απ' την θέσι τους. Και αμέσως προσευχήθηκε στον Θεό να μην φανή πλέον ζωντανός ο Κύνωψ.

Όταν λοιπόν βυθίστηκε ο Κύνωψ έγινε μεγάλος θόρυβος στη θάλασσα. Το νερό δε της θαλάσσης στράφηκε στο μέρος που βυθίστηκε ο Κύνωψ και δεν μπόρεσε πλέον ο άθλιος να βγή από την θάλασσα. Οι Δαίμονες δε που ήσαν με το σχήμα των ανθρώπων που αναστήθηκαν διώχθηκαν απ' τον Ιωάννη εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού μακρυά από την Πάτμο και έγιναν άφαντοι.

Επειδή λοιπόν ο λαός στάθηκε τρία ημερόνυχτα περιμένοντας να βγη ο Κύνωψ απ' την θάλασσα, από την νηστεία και τις φωνές που έβγαζαν και από τη ζέστη του ηλίου ξαπλώθηκαν στη γη άφωνοι οι περισσότεροι απ' αυτούς ώστε και τρία παιδιά πέθαναν. Εξ' αιτίας αυτού τους λυπήθηκε ο μέγας Ιωάννης όλους αυτούς και τα μεν παιδιά που πέθαναν τα ανέστησε, τους δε παραλυμένους ανθρώπους τους δυνάμωσε. Και αφού είπε σ' αυτούς πολλά για την πίστι τους έπεισε όλους να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτισθούν, αφού ο άθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πια στην θάλασσα, όπως παλαιά ο Φαραώ.

ΠΕΡΙ ΠΡΟΚΛΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΥ.

Κάποια γυναίκα που λεγόταν Προκλιανή κατελήφθη από έρωτα πονηρόν για τον υιόν της που λεγόταν Σωσίπατρος (αλλοίμονον!μέχρι που φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτα!). Επειδή δε δεν πέτυχε την βρωμερή της επιθυμία κατηγόρησε τον γιο της στον Άρχοντα του νησιού ότι την εβίασε.

Ενώ λοιπόν επρόκειτο να τιμωρηθή ο Σωσίπατρος άδικα από τον Άρχοντα, τον εβοήθησε ο Ιωάννης, επειδή δεν ήταν ένοχος, ως εξής: Ξεράθηκε αμέσως το δεξί χέρι τόσο του Άρχοντος όσο και της αισχρής Προκλιανής, αφού προηγουμένως σείσθηκε η γη μ' ένα μεγάλο ήχο και τρίξιμο.

Όταν λοιπόν έπαθαν αυτήν την τόσο μεγάλη θεϊκή τιμωρία, πίστεψαν και οι δυο στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Και έτσι τα χέρια τους γιατρεύθηκαν και η γη σταμάτησε να κλονίζεται.

ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ.

Όταν εβασίλευε ο βασιλιάς Τραϊανός ύστερα από τον Νερουάν κατά το έτος 98, εστάλησαν βασιλικά γράμματα στην Πάτμο που καλούσαν τον θείο Ιωάννη από την εξορία. Ήθελε λοιπόν ο Ιωάννης ν' αναχωρήση από την από την Πάτμο και να πάη στην Έφεσο. Οι Χριστιανοί όμως της Πάτμου θρηνούσαν και έκλαιγαν για τον απόχωρισμό του. Και τι δεν έκαναν για να μη χάσουν τέτοιον καλό Ποιμένα. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να τον εμποδίσουν γι' αυτό πρόβαλαν ένα διπλό ζήτημα στον μέγα Απόστολον

Δηλαδή να αφήση σ' αυτούς αντί για τον εαυτό του τους λόγους του και να γράψη σε βιβλίο το Μυστήριον όλης της Οικονομίας του Χριστού για μας.

Ο Ιωάννης λοιπόν, επειδή υπάκουσε στην δίκαιη επιθυμία τους αφ' ενός, αφ' ετέρου δε παρεκινήθη από την άνωθεν θεία Πρόνοια, ενήστεψε τρεις μέρες έχοντας και τους άλλους Χριστιανούς να νηστεύουν και να τον βοηθούν με την προσευχήν. Ανέβηκε έπειτα στο βουνό που ήταν εκεί με τον μαθητή του Πρόχορον και ανέβασε όλη του τη σκέψι στον Θεό. Και, ώ του Θαύματος! Αμέσως ακούγονται βροντές και αστραπές φοβερές και σαλεύεται όλο το βουνό, ώστε ο μαθητής του Πρόχορος πέφτει από τον φόβο του με το πρόσωπο στην γη και γίνεται σαν νεκρός.

Ο Ιωάννης όμως δεν φοβάται, αλλά στέκεται όρθιος. Επειδή η τέλεια αγάπη που είχε στον Θεό έδιωχνε τον φόβο απ' την καρδιά του όπως ο ίδιος είπε «η τέλεια αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄Ιωάν. δ΄18). Άκουσε λοιπόν μια βροντερή φωνή που έλεγε αυτά «εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιωάν.α΄1). Αυτήν την φωνή την φανέρωσε ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορο, αφού προηγουμένως τον σήκωσε απ' το χέρι και έδιωξε απ' αυτόν λίγο τον φόβο.

Αφού τέλειωσε λοιπόν όλο το θείον Ευαγγέλιο και το έγραψε με το χέρι του Προχόρου, το παρέδωσε στους Χριστιανούς που το ζήτησαν. Απ' εκεί διαδόθηκε σ' όλα τα πέρατα του κόσμου.

Ο ΝΕΟΣ ΛΗΣΤΗΣ.

Αφού έφυγε από το νησί Πάτμο ο μέγας Απόστολος πήγε σ' ένα τόπο που λεγόταν Αγροικία. Και εκεί αφού γιάτρεψε ένα τυφλόν επήγε σε μια γειτονική πόλι. Εκεί ευρήκε ένα νέον ευγενικό στην ψυχή και ωραίον στο πρόσωπο και τον ωδήγησε στον Χριστό. Έπειτα αφού τον παρεκίνησε να είναι ενάρετος και αφού τον παρέδωκε στα χέρια του Επισκόπου της πόλεως, σαν σε μάρτυρα του Χριστού, για να φροντίζη γι' αυτόν, έφυγε για την Έφεσο. Αφού λοιπόν τακτοποίησε καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα εκεί και κατήρησε όλο το ποίμνιον του Χριστού με την διδασκαλία του, και αφού επισκέφθηκε τις άλλες πόλεις που ήσαν κοντά και χειροτόνησε σ' αυτούς Επισκόπους, τότε πάλι επανήλθε στην πόλι που είπαμε προηγουμένως.

Όταν ζήτησε τον νέον εκείνον που παρέδωσε στον Επίσκοπο, έμαθε ότι έγινε αρχηγός των κλεφτών, διότι επήρε άσχημο δρόμο από τις διασκεδάσεις και τις κακές συναναστροφές των συνομηλίκων του νέων, (διότι είναι εύκολος και κατηφορικός ο δρόμος της κακίας). Λυπήθηκε, λοιπόν πολύ ο Απόστολος του Κυρίου για το κατάντημα του νέου εκείνου.

Ξεκίνησε λοιπόν και πήγε μόνος στον τόπο των κλεφτών και παραδόθηκε σ' αυτούς θεληματικά και μέσω αυτών ωδηγήθηκε και βρήκε τον νέο. Όταν τον συνήντησε, επειδή προσπάθησε εκείνος να φύγη (διότι κατάλαβε ότι είναι ο ευεργέτης του Ιωάννης) τον προσείλκυσε ο Απόστολος κοντά του με τα γλυκά και θελκτικά του λόγια.

Κατώρθωσε να τον πάρη μαζί του με τη Χάρι του Κυρίου και επέστρεψε στην πόλι. Και τόσο τον έκανε να προκόψη στην αρετή με τις συμβουλές του που έσταζαν μέλι και τις ιερές νουθεσίες, ώστε έγινε παράδειγμα αρετής και μετανοίας πολύ λαμπρό και στους άλλους ανθρώπους.

ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΗΣ.

Αφού επανήλθε πάλι στην Έφεσο ο επιστήθιος του Χριστού μαθητής, εκεί επέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Ήτο πενήντα εξ ετών όταν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα για το κήρυγμα. Επέρασε δε εννέα χρόνια κηρύττοντας έως ότου εξωρίσθηκε. Στην εξορία στην Πάτμο πέρασε δεκαπέντε χρόνια. Ύστερα δε από την εξορία έζησε άλλα εικοσιέξ χρόνια. Ώστε όλα τα έτη της ζωής του που πέρασε ήσαν εκατόν πέντε και επτά μήνες.

Ετσι έζησε ο Απόστολος του Κυρίου και αγωνίσθηκε για την ευσέβεια μέχρις αίματος. Έκανε πάρα πολλά θαύματα και επέστρεψε αμέτρητα πλήθη απίστων από διάφορα έθνη στην πίστι του Χριστού. Πέρασε αρκετόν χρόνον της ζωής του στο σπίτι του Δόμνου, που ο ίδιος τον ανέστησε μαζί με τους επτά μαθητές του, και τέλος έφυγε μαζί μ' αυτούς από το σπίτι.

Αφού έφθασε σ' ένα τόπο στους μεν μαθητές του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί, αυτός δε αφού προχώρησε μπροστά σε μικρή απόστασι, προσευχήθηκε. Ήταν δε ώρα πρωϊνή.

Έπειτα, αφού επέστρεψε, πρόσταξε τους μαθητές του να σκάψουν τη γη σε σχήμα σταυρού, τόσο μόνον, όσο ήτο το μέτρον του σώματός του. Αφού ξαπλώθηκε λοιπόν μέσα σ' εκείνον τον σκαμμένον τόπον, αποχαιρέτησε τους μαθητές του που έκλαιγαν πικρά και είπε: «Σύρετε το χώμα της γης που είναι μητέρα μου και με αυτό σκεπάστε με». Εκείνοι αφού τον ασπάσθηκαν και τον αποχαιρέτησαν, σκέπασαν το σώμα του μέχρι τα γόνατα. Έπειτα πάλι αφού τον ασπάσθηκαν τον σκέπασαν μέχρι τον λαιμό. Και πάλι αφού για τρίτη φορά τον ασπάσθηκαν έβαλαν πάνω στο ιερό του πρόσωπο ένα μανδήλι. Και έτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν όλο το σώμα του. Τότε ανέτειλε και ο ήλιος.

Αφού έκλαψαν οι μαθηταί, γιατί έμειναν ορφανοί από τον δάσκαλό τους, εγύρισαν στην πόλι διηγούμενοι τα σχετικά με τον Απόστολον. Οι άλλοι αδελφοί όταν τα άκουσαν αυτά επήγαν στον τάφο και αφού έσκαψαν δεν βρήκαν τίποτε. Τότε λοιπόν επέστρεψαν κλαίγοντας θερμώς για τη στέρησι τέτοιου ποιμένος.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Μαϊου και 26 Σεπτεμβρίου.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος β΄

Απόστολε, Χριστώ τω Θεώ ηγαπημένε, επιτάχυνον, ρύσαι λαόν αναπολόγητον δέχεταί σε προσπίπτοντα, ο επιπεσόνα τω στήθει καταδεξάμενος όν ικέτευε Θεολόγε, και επίμονον νέφος εθνών διασκεδάσαι, αιτούμενος ημίν ειρήνην, και το μέγα έλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος β΄Αυτόμελον

Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, τις διηγήσεται; βρύεις γαρ θαύματα και πηγάζεις ιάματα και πρεσβεύεις υπέρ των ψυχών ημών, ως Θεολόγος και φίλος Χριστού.


ΠΗΓΗ