Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΕΝΘΡΩΠΙΣΗ Δ’ ΑΡΧΙΜ. ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ


ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΦΙΛΩΤΑ

Κάθε εορτή του εκκλησιαστικού έτους που αναφέρεται στα γεγονότα του Θεανθρώπου αποτελεί έναν ξεχωριστό σταθμό μέσα στο ενιαίο έργο της Θείας Οικονομίας, έχει συγκεκριμένο θεολογικό περιεχόμενο και έναν ιδιότυπο πνευματικό χαρακτήρα, ώστε να βιώνεται με διαφορετική εμπειρία και όχι πάντοτε με την ίδια αίσθηση καρδιάς ούτε και με την ίδια πνευματική ένταση.
Είναι ευκολότερο να βιώσει κανείς την Χάρη στις ποικίλες εκφάνσεις της, παρά να τις εξηγήσει. Ό,τι νιώθει λοιπόν ο άνθρωπος εν Θεώ δεν είναι πάντοτε δυνατόν και να το εκφράσει. Γράφει περί αυτού ο όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Χρὴ οὖν τὸν περὶ Θεοῦ λέγειν ἢ ἀκούειν βουλόμενον σαφῶς εἰδέναι, (πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίζει καλά αυτός που θέλει να μιλά ή να ακούει για τον Θεό) ὡς οὐδὲ πάντα ἄρρητα οὐδὲ πάντα ῥητά, τά τε τῆς θεολογίας τά τε τῆς οἰκονομίας (πως ούτε όλα είναι ανέκφραστα ούτε όλα μπορούν να διατυπωθούν, και αυτά που αφορούν την θεολογία, δηλαδή την ενδοτριαδική σχέση των Προσώπων της Αγίας Τριάδος αλλά και αυτά που αφορούν την Θεία Οικονομία, ήτοι,την επέμβαση του Θεού στην ανθρώινη ιστορία) οὔτε μὴν πάντα ἄγνωστα, οὔτε πάντα γνωστά·(ούτε, βέβαια πάλι, όλα είναι άγνωστα, ούτε όλα γνωστά)· ἕτερον δέ ἐστι τὸ γνωστὸν καὶ ἕτερον τὸ ῥητόν, ὥσπερ ἄλλο τὸ λαλεῖν καὶ ἄλλο τὸ γινώσκειν (καθώς άλλο είναι αυτό που γνωρίζουμε και άλλο αυτό που μπορούμε να εκφράσουμε, όπως άλλο είναι το να ομιλούμε από το να γνωρίζουμε για κάτι).Πολλὰ τοίνυν τῶν περὶ Θεοῦ ἀμυδρῶς νοουμένων οὐ καιρίως ἐκφρασθῆναι δύναται (Ως εκ τούτου, πολλά απ’ αυτά που αναφέρονται στον Θεό, επειδή δεν νοούνται με ευκρίνεια δεν μπορούμε και να τα διατυπώσουμε με σαφήνεια), ἀλλὰ τὰ καθ᾿ ἡμᾶς ἀναγκαζόμεθα ἐπὶ τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς λέγειν (αλλά αναγκαζόμαστε να τα παρουσιάζουμε ανθρώπινα)». Ο γνωστός, πάλι, συγγραφέας Φώτης Κόντογλου εκφράζοντας αυτήν ακριβώς την αλήθεια γράφει για μια Χριστουγιαννιάτική του εμπειρία: «… Διάβαζα τ᾿ ἀρχαῖα τροπάρια, καὶ βρισκόμουνα σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴ μεταδώσω στὸν ἄλλον. Πρὸ πάντων ὁ ἰαμβικὸς Κανόνας «Ἔσωσε λαόν», μὲ κεῖνες τὶς παράξενες καὶ μυστηριώδεις λέξεις, μ᾿ ἔκανε νὰ θαρρῶ πὼς βρίσκουμαι στὶς πρῶτες μέρες τῆς δημιουργίας, ὅπως ἦταν πρωτόγονη ἡ φύση ποὺ μ᾿ ἔζωνε, ὁ θεόρατος βράχος, ποὺ κρεμότανε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μικρὴ ἐκκλησιά, ἡ θάλασσα, τ᾿ ἄγρια δέντρα καὶ τὰ χορτάρια, οἱ καθαρὲς πέτρες, τὰ ρημονήσια ποὺ φαινότανε πέρα στὸ πέλαγο, ὁ παγωμένος βοριὰς ποὺ φυσοῦσε κ᾿ ἔκανε νὰ φαίνουνται ὅλα κατακάθαρα, τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ βελάζανε, οἱ τσομπάνηδες ντυμένοι μὲ προβιές, τ᾿ ἄστρα ποὺ λάμπανε σὰν παγωμένες δροσοσταλίδες τὴ νύχτα! Ὅλα τά ῾βλεπα μέσ᾿ ἀπὸ τοὺς χριστουγεννιάτικους ὕμνους, μέσ᾿ ἀπὸ τὰ ἰαμβικὰ ἐκεῖνα ἀποκαλυπτικὰ λόγια, σὰν καὶ τοῦτα»…

Πάντως, ο Δημιουργός και Βασιλέας του κόσμου Θεός, που είναι πάνω από κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και νόηση, επειδή είναι αγαθός και υπέρκαλλος εξ αρχής δημιούργησε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική Του εικόνα,“κατ᾿ ἰδίαν εἰκόνα πεποίηκε” για να χωρέσει το αρχέτυπο με την Θεία ενανθρώπιση.Τον δημιούργησε ο ίδιο ο Θεός Λόγος και τον κατασκεύασε όμοιο με τον εαυτό Του, “διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ὁμοιώσεως”, για να μπορεί να μελετά και να γνωρίζει όλα τα δημιουργήματα, επομένως και τον εαυτό του. Τον προίκισε με τη δυνατότητα να γνωρίζει πρωτίστως την αϊδιότητα του Θεού. Και, έτσι, να διατηρεί την ομοιότητα με το Θεό και ποτέ να μην ξεφεύγει από την ορθή περί του Θεού αντίληψη. Να χαίρεται να συνομιλεί με το Θεό και να το κάνει αυτό με τη δύναμη του Θεού. Να βιώνει την ανώδυνη και ευτυχισμένη ζωή που δεν γνωρίζει θάνατο.

Σ΄αυτή την γνώση του Θεού τίποτε, πριν την πτώση, δεν τον εμπόδιζε. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἐπειδὴ ἄστραφτε τὸ κατ’ εἰκόνα, εἶχε τὴν δυνατότητα ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ νοῦ του, στρέφοντάς τον στὸν ἑαυτό του, νὰ θεᾶται τὸν Θεὸ μὲ τὴν θεωρία. Λέει ὁ Μέγας Ἀθανασίος· «ὅτε γὰρ οὐ συνομιλεῖ τοῖς σώμασιν ὁ νοῦς ὁ τῶν ἀνθρώπων, οὐδέ τι τῆς ἐκ τούτων ἐπιθυμίας μεμιγμένον ἔξωθεν ἔχει, ἀλλ’ ὅλος ἐστιν ἄνω ἑαυτῷ συνὼν ὡς γέγονεν ἐξ ἀρχῆς· τότε δή, τὰ αἰσθητὰ καὶ πάντα τὰ ἀνθρώπινα διαβάς, ἄνω μετάρσιος γίνεται, καὶ τὸν Λόγον ἰδών, ὁρᾶ ἐν αὐτῷ καὶ τὸν τοῦ Λόγου Πατέρα, ἡδόμενος ἐπὶ τῇ τούτου θεωρία, καὶ ἀνακαινούμενος ἐπὶ τῷ πρὸς τοῦτο πόθῳ». Δηλαδή,«όταν ο νους των ανθρώπων υπερβαίνοντας τα ανθρώπινα, επειδή δεν καταγίνεται με τα σωματικά ούτε και έχει αφομοιώσει κάτι από την επιθυμία των σαρκικών που εισέρχονται απ’ έξω με τις αισθήσεις, τότε μεταρσιώνεται ψηλά και βλέποντας τον Λόγο καθορά σ’ Αυτόν και τον Πατέρα Του Λόγου νιώθοντας αγαλλίαση και ανανεώνεται ο πόθος του γι’ αυτό». Όταν ο άνθρωπος ζει και κινείται σε μια τέτοια πνευματική προοπτική η Γέννηση του Σωτήρος οπωσδήποτε παρέχεται ως Χάρι όχι μόνο η δυνατότητα της σωτηρίας του μεταπτωτικού ανθρώπου αλλά και η ευδοκία της θεώσεως μας,«αὐτός γάρ ἐνηνθρώπησε, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

Ενώ όμως ο άνθρωπος μέσα στον Παράδεισο είχε με τον Θεό αυτή την άμεση κοινωνία, επειδή δεν εκτίμησε την δωρεά Του, παραμελώντας τα υψηλότερα «κατολιγωρίσαντες τῶν κρειττόνων», και δείχνοντας οκνηρία σε ό,τι αφορούσε στο να τα κρατήσουν, «ὀκνίσαντες περὶ τὴν τούτων κατάληψιν», καθώς σημειώνει ο ιερός Πατήρ, αναζήτησε αυτὰ που βρίσκονται περισσότερο κοντά του· καὶ αὐτά ἦταν τὸ σῶμα καὶ οἱ αἰσθήσεις του. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν ἄρχισε τὸ κακό. Γιατὶ ὅσο καιρὸ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος εἶχε τὸ νοῦ του πρὸς τὸν Θεὸ είχε καὶ τὴν θεωρία Του γι’ αυτό ἀποστρεφόταν τὴν σαρκική θεωρία τοῦ σώματος του και γενικά των σωμάτων, ὅταν ὅμως «συμβουλία τοῦ ὄφεως» ἀπεμάκρυνε τὴν διάνοιά του ἀπὸ τὸν Θεὸ, καὶ ἄρχισε νὰ γνωρίζει σαρκικά τὸν ἑαυτό του, δηλαδή, εμπαθώς, τότε οι πρωτόπλαστοι ἔπεσαν στὴν ἐπιθυμία τοῦ σώματος καὶ αἰσθάνθηκαν γυμνοὶ, ὄχι τόσο ἀπὸ ἔνδυμα ἀλλὰ ἀπ’ τὸ ὅτι γυμνώθηκαν, ἀπὸ τὸ νὰ βλέπουν τὰ θεῖα καὶ ἔστρεψαν τὴν διάνοιά τους στὰ ἀντίθετα. Ἂς δοῦμε ὅμως πιό ἀναλυτικὰ τὴν ἀλλοτρίωση ποὺ ὑπέστησαν οἱ φυσικὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖες ὀνομάζονται καὶ γνωστικὲς ποὺ χαρακτηρίζονται ἐπίσης καὶ αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς, μία πρὸς μία καὶ πῶς συγκεκριμένα ἐπηρέασαν τὸ τριμερές της:

α. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ὁ διάβολος μὲ μορφὴ ὄφεως δελέασε τὴν Εὔα πρῶτα μὲ τὴν αἴσθηση. Ἀφοῦ χρησιμοποίησε τὸν ὄφι, γιὰ νὰ τὴν πλησιάσει, τῆς μίλησε προσβάλλοντας, μέσω τοῦ αἰσθητηρίου τῆς ἀκοῆς, τὴν ψυχή της μὲ τὸν δόλο καὶ τὴν πανουργία. Ἂν ἡ Εὔα δὲν εἶχε ὁλιγωρία, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ βρισκόταν σὲ κατάσταση θεωρίας δὲν θὰ δεχόταν περισπασμὸ καὶ δὲν θὰ ἔδινε προσοχὴ στὰ λόγια του ποὺ ἦταν διαβολὴ πρὸς τὸν Θεό. Ἐπειδὴ ὅμως, λόγῳ τῆς ἀπροσεξίας της, ἀφοῦ δὲν εἶχε νήψη, ἀνέχθηκε νὰ ἀκούσει καὶ ἔδωσε προσοχὴ στὰ λόγια ἐκείνου ποὺ οὔτε κἂν γνώριζε καὶ ποὺ μὲ τόσο θράσος ἀντιτάχθηκε στὸ θέλημα καὶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, πέρασε ἡ προσβολὴ στὴν ψυχή της μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ τοὺ ἔδειξε. Συνάμα μὲ τὴν προσβολὴ μέσω τῆς ἀκοῆς, καθῶς δηλητηριαζόταν ἡ ψυχή της μὲ τὰ πονηρὰ λόγια, φούντωνε καὶ ἡ ἐπιθυμία της ἀπὸ τὸ ὁρώμενο και γιὰ τὸ ὁρώμενο. Ἡ ἐπιθυμία ἐρεθιζόταν ὅχι μόνο ἀπὸ τὴν ἀκοὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὅραση. Ἡ Εὔα ἔβλεπε ὅτι οἱ ἀπαγορευμένοι καρποὶ εἶναι ἐλκυστικοί. Πρόκειται γιὰ τὸ πρῶτο στάδιο τῆς πτώσεως κατὰ τὸ ὁποῖο προσβλήθηκε ἡ αἴσθηση τῆς ψυχῆς δια των αἰσθήσεων τοῦ σώματος ποὺ ἐπηρέασε τὸ ἐπιθυμητικό. Οι αισθήσεις υπήρξαν στον άνθρωπο από την αρχή, όμως αυτό δεν ήταν αιτία πτώσεως. Δεν ήταν το πρόβλημα στην όραση, ούτε στην ακοή, ούτε βέβαια και σε καμμία από τις άλλες αισθήσεις εν όσω ο άνθρωπος είχε στραμμένο τον νού εις τον Θεό. Οι αισθήσεις εισήγαγαν ως θυρίδες την προσβολή όταν ο νους αποπρασαναλίσθηκε από την θεωρία του.

Πάντως, σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό:«αἴσθησίς ἐστι δύναμις τῆς ψυχῆς ἀντιληπτικὴ τῶν ὑλῶν» καὶ δείχνει, ὅτι ὁ νοῦς, διὰ μέσου τῶν αἰσθήσεων ποὺ ἔχει τὸ αἰσθητικὸ τῆς ὑπάρξεώς μας, κατέρχεται στὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ τὸν γνωρίζει. Ο Δαμασκηνὸς διασαφηνίζει ὅτι· «αἰσθητικὸν δὲ τὸ ζῷον τὸ ἔχον τὴν αἴσθησιν». Συνεπῶς αἰσθητικὸ δὲν εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ αἴσθησις, οὔτε αὐτὸ ποὺ λέμε «οἱ αἰσθήσεις», οὔτε πάλι τὰ αἰσθητήρια, ἀλλὰ ἡ ζῶσα ὕπαρξη ποὺ ἔχει ὅλα αὐτά. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ αἰσθητικὸ τῆς ψυχῆς, ὁ νοῦς ὡς νοερὸς καὶ ἀσώματος, θὰ εἶχε τὴν χάρη ἀκοινώνητη καὶ ἄμικτη. Θὰ ἦταν ἀδύνατη ἡ ἔκφρασίς του χωρὶς τὰ αἰσθητὰ μέλη. Οἱ αἰσθήσεις εἶναι μία ἐπίνοια γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ κίνησίς του. Ὁ νοῦς κατανέμει τὸν ἑαυτό του στὶς αἰσθητικὲς δυνάμεις καὶ μὲ τὴν καθεμιά τους προσλαμβάνει καταλλήλως τὴ γνώση τῶν ὄντων. Γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης· «Βλέπω τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ νοῦ σὰν μία εὐρύχωρη πόλι ποὺ δέχεται τοὺς εἰσερχομένους σ’ αὐτὴν ἀπὸ διάφορες εἰσόδους», τὶς αἰσθήσεις δηλαδή. Ὁ νοῦς, ξεχωρίζοντας καὶ ἐξετάζοντας τὸ καθένα ἀπὸ τὰ εἰσερχόμενα τὰ τοποθετεῖ στοὺς κατάλληλους τόπους τῆς γνώσεως. Ἀπὸ τὰ διάφορα αἰσθητήρια συνάγεται σ’ ἐμᾶς μία γνῶσις, διότι τὸ ἴδιο πρᾶγμα μοιράζεται στὶς αἰσθήσεις μὲ ποικίλους τρόπους. Ἀντιστρόφως πάλι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ μία αἴσθηση νὰ μάθουμε πολλὰ καὶ ποικίλα ποὺ δὲν ἔχουν καμμιὰ σχέση μεταξύ τους. Χάρη στὸ αἰσθητικὸ, λοιπὸν, τῆς ψυχῆς ὑπάρχει κοινωνία ἀνάμεσα στὸ νοῦ καὶ τὸ σῶμα, ἤτοι τὸ νοερὸ τῆς ψυχῆς καὶ τὸ βιολογικό.

Ἑπομένως, γίνεται σαφὲς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἂν καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο φύσεις δὲν λειτουργοῦν αὐτὲς ἀνεξάρτητα ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐν’ ὅσῳ ἀκόμη αὐτὸς βρίσκεται στὴ ζωὴ ἁπλὰ, διότι ἡ ὀντότητά μας ἀποτελεῖ ἀρμονικὸ κρᾶμα. «Ἡ ψυχὴ, ἔχοντας οἰκειοποιθεῖ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος, θεωρεῖ τὴν ἰκανοποίησή τους δική της ὑπόθεση καὶ ἔτσι ἐνδιαφέρεται γιὰ φαγητὸ, ὕπνο, ἐνδυμασία, κατάλυμα καὶ ἄλλα παρόμοια». «Λόγῳ τῆς στενῆς συνάφειάς τους, ὅλες οἱ ἀνάγκες τοῦ σώματος θεωροῦνται ἀνάγκες καὶ τῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ λέμε -ἡ ψυχή μας τὸ λέει, ὄχι τὸ σῶμα- “θέλω νὰ φάω, νὰ πιῶ, νὰ κοιμηθῶ”, “χρειάζομαι κίνηση, περπάτημα, δουλειά”, “θέλω νὰ δῶ, ν’ ἀκούσω κ.τ.λ.”». Γράφει σχετικὰ ὁ Μελέτιος Μοναχὸς στὸ «περὶ φύσεως τοῦ ἀνθρώπου» ἔργο του ποὺ ἐντάσσεται τόσο στὴν ἰατρικὴ ὅσο καὶ στὴ θεολογικὴ πραγματεία· «δὲ θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀκριβῶς τὶς ἴδιες ἰδιότητες μ’ ἐκεῖνες ποὺ ἔχει ξεχωριστὰ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ὅτι ἔχει κάποιες ἄλλες ἰδιότητες, διότι ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει βέβαια λόγῳ τῆς σχέσης ψυχῆς καὶ σώματος, ἀποτελεῖ ὅμως, μιὰ τρίτη, νέα ὕπαρξη. Καὶ αὐτὸ γίνεται φανερό, ὅταν ἀποχωριστοῦν τὰ μέρη, ποὺ τὸ δημιούργησαν· τότε, ἂν δηλαδὴ γίνει αὐτὸς ὁ ἀποχωρισμός, μένει μὲν τὸ σῶμα καὶ διατηρεῖ τὰ γνωρίσματά του, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει αὐτὴ ἡ τριπλὴ διάκριση, ψυχῆς, σώματος καὶ ἀνθρώπου, ὅμως, τὸ σῶμα εἶναι νεκρὸ· παρόμοια, ἡ ψυχὴ παραμένει λογικὴ καὶ νοερή, παρ’ ὅλο ποὺ ἀποχωρίστηκε ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὅμως, ὡς ἀποτέλεσμα παραμένει ὅτι χάθηκε ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἦταν ἀποτέλεσμα συνύπαρξης δύο ξεχωριστῶν στοιχείων, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος». Συνεπώς, ας μην έχουμε μονοφυσιτική θεώρηση για τον άνθρωπο, διότι έτσι δεν βοηθούμε ούτε τον εαυτό μας ούτε και τους άλλους, αφού στην πραγματικότητα με αυτή την νοοτροπεία ποτέ δεν θα τον γνωρίσουμε. Ὁ τρόπος γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὴν πνευματική μας φύση εἶναι νὰ τὸν δοῦμε ἀληθινὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ ἀρχετύπου, τῆς Ἁγίας Τριάδος. Για να βοηθήσουμε, μάλιστα, ως κληρικοί, ιατροί, ψυχίατροι, ψυχολόγοι, πολιτικοί και όχι μόνο αλλά και ως γονείς πρέπει να γνωρίζουμε πώς λειτουργεί η ψυχή του ανθρώπου σε σχέση με το σώμα του και το αντίστροφο και, βέβαια, τον τρόπο θεραπείας. Αν, πάλι, θέλουμε να λειτουργούμε ως πρόσωπα πνευματικά, επειδή ως σάρκα φορούντες και τον κόσμο οικούντες είμαστε εύαλωτοι, θα πρέπει οπωσδήποτε να προσέχουμε τις αισθήσεις, και εφ’ όσον ζούμε σε κοινωνία με πρόσωπα -ένας λόγος παραπάνω- να έχουμε τον νου μας ως οφθαλμό της ψυχής στραμμένο στον Θεό. Αν αυτός είναι ο στόχος μας, η θεωρία, το να κατοπτεύουμε το άκτιστο, οπωσδήποτε θα λυθούν πολλά θέματα για την ύπαρξή μας, την κοινωνία στο στενό άμεσο περιβάλλον μας αλλά και το ευρύτερο, την πατρίδα μας. Διότι, πότε ανταποκρινόμαστε την αποστολή μας και τιμούμε το έργο μας; Ασφαλώς, όταν κινούμαστε στην προοπτική μας! Λοιπόν, όπως μας παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος:«τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς. ἀπεθάνετε γάρ, καὶ ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ· ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ. Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, δι’ ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας, ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐναὐτοῖς· 8 νυνὶ δὲ ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς τὰ πάντα, ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν· μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους, ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν, ὅπου οὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός»(Κολ. 3,2-11).

Μέχρι όμως να φτάσουμε στην θεωρία χρειάζεται περισσότερο να έχουμε “φυλακή”, δηλαδή, προσοχή των αισθήσεων. Βέβαια, η φυλακή των αισθήσεων δεν ειναι εύκολη για τον άνθρωπο που δεν έχει μέτρο στο φαγητό, τον ύπνο, το ποτό άλλες ουσίες που δημιουργούν εξάρτηση και μία παθολογική κατάσταση. Ούτε είναι δυνατό να πετύχει ο άνθρωπος ευκοσμία των ηθών, ευταξία των αισθήσεων και την ευπρέπεια των αρετών, αν δεν έχει μιά πνευματική τάξη, μία σειρά δια της οποίας θα ζει με μετάνοια, φιλοκαλική άσκηση και αγιοσύνη. Έτσι θα προσοικειωθούμε τον Θεό και θα γίνουμε κατά Χάρι γενεά του Χριστού που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γεννάται! Αυτή είναι η νηπτική ζωή. Οι δε Πατέρες που πρόσεχαν τις αισθήσεις και τις κινήσεις της ψυχής τους, ονομάζονται νηπτικοί Πατέρες, ενώ το συγγραφικό τους έργο, ως είδος της πατερικής γραμματείας, αποτελεί τη νηπτική γραμματεία, η οποία στην πραγματικότητα θα λέγαμε ότι το περιεχόμενό της αντιστοιχεί στην επιστήμη της ψυχολογίας, ουσιασιαστικά στον κλάδο της γνωστικής ψυχολογίας ή της οντολογίας της ψυχής, αν θέλουμε να την προσδιορίσουμε φιλοσοφικά.

ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ