Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΟΤΙ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΟΚΟΥΝ.


ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΟΤΙ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΟΚΟΥΝ.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ “ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣΥΝΗΣ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΧΕΤΟΣΥΝΗΣ, ΣΚΟΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΟΣ ΕΝΕΚΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ Η’ ΠΡΟΔΟΤΙΚΗΣ ΑΠΕΜΠΟΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ;”

Β’

ΑΡΧΙΜ. ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΦΙΛΩΤΑ.


Με όσα επισημάναμε μέχρι τώρα διαπιστώνεται:

I. ότι ο όρος αποτείχιση σημαίνει οχυρώνομαι προς άμυνα μέσα στην Εκκλησία με την αλήθεια ξεχωρίζοντας την θέση μου από την αίρεση εφ’ όσον δεσπόζει στην διοίκηση και όχι βγαίνω απ’ έξω!

II. ο μητροπολίτης Θεόκλητος εν επιγνώσει και εν συνειδήσει μνημονεύει και ακολουθεί τον αιρεσιάρχη Βαρθολομαίο, αφού τα κείμενα που υπογράφει και οι ομιλίες του στην μετα-Κολυμβάρια περίοδο δεν εκφράζουν απλώς τους οικουμενιστές αλλά στηρίζεται στα αιρετικά αυτά φρονήματα για να ασκεί τις γνωστές διώξεις. Επομένως, είναι φρονήματα που έχει εμπεδώσει και ενώ του υποδείχθηκαν συγκεκριμένες κακοδοξίες και αιρέσεις στις θέσεις του συνεχίζει να υπεραμύνεται αυτών για να δικαιολογήσει τις διώξεις αυτές προσπαθώντας να αποδείξει ότι τα μυστήρια που τελούμε είναι άκυρα και δεν είναι αγιαστικά.

III. Ας περάσουμε τώρα στην ερμηνεία του όρου αποτείχισις σύμφωνα με τον 15ο κανόνα της πρωτοδευτέρας επί Μεγάλου Φωτίου Συνόδου για τον οποίο στοιχειώδης μόρφωση και λογική απαιτεί να κατανοήσει κανείς ότι διακρίνει δύο περιπτώσεις:

α. των κληρικών εκείνων, οι οποίοι «προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων (αμαρτημάτων) τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ σχίσμα ποιούντων καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων»


για όσους δεν ενθυμούνται αυτό σημαίνει το διάφορον (μαθηματικά δημοτικού σχολείου)


β. των κληρικών εκείνων, οι οποίοι «δι᾿ αἱρεσίν τινα τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες».

1. Αυτός ο κανόνας ορίζει:

(παραθέτουμε το κείμενο μαζί με μετάφραση για καλύτερη κατανόηση):

«Τὰ ὁρισθέντα ἐπὶ πρεσβυτέρων καὶ ἐπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν, πολλῷ μᾶλλον καὶ ἐπὶ πατριαρχῶν ἁρμόζει.

Εκείνα όπου οι ανωτέρω Κανόνες όρισαν περί Επισκόπων και Μητροπολιτών, πολύ περισσότερο ισχύουν (είναι αρμόδια) και για τους Πατριάρχες.

Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ἢ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρὸς τὸν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὡρισμένον καὶ τεταγμένον, ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἐμφανείας συνοδικῆς καὶ τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει, τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας.

Ώστε, όποιος πρεσβύτερος ή επίσκοπος ή μητροπολίτης τολμήσει να σταματήσει την (εκκλησιαστική) κοινωνία με τον πατριάρχη στον οποίο υπόκειται και δεν τον μνημονεύει ονομαστικώς, όπως είναι ορισμένο και διατεταγμένο, στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας αλλά κάνει σχίσμα πριν από συνοδική σύγκληση και οριστική καταδίκη, αυτόν όρισε η αγία Σύνοδος (εννοεί την πρωτο-δευτέρα επί Φωτίου) να μην ιερουργεί καθόλου, εφ’ όσον ελεγχθεί αν όντως παρανόμησε.

Καὶ ταῦτα μὲν ὥρισται καὶ ἐσφράγισται περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ σχίσμα ποιούντων καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων.

Και, βέβαια, αυτά έχουν μεν ορισθεί και θεσμοθετηθεί για εκείνους που βρίσκουν πρόφαση να διακόψουν κοινωνία για πράγματα (αμαρτήματα) που εγκαλούνται οι δικοί τους ποιμένες και κάνουν σχίσμα και έτσι διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας.

§. Οἱ γὰρ δι᾿ αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται.

Εκείνοι όμως που εξ αιτίας κάποιας αιρέσεως, η οποία καταδικάσθηκε από Άγιες Συνόδους και Πατέρες, ξεχώρισαν τον εαυτό τους από την (εκκλησιαστική) κοινωνία με τον ποιμένα τους, επειδή ακριβώς κήρυττε την αίρεση δημόσια και απροκάλυπτα, δηλαδή ξεδιάντροπα, αυτοί, όχι μόνο δεν υπόκεινται σε κανονικό επιτίμιο με το να αποτειχίζονται από την κοινωνία και προ συνοδικής σχετικής εξέτασης από τον κατ’ όνομα μόνο επίσκοπο αλλά πρέπει και να τους αποδοθεί τιμή που τους αξίζει!

Οὐ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».

Διότι, όχι επισκόπους αλλά σε ψευδεπισκόπους και σε ψευδοδιδασκάλους εναντιώθηκαν για αίρεση και δεν κατατεμάχισαν με σχίσμα την ενότητα της Εκκλησίας αλλά έδειξαν εγρήγορση να γλιτώσει η Εκκλησία από σχίσματα και αντιμαχόμενες μερίδες (εξαιτίας του σκανδαλισμού)!

Ταλαίπωροι επίσκοποι, μόνο όσα σας βολεύουν κατανοείτε από τους κανόνες, όντως εθελοτυφλείτε. Το «δεύτερο σκέλος» του κανόνος που διαφοροποιεί τα πράγματα και εξηγεί και ορίζει ότι είναι άξιοι τιμής όσοι αντιστέκονται στην αίρεση κάνετε πως δεν το βλέπετε, εκτός αν έχετε τέτοια αγραμματοσύνη που δεν ξέρετε και να μεταφράσετε!

2. Πώς φαίνεται ότι ο κανόνας ορίζει και ότι δεν είναι δυνητικός.

Οι φράσεις και οι λέξεις σ’ αυτές τις φράσεις: «Τὰ ὁρισθέντα», «κατὰ τὸ ὡρισμένον καὶ τεταγμένον», « ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος», «ταῦτα μὲν ὥρισται καὶ ἐσφράγισται»

δεν αφήνουν περιθώρια να δεχθούμε ως προαιρετικό και δυνητικό τον κανόνα αλλά με υποχρεωτικό χαρακτήρα και νόημα! Επομένως τα όσα λέγονται περί δυνητικού σαφώς δεν ισχύουν, πολύ απλά, διότι δεν ερίδονται ούτε στο κανονικό δίκαιο ούτε στον συγκεκριμένο κανόνα.

3. Τί ορίζει ο Κανών στο πρώτο μέρος και τί στο δεύτερο.

Α. Ο κανόνας με σαφήνεια ορίζει για τους κληρικούς εκείνους, οι οποίοι «προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων (αμαρτημάτων) τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ σχίσμα ποιούντων καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων» να τιμωρούνται και το επιτίμιο που θα τους επιβάλλεται είναι να μην ιερουργούν καθόλου, εφ’ όσον ελεγχθεί ότι όντως παρανόμησαν.

Β. Είναι σαφές όμως, ότι ο κανόνας έχει και δεύτερο «μέρος» ή πιο σωστά διακρίνει μία άλλη περίπτωση, για τους κληρικούς εκείνους, οι οποίοι «δι᾿ αἱρεσίν τινα τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες», που αποτελεί την εξαίρεση σε όσα ορίσθηκαν παραπάνω, στην οποία όμως, επίσης ορίζεται και, μάλιστα, με ρηματικό τύπο μέλλοντα παθητικής φωνής το «ἀξιωθήσονται», ο οποίος δεν επιτρέπει να θεωρήσουμε, ότι το κείμενο σε αυτό το σκέλος που διακρίνει την περίπτωση μπορεί να έχει πλέον δυνητικό χαρακτήρα. Άλλωστε το «γάρ» στην φράση,«οἱ γὰρ δι᾿ αἱρεσίν τινα», καθώς εισάγει κύρια πρόταση συνδέει -έστω και σε εναντιωματική πρόταση- το πρώτο σκέλος με το δεύτερο και γι αυτό δεν αλλάζει ο χαρακτήρας του κειμένου που ορίζει ότι πρέπει να αξιωθούν της αρμόζουσας τιμής για λόγους δικαιοσύνης εκ μέρους των ορθοδόξων. Για όσους πραγματικά κατανοούν το κείμενο του κανόνα γίνενεται σαφής διάκριση για ποιά από τις δύο περιπτώσεις δεν μνημονεύει κανείς τον επισκοπό του και εδώ σαφώς υπάρχει αντιδιαστολή και βέβαια υπάρχουν λέξεις και φράσεις αντιθετικές-εναντιωματικές τονίζοντας αντίθετα προς το περιεχόμενο νοήματα. Και πράγματι θα ήταν το πλέον άδικο να μην προβλεπόταν εκ του κανονικού Δικαίου να διασφαλισθεί ένας κληρικός μαζί με το ποίμνιό του στην Ορθοδοξία, όταν ο επίσκοπός του ή ο Πατριάρχης ακολουθεί την αίρεση, και αυτός να είναι αναγκασμένος από τους κανόνες να τον ακολουθεί στην κακοδοξία του, εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν θα ήταν Δίκαιο! Επισημαίνουμε εδώ τις φράσεις και τις λέξεις που δίνουν το στίγμα ότι πρέπει να διακρίνουμε τις περιπτώσεις στην αποτείχιση:«Καὶ ταῦτα μὲν ὥρισται καὶ ἐσφράγισται περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ σχίσμα ποιούντων καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γὰρ δι᾿ αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται».

Σε αυτή την βάση είναι διατυπωμένος και ο ΛΑ’ 31ος Αποστολικός Κανών, ο οποίος ορίζει: «Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς συναγάγῃ, καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ, μηδὲν κατεγνωκώς τοῦ ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω, ὡς φίλαρχος· τύραννος γάρ ἐστιν. Ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί, καὶ ὅσοι ἂν αὐτῷ προσθῶνται· οἱ δὲ λαϊκοὶ ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν, καὶ δευτέραν καὶ τρίτην παράκλησιν τοῦ ἐπισκόπου γινέσθω». Ο 31ος Αποστολικός Κανόνας ενώ όμως δεν επιτρέπει την παύση της «κοινωνίας» για ατομικές αμαρτίες κάθε προσώπου, ακόμα και του επισκόπου, που είναι προσωπική του υπόθεση λέει κάτι ακόμη – που αν το αγνοήσουμε θα αδικήσουμε την αλήθεια- το οποίο όσοι δεν είναι στον αγώνα υπέρ της αληθείας του κανόνα της πίστεως, δηλαδή της Ορθοδοξίας, δεν το αναφέρουν κάν, πολύ απλά διότι δεν τους αρέσει να λέγεται, «μηδὲν κατεγνωκώς τοῦ ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ δικαιοσύνῃ».

Σαφώς υπονοεί ότι μή όντως του επισκόπου εν ευσεβεία και δικαιοσύνη, σ’ αυτή την περίπτωση προβλέπει την διακοπή κοινωνίας.Φαίνεται όμως ότι η δεν μελετάτε τους κανόνες ή ότι τους ερμηνεύετε με σκοπιμότητα και όπως σας συμφέρει! “Πουθενά βέβαια, ο Κανόνας δεν εξηγεί ποιοί είναι αυτοί οι λόγοι «ευσεβείας και δικαιοσύνης». Και πολύ σωστά επισημάνθηκε ότι οι μεγάλοι Κανονολόγοι του 12ου αιώνα δεν είναι καθόλου διαφωτιστικοί στο ζήτημα αυτό. Ο Ζωναράς εξηγεί ότι λόγοι «ευσεβείας» και «δικαιοσύνης» υπάρχουν, όταν ο επίσκοπος «σφάλλει περί την ευσέβειαν και ποιεί παρά το καθήκον». Ο Βαλσαμών ερμηνεύει ότι υπάρχουν οι λόγοι αυτοί, όταν ο επίσκοπος είναι «ασεβής και άδικος». Οι ερμηνείες αυτές είναι προσκολλημένες στο γράμμα του κανόνα. Δεν βοηθούν, όμως καθόλου στην ερμηνεία του Κανόνα. Οι ιεροί Κανόνες είναι έργο αγίων ανδρών. Έχουν τη δική τους δυναμική. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται σ’ αυτούς, είναι φορτισμένες με θεολογικό νόημα. Το νόημα αυτό, μόνο οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, που συνέταξαν του Κανόνες, μπορούν να το αποκαλύψουν. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διδάσκει, ότι ευσέβεια είναι «η καθαρή πίστη και η σωστή ζωή». Ευσέβεια, λοιπόν, είναι τα ορθά δόγματα και η τήρηση των εντολών του Θεού. Η ορθή πίστη και η ορθή ζωή είναι η ευσέβεια. Αυτό όμως είναι και η Ορθοδοξία. Ορθοδοξία και ευσέβεια , ως έννοιες, ταυτίζονται. Γι’ αυτό, και ο άγιος Γρηγόριος ο θαυματουργός λέγει ότι, η ευσέβεια θεωρείται μητέρα των αρετών, γιατί είναι η αρχή και το τέλος τους. Πολύ ορθά επίσης ο Νικόδημος ο Αγιορείτης θεωρεί ως αιρετικό, αυτόν που δεν έχει «ευσέβεια»! Και σ’ αυτό, έχει απόλυτα δίκηο ο άγιος Νικόδημος, γιατί όποιος δεν ξέρει, ή δεν μπορεί να θεραπεύσει τη ψυχή του, για να φτάσει στην ευσέβεια, αυτός ακολουθεί λαθεμένο τρόπο θεραπείας. Ο λαθεμένος τρόπος θεραπείας είναι η αίρεση. Αντίθετα, ο σωστός τρόπος θεραπείας είναι η Ορθοδοξία. Ο Μέγας Αθανάσιος λέει ότι ο αιρετικός δεν μπορεί να ονομάζεται καν χριστιανός, γιατί εξέπεσε από την Ορθόδοξη αλήθεια! Ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει, ότι εκπίπτει κάποιος από την αλήθεια, όταν αθετεί κάτι από όσα γράφει η αγία Γραφή και οι Πατέρες, ή διδάσκει κάτι «καινούργιο», ξένο απ’ την Παράδοση. ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ότι θα υπάρχουν ψευδοδιδάσκαλοι και ψευδοπροφήτες, που θα εισαγάγουν αιρέσεις απώλειας και θα «εξαγοράζουν τους πιστούς με υπερβολικά πλαστούς λόγους»! Από τέτοιους ανθρώπους, ακόμα κι’ αν είναι επίσκοποι, θέλει ο Κανόνας αυτός να προστατεύσει τους Ορθοδόξους. Προβλέπει τη διακοπή της «κοινωνίας» με αυτούς, ή αλλιώς, την «αποτείχιση».Οι Πατέρες δεν θεωρούν αιρετικούς μόνο αυτούς που διδάσκουν ξένα πράγματα απ’ την Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά και όσους «κοινωνούν» με αυτούς. Γι’ αυτό η «κοινωνία» έχει τόση μεγάλη σημασία.

Οι Πατέρες εξηγούν, ότι το ίδιο πράγμα σημαίνει και η λέξη «δικαιοσύνη». Γιατί απαιτεί ο κανόνας δικαιοσύνη, άν, όπως παιδαριωδώς ισχυρίζεται ο Φλωρίνης, οι αποτειχισμένοι βγάζουν τον εαυτό τους εκτός Εκκλησίας; Τέτοια διαστροφή; Ίσως όμως προβάλλετε την ένστασή σας για την φράση του 15ου της πρωτοδευτέρας Συνόδου: «δι᾿ αἱρεσίν τινα τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον».Ήδη σε προηγόυμενο άρθρο μου κετέδειξα τους λόγους για τους οποίους γιατί ο πρόεδρος του Οικουμενικού θρόνου είναι αιρετικός! Δεν θα γράφουμε συνέχεια τα ίδια και τα ίδια και δεν γνωρίζω αν μελετάτε όσα γράφω. Πάντως σε καθε τί που ισχυρισθήκατε δώσαμε θεολογικές απαντήσεις μαζί με τους Αγιορείτες πατέρες. Αυτά που γράφουμε εμείς δεν είναι για εφημερίδες που σήμερα δημοσιεύουν κάτι και αύριο δεν ισχύει αν όντως αναφερόμαστε στο έργο της Θεολογίας! Αντίθετα οι θεολόγοι του γλυκού νερού που έχετε κοντά σας αποδείχθηκε ότι μόνο για τραπέζια είναι. Καμμία θεολογικά απάντηση! Δείξτε μας έστω και μία! Αν δεν σας αρκεί σχετικά και με την άλλη φράση του 15ου «παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην» το ότι εφ’ όσον το μερικόν ως μεμενωμένη αίρεσις είναι κατεγνωσμένον και το σύνολον της παναιρέσως του Οικουμενισμού επίσης κατεγνωσμένος εστί αφού περιέχει καταδιακασμένες αιρέσεις, έχουμε να σας γράψουμε πολλά μην απελπίζεστε όμως!

Ο Χρυσόστομος, πάντως, λέει ότι η Γραφή, με τη λέξη «δικαιοσύνη», εννοεί την αρετή γενικά, την ευσέβεια στη ζωή. Αυτό άλλωστε, είναι και το νόημα των λόγων του Κυρίου στην επί του όρους ομιλία Του, όταν έλεγε «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται». Η «ευσέβεια» και «δικαιοσύνη», μολονότι ως έννοιες, είναι ταυτόσημες. Όμως, η μεν ευσέβεια χρησιμοποιείται περισσότερο για να τονίσει την πίστη, η δε δικαιοσύνη για να τονίσει την απόκτηση της κάθε αρετής, επομένως και την ομολογία της ορθής και αληθινής πίστεως. Και γι’ αυτό το λόγο, στον Αποστολικό αυτό Κανόνα, χρησιμοποιούνται και οι δύο λέξεις. Αν υπάρχει κάτι που διέπει το κανονικό Δίκαιο αλλά και κάθε Δίκαιο είναι να εξετάζει και να ερμηνεύει τα πράγματα και τις ενέργειες στην βάση της δικαιοσύνης διαφορετικά δεν είναι “Δίκαιο” αλλά άσκηση“κυβερνητικής” και προπαγάνδα για να κατευθύνουμε τον άλλο σύμφωνα με τις ορέξεις μας και τα ιδιοτελή συμφέροντά μας. Είναι ορθόδοξη διαποίμανση αυτό, να κάνετε πώς δεν καταλαβαίνετε και να προωθείτε έτσι τον Οικουμενισμό και, μάλιστα, να μας διώκεται επειδή επισημαίνουμε τις πλάνες σας και τον σαθρό, ανθωποκεντρικό και ανθρωπάρεσκο τρόπο διαποίμανσης; Όλο το “Δίκαιο” είναι και πρέπει να αποσκοπεί στην δικαιοσύνη, εσείς έχετε ίχνος δικαιοσύνης που μας κρατήσατε με το ζόρι στην Μητρόπολη ενώ αρχικά είχα ζητήσει να πάω στον Μακαριστό πλέον Αντώνιο Σιατίστης και στην συνέχεια κατ εξακολούθησιν σας ζητούσα, μάλιστα, κάποια φορά υπέβαλλα και παραίτηση από τα καθήκοντά μου προκειμένου να μεταναστεύσω στην Αριζόνα, να λοιπόν ότι ούτε σε υπακοή Γέροντα μας αφήσατε να πάμε. Σαν να εγνώριζα τί επρόκειτο να συμβεί, και τώρα μας παύετε -ως νομίζετε- των ιερατικών μας καθηκόντων, αφού κυριολεκτικά μας βασανίζατε να ανεγείρουμε μόνοι μας, χωρίς καμμία βοήθεια εκ μέρους σας, την Μονή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και έχετε τώρα το θράσσος να μας εγκαλείτε ότι δεν κάναμε συνοδεία, αφού όταν ήρθε κάποιος ζητήσατε άμεσα να φύγει και από το πρωϊ έως το βράδυ τρέχαμε μόνο για εργασίες. Όσοι έχτισαν μοναστήρια γνωρίζουν τί σημαίνει ανέγερσις και μάλιστα για ένα άτομο. Λίγο ντροπή! Αφού, δεν αφήνετε ούτε τους ανθρώπους να μας πλησιάσουν καί όταν κάποτε σας είπα το τί γίνεται στην Μητρόπολη με με τις συνεχείς αναγέρσεις μου απαντήσατε ότι ο τάδε αρχιμανδρίτης έχει την μερίδα του λέοντος, και μας παύετε τώρα, επειδή θέλετε να τα έχετε καλά με τον αιρετικό πατριάρχη και να απεμπολήσουμε εμείς την Πίστιν μας. Έχετε στοιχειώδη σοβαρότητα; Θα ήταν δίκαιο να μας δικάσετε, άν είχαμε κάτι αξιοκατάκριτο. Και να γνωρίζετε ότι, αν υπήρχε κάτι τέτοιο μόνοι θα ερχόμασταν θα το ομολογούσαμε, όπως με ευθύτητα και ειλικρίνεια σας εμπιστευόμασταν οτιδήποτε μέχρι την Σύνοδο στο Κολυμπάρι και σας αποδίδαμε τον προσήκοντα σεβασμό. Τέλος αυτά, αν δεν επιστρέψετε στην μάνδρα του Χριστού! Αναφέρεστε στους άλλους επισκόπους και λέτε όλη η Εκκλησία είναι στην πλάνη; Ασφαλώς, η διοικούσα Εκκλησία -και όχι το σώμα του Χριστού- μαζί με τους συνεπισκόπους σας είστε στην κακοδοξία εφ’ όσον μνημονεύετε τους αιρετικούς και εγκρίνατε τις αποφάσεις της Κολυμβάριας ψευτοσυνόδου. Το ότι είστε πολλλοί σας απαλλάσσει; Δεν διαβάσατε ούτε εκκλησιαστική ιστορία για να διαπιστώσετε ότι Εκκλησίες ολόκληρες εξώκειλαν στην αίρεση;

4. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΟΡΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΩΣ ΚΑΝΟΝΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ;

Είναι πολύ βασικό εδώ να θέσουμε ένα προβληματισμό τον οποίο και θα σχολιάσουμε. Υπήρχε περίπτωση η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού που έχει Κανόνα Αληθείας την διδασκαλία του Θεανθρώπου, όπως μας την παρέδωσε με το Ευαγγέλιό Του, και το κήρυγμα των Αποστόλων να μην έχει κανονικά όρια; Δηλαδή, για να καταλαβαίνουν και οι απλοί πιστοί, δεν υπάρχουν κανόνες που να ορίζουν τί πρέπει να γίνεται, τί πρέπει να κάνουμε οι υπόλοιποι κληρικοί αλλά και οι λαϊκοί, όταν κάποιος επίσκοπος η Πατριάρχης ξεφεύγει στην αίρεση, ώστε κάθε κληρικός είτε επίσκοπος είτε Πατριάρχης να μην αυτοσχεδιάζει και να μην ενεργεί κατά το δοκούν; Αν δεχτούμε κάτι τέτοιο αναιρούμε όλη την Ιερά Παράδοση. Και δεν είναι αυτό προτεστανισμός; Οι άγιοι Πατέρες ως οι θεούμενοι με την Χάριν του Θεού βιώνοντας τις άκτιστες ενέργειες δεν ερμήνευσαν αυθεντικά για να εκφράσουν κιόλας την γνησιότητα της διδασκαλίας που δεν αφορά μόνο την Πίστη ως κανόνα Αληθείας αλλά και τον τρόπο για να διασφαλισθεί αυτή η Πίστις; Διασφαλίζουν την κοινωνία μετά των επισκόπων οι κανόνες και διασφαλίζουν την κοινωνία με τον Κύριο Ιησού Χριστό που μας παρέδωσε συγκεκριμένη πίστη που οριοθέτησαν οι άγιοι Πατέρες με Συνόδος και με κανόνες τί αυτά που λέτε; Γιατί λέτε ότι ερμηνεύουμε τους κανόνες κατά το δοκούν άγιε Φλωρίνης; Εξ ιδίων κρίνετε τα αλλότρια; Όχι απλώς δεν επιτρέπετε να διαστρέψει κανείς τη δογματική διαδασκαλία της Εκκλησίας αλλά και μόνο να συμπροσευχηθεί με αιρετικούς και αλλοθρήσους δεν το επιτρέπουν οι κανόνες;

Έγραψα σχετικό άρθρο που κατέδειξα από τα λεχθέντα και τα πραχθέντα του πατριάρχου ότι τον καθιστούν, όχι απλώς έναν από τους αιρετικούς, αλλά τον μεγαλύτερο αιρετικό όλων των αιώνων, μήπως δεν το γνωρίζεται; Και γιατί βοούσε στα κηρύγμά του ο προκάτοχός σας π. Αυγουστίνος για να ρθείτε τώρα εσείς και να μας πείτε ότι ο πατριάρχης είναι ορθόδοξος; Δεν υπάρχουν κανόνες που δεν επιτρέπουν ούτε καν και την συμπροσευχή ακόμη με αιρετικούς και αλλοθρήσκους; Τί λέει ο ΞΕ' (65ος) ΚΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ; «Εί τις Κληρικός, ή Λαϊκος εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Γίνεται αυτό ή δεν γίνεται; Προσέξτε, κάτι, αν υπάρχουν κάποιοι που πρέπει να καθαιρεθούν είστε εσείς οι επίσκοποι που τα ισοπεδώσατε όλα!

ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου